Το άσυλο έχει μετατραπεί σε ένα τοπογραφικό σημείο των πόλεων αλλά και σε έναν μη τόπο, όπου η δικαιοδοσία του ελληνικού κράτους εκλείπει. Το τελευταίο δεν δύναται να εγγυηθεί τη σωματική διαθεσιμότητα των μελών του η ακεραιότητα των οποίων βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο. Μπορεί να βιαστείς, να κλαπείς, να εξευτελιστείς, να υποστείς φθορές ανεπανόρθωτες -ψυχολογικές και σωματικές- με την ανοχή της πολιτικής εξουσίας. Το μονοπώλιο της νόμιμης βίας δεν είναι τελικά τόσο μονοπώλιο, όσο μάθαμε στα αμφιθέατρα, γιατί το ίδιο το κράτος με την υποχωρητικότητά του είναι σαν να νομιμοποιεί το περιθώριο διαιωνίζοντας τον εξτρεμισμό. Η λειτουργία του εκκολάπτει τη θεωρητικά απονομιμοποιημένη βία, η οποία, όμως, με τη συνεχή αναπαραγωγή της, αναδεικνύεται σε στοιχείο καθημερινής τελετουργίας. Με άλλα λόγια, το παράλογο κανονικοποιείται.
Το αρχικό σοκ από το βιασμό στο Αριστοτέλειο χάνεται μέσα σε ένα κολάζ αντικοινωνικών συμπεριφορών και αν-αρχικής επιτρεπτικότητας. Παραβατικότητα, μικροκλοπές, διακίνηση ναρκωτικών υποβαθμίζουν το πανεπιστήμιο. Η παρακμή εικονοποιείται. Μάλιστα, η συγκάλυψη ακραίων στοιχείων λαμβάνει το προκάλυμμα της διάδοσης των ιδεών. Την ίδια ώρα, λεωφορεία αλλάζουν την πορεία τους, αγάλματα αποκεφαλίζονται, κάδοι πυρπολούνται, περιουσίες καταστρέφονται. Σε καιρό ειρήνης φωτιές αποσυνθέτουν το αστικό τοπίο.
Το καταχρηστικό του δημοσίου χώρου πνεύμα μέρους των Εξαρχείων αλώνει τη χώρα. Η αποσαθρωτική του τάση αντανακλάται στις όλο και ηπιότερες αποκρίσεις. Ο βανδαλισμός της δημόσιας παρουσίας δεν αποτελεί πλέον είδηση.
Κατά αυτόν τον τρόπο, όταν θα υπάρξουν νεκροί, ο πραγματικός υπεύθυνος δεν θα είναι άλλος παρά το ελληνικό κράτος, το οποίο υποτάχθηκε αμαχητί στις λόγχες του κομφορμιστικού αντικομφορμισμού παραδίδοντάς μας στη διάχυση της αθλιότητας.