Στήλες
Εγώ τον Μίκη Θεοδωράκη τον γνώρισα στη Ζάτουνα.
Το χωριό του πατέρα μου, η Μελισσόπετρα, είναι το πρώτο μετά τη Ζάτουνα. Το ηλεκτρικό και το οδικό δίκτυο σταματάνε εκεί. Από εκεί, μουλάρια και λάμπες πετρελαίου.
Μαθητής Γυμνασίου φεύγω από το χωριό δύο ώρες ποδαρόδρομο. Πάω στη Δημητσάνα να πάρω εφημερίδα για να μάθω ποιος κέρδισε το Κύπελλο, ο Ολυμπιακός ή ο Παναθηναϊκός. Τελικά το πήρε ο ΠΑΟ στην κλήρωση, 1-1 το παιγνίδι.
Απογοητευμένος με το Φως παραμάσχαλα περνάω μέσα από τη Ζάτουνα. Στο καφενείο είναι ο Μίκης, δύο νυσταλαίοι χωροφύλακες και οι άντρες του χωριού.
Με φόβο και θαυμασμό σταματάω μπροστά του. Αυτός σηκώνει τη γροθιά του και – τι μου λέει ο αθεόφοβος;
«Ολυμπιακάρα ε;»
Πουλί και πέταξα μέσα στα κατσάβραχα.
Στις 6 Οκτωβρίου 1960, ο Μίκης Θεοδωράκης παρουσίασε στην Αίθουσα Φιλελευθέρων, που βρισκόταν στην οδό Χρήστου Λαδά, στο κέντρο της Αθήνας, με πρωτοβουλία του Συλλόγου Κρητών Σπουδαστών, τις δύο διαφορετικές εκδοχές του Επιταφίου, που είχαν λίγο νωρίτερα κυκλοφορήσει σε δίσκο – ο ένας με τη Νάνα Μούσχουρη, ο άλλος με λαϊκή ορχήστρα και ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Παρακάτω, παρατίθεται το δημοσίευμα του Γ.Π. Σαββίδη, από το βήμα, με το οποίο περιγράφεται εκείνη η μοναδική μουσική βραδιά. Δημοσιεύονται επίσης τέσσερις ανέκδοτες φωτογραφίες από το αρχείο του Γιώργου Ζεβελάκη.
Πέρασαν ακριβώς 90 χρόνια από τότε που στο περιοδικό Ναυτική Ελλάς (τεύχος 32, Μάιος1931) δημοσιεύτηκε ένα από τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία που προηγήθηκαν των Μαραμπού. Το υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα (Ν. Καββαδίας) και όχι με το ψευδώνυμο που χρησιμοποιούσε έως τότε (Πέτρος Βαλχάλλας). Τίτλος «Τραγούδια», έκταση εννέα τετράστιχα και ημερομηνία 1/4/1931. Το ποίημα παρέμενε χρόνια άγνωστο στις σελίδες του ξεχασμένου μηνιαίου περιοδικού που εκδιδόταν στην Αθήνα «Μερίμνη Γενικού Επιτελείου Ναυτικού». Εκεί ελάνθανε μέχρι το 2005, όταν ανασύρθηκε και πέρασε στον εξαιρετικά φροντισμένο τόμο Το ημερολόγιο ενός τιμονιέρη (εκδόσεις Άγρα), με αθησαύριστα πεζογραφήματα και ποιήματα του Νίκου Καββαδία. Σ’ αυτόν περιλαμβανόταν το εν λόγω ποίημα, σχολιασμένο από τον επιμελητή του τόμου Guy Saunier.
Στο τέλος του 1909, ο πατέρας του Σωκράτη αποφάσισε να εργαστεί. Βρήκε δουλειά στο χωριό Κιουτσούκ Κουγιού στην, απέναντι από το Αϊβαλί, βόρεια ακτή του κόλπου του Αδραμυτιού. [Αξίζει να σημειωθεί ότι το Κιουτσούκ Kουγιού είναι η ακτή από την οποία γίνεται τα τελευταία χρόνια η προώθηση τω μεταναστών προς την Μυτιλήνη]. Ο πατέρας του έμεινε εκεί δύο και μισό μήνες, από τον Δεκέμβριο του 1909 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1910. Έγραψε δεκαεπτά γράμματα προς το σπίτι του, τα περισσότερα με αιτήματα, παράπονα και γκρίνιες.
Από τον Μάιο του 1907 ώς τον Αύγουστο του 1909 δεν σώζονται γράμματα στην αλληλογραφία του Σωκράτη από το Αϊβαλί. Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε αν το κίνημα των Νεότουρκων (Ιούλιος 1908) πέρασε και πώς σ’ αυτήν, αν και σπανίως περιέχει αναφορές σε πολιτικά γεγονότα, ιδιαιτέρως όταν αυτά αφορούν την οθωμανική αυτοκρατορία. Αλλά από το 1909 σώζονται δεκαπέντε γράμματα…
Ήταν ένας πολύτιμος φίλος και μόνιμος συνεργάτης του Books’ Journal. Ο Πέτρος Στ. Μακρής Στάικος, συγγραφέας μεταξύ άλλων του βιβλίου Κίτσος Μαλτέζος: Ο αγαπημένος των θεών, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι όπου κατοικούσε. Ήταν 72 χρόνων και η συμβολή του στην απομυθοποίηση του ηρωικού αφηγήματος της Αριστεράς για τον εμφύλιο ήταν σημαντική.
Αρχές του φθινοπώρου του 1906 πεθαίνει από λοιμώδες νόσημα (μάλλον από φυματίωση) η αδελφή του Σωκράτη, Δέσποινα. Ώς τον Μάιο του 1907 δεν υπάρχουν γράμματα. Το γεγονός διασώζεται σε ένα αφήγημα που έγραψε ο Σωκράτης και το οποίο συνόδευε τα δύο γράμματά του, ένα προς τη Μαριάνθη, και ένα με ευχές για το Πάσχα προς την οικογένεια, Τα επιστολόχαρτα και οι φάκελοι, εννέα μήνες μετά, φέρουν σε ένδειξη πένθους μαύρη μπορντούρα. Είναι και τα μόνα που διασώζονται το έτος 1907.
Μετά από το επεισόδιο της φωτιάς της Ελληνικής Εμπορικής Σχολής Χάλκης τον Ιανουάριο του 1905, η αλληλογραφία του Σωκράτη από το Αϊβαλί ασχολείται στην αρχή με εύρεση εργασίας της Μαριάνθης και ακολούθως μέχρι το τέλος του 1906 με την εγκατάστασή της ως οικοδιδασκάλου στην ελληνική οικογένεια του Μ. Ρίζου στο Αλεξαντρόφσκ της Ρωσίας επί του ποταμού Δνείπερου (σήμερα Ουκρανία, πόλη Ζαπορίζια).