Σύνδεση συνδρομητών

Πριν ανοίξει το βιβλίο

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2026 00:48
C. Herscovici, Brussels / Artists Rights Society (ARS), New York
René Magritte, The False Mirror, 1929. Λάδι σε καμβά, 54 x 80.9 εκ.
C. Herscovici, Brussels / Artists Rights Society (ARS), New York

Ποιος αποφασίζει ποια έργα θα αποκτήσουν κύρος, αναγνώστες και μνήμη;

Η αιφνιδιαστική λογοτεχνική διαμάχη για τη χρήση της ντοπιολαλιάς από τους συγγραφείς στο έργο τους, κάνει επιτακτική την ανάγκη να συζητήσουμε, σοβαρά, πολλά πράγματα που αφορούν το βιβλίο, την αγορά του, τον κόσμο του, την πρόσβαση στους αναγνώστες, τα αναγνωστικά γούστα και τις μόδες. Για ό,τι φαίνεται και για ό,τι δεν φαίνεται [ΤΒJ]

1. Η κατάκτηση του αυτονόητου

Η λογοτεχνία θα όφειλε να είναι ο χώρος όπου κάθε βιβλίο δοκιμάζεται μόνο απέναντι στον αναγνώστη του. Ωστόσο, πολύ πριν ανοίξει η πρώτη σελίδα, έχει συχνά προηγηθεί μια άλλη αξιολόγηση: ποιος είναι ο συγγραφέας, σε ποιον χώρο ανήκει, ποιες ιδέες εκπροσωπεί, ποιες συγγένειες, διαδρομές και δημόσιες τοποθετήσεις τον συνοδεύουν. Μόνο τότε έρχεται η σειρά του ίδιου του βιβλίου.

Οι μεγάλες πολιτιστικές μεταβολές σπάνια γίνονται αντιληπτές την ώρα που συντελούνται. Διαμορφώνονται μέσα από μικρές επιλογές που επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες, ώσπου παύουν να εκλαμβάνονται ως επιλογές και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου.

Εκεί ακριβώς αρχίζει κάθε πολιτιστική ηγεμονία. Τα κριτήρια της αναγνώρισης μεταβάλλονται σχεδόν ανεπαίσθητα, ώσπου μια ολόκληρη κοινότητα αρχίζει να αντιμετωπίζει ως φυσικό εκείνο που αρχικά αποτελούσε μία μόνο εκδοχή του κόσμου. Η διαφορετική γνώμη εξακολουθεί να ακούγεται· σπανίως όμως αποκτά το ίδιο κύρος, την ίδια προβολή ή την ίδια επιρροή.

Στον ελληνικό χώρο του βιβλίου, η μεταπολιτευτική περίοδος υπήρξε το προνομιακό πεδίο αυτής της μεταβολής. Η διάκριση ανάμεσα στον «προοδευτικό» και τον «αντιδραστικό» ξεπέρασε βαθμιαία τα όρια της πολιτικής τοποθέτησης και άρχισε να επηρεάζει την απονομή του πολιτιστικού κύρους. Η ιδεολογική ταυτότητα βάρυνε πλέον τόσο στην πρόσληψη των ιδεών ενός συγγραφέα όσο και στη θέση που του επιφυλασσόταν μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο. Συχνά λειτουργούσε ως τεκμήριο ευαισθησίας και πνευματικής αξιοπιστίας, σχεδόν ως προκαταβολή αισθητικής αξίας.

Η μεταβολή αυτή έγινε ορατή και στις θεματικές προτεραιότητες της λογοτεχνίας. Ορισμένα ιστορικά και κοινωνικά βιώματα αντιμετωπίζονταν σχεδόν αυτονόητα ως προνομιακά πεδία λογοτεχνικής σοβαρότητας. Άλλα παρέμεναν συχνότερα στις παρυφές της προσοχής και δυσκολεύονταν να αποκτήσουν την ίδια πολιτιστική νομιμοποίηση. Έτσι, η επιλογή του θέματος άρχισε να λειτουργεί και ως επιλογή πολιτιστικής ταυτότητας.

 

2. Το οικοσύστημα της αναγνώρισης

Κάθε βιβλίο ακολουθεί δύο παράλληλες διαδρομές. Η πρώτη οδηγεί από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Η δεύτερη περνά από εκδότες, κριτικούς, πανεπιστημιακούς, επιτροπές βραβείων, λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλιοθήκες, φεστιβάλ και κάθε θεσμό που συμμετέχει στη δημόσια ζωή του βιβλίου. Εκεί διαμορφώνεται η δημόσια παρουσία του έργου: ο τρόπος με τον οποίο διαβάζεται, συζητείται και τελικά καταλαμβάνει τη θέση του μέσα στον λογοτεχνικό κόσμο.

Οι μεσολαβήσεις αυτές είναι απαραίτητες για τη ζωή του βιβλίου. Όταν όμως οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιες αναφορές και οι ίδιες ιδεολογικές ευαισθησίες επανεμφανίζονται στους περισσότερους από αυτούς τους χώρους, το οικοσύστημα αποκτά αξιοσημείωτη ομοιογένεια. Η αναγνώριση κυκλοφορεί μέσα στους ίδιους κύκλους, οι αισθητικές αντιλήψεις επιβεβαιώνονται αμοιβαία και οι πολιτιστικές προτεραιότητες αρχίζουν να εμφανίζονται ως αυτονόητα κριτήρια αξιολόγησης.

Σιγά σιγά δημιουργείται ένα δίκτυο αμοιβαίας νομιμοποίησης. Ο εκδότης επικαλείται την κρίση του κριτικού, ο κριτικός αντλεί κύρος από τον πανεπιστημιακό, ο πανεπιστημιακός συμμετέχει στις επιτροπές των βραβείων, οι επιτροπές απονέμουν την αναγνώριση στον συγγραφέα και ο συγγραφέας ενισχύει με τη σειρά του το πολιτιστικό περιβάλλον που τον ανέδειξε. Καμία συνεννόηση δεν είναι αναγκαία. Αρκεί η σταθερή αναπαραγωγή των ίδιων κριτηρίων.

Η κριτική βιβλίου αποκτά τότε και μια δεύτερη λειτουργία. Εξετάζει τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική δύναμη του έργου, ενώ συγχρόνως επιβεβαιώνει πρόσωπα, κοινές αναφορές και πολιτιστικές συγγένειες. Η αισθητική αξιολόγηση συνυπάρχει έτσι με ένα παράλληλο σύστημα αναγνώρισης, μέσα στο οποίο η ιδεολογική οικειότητα, οι προσωπικές διαδρομές και η θέση στο πολιτιστικό οικοσύστημα αποκτούν τη δική τους βαρύτητα.

Η άνιση κατανομή της προσοχής αφορά τόσο τους συγγραφείς όσο και τα ίδια τα θέματα. Η προδιάθεση αυτή σπάνια παίρνει τη μορφή ρητού αποκλεισμού· λειτουργεί πολύ συχνότερα ως πολιτιστική οικειότητα. Ορισμένες αφηγήσεις εισέρχονται στον δημόσιο διάλογο με τη σιωπηρή εύνοια ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού κλίματος. Άλλες κινούνται έξω από τις κυρίαρχες ευαισθησίες της εποχής, κουβαλούν εξαρχής το βάρος της επιφύλαξης και καλούνται να αποδείξουν τη σοβαρότητα και τη λογοτεχνική τους αξία.

Κάθε κυρίαρχο πολιτιστικό κλίμα διαμορφώνει και τον δικό του λογοτεχνικό κανόνα. Καθώς αναδεικνύονται ορισμένοι συγγραφείς, αποκτούν μαζί τους κύρος οι αφηγηματικοί κόσμοι, οι ήρωες και οι αναγνώσεις της ιστορίας που ενσαρκώνουν. Μερικές αφηγήσεις συναντούν από την πρώτη στιγμή ένα έτοιμο λεξιλόγιο αποδοχής, μια ήδη διαμορφωμένη ηθική και αισθητική γλώσσα που τις υποδέχεται ως αναμενόμενες και αναγκαίες. Άλλες, όσο απαιτητικές ή πρωτότυπες κι αν είναι, ξεκινούν τη διαδρομή τους χωρίς αυτό το πολιτιστικό απόθεμα εμπιστοσύνης.

Η διαδικασία σπανίως γίνεται αντιληπτή από όσους συμμετέχουν σε αυτήν. Κάθε επιμέρους επιλογή μοιάζει εύλογη και κάθε κρίση απολύτως δικαιολογημένη. Το φαινόμενο αποκαλύπτεται μόνο όταν παρατηρήσει κανείς το σύνολο. Τότε γίνεται ορατό ότι στην κατανομή της αναγνώρισης βαρύνουν, μαζί με τη λογοτεχνική ποιότητα των έργων, και οι κυρίαρχες αντιλήψεις για τα θέματα που αξίζει να βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτιστικής ζωής.

 

3. Οι αντισυστημικοί του συστήματος

Κάθε πολιτιστική τάξη αποκτά κάποτε και τους δικούς της αντιρρησίες. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παράδοξα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας είναι ότι, τουλάχιστον στο χώρο του βιβλίου, ανάμεσα στους επιδραστικότερους επικριτές του συστήματος βρέθηκαν συχνά άνθρωποι ήδη εγκατεστημένοι στις προνομιακότερες θέσεις του. Δεν βρίσκονταν στις παρυφές του· αποτελούσαν το κέντρο του.

Ο βραβευμένος συγγραφέας μιλούσε για αποκλεισμούς από το βήμα μιας ακόμη βράβευσης. Ο άνθρωπος που είχε ήδη αποκτήσει κεντρική θέση στη δημόσια συζήτηση εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο της περιθωριοποίησης. Και το ακροατήριο, έχοντας συνηθίσει αυτή τη μικρή θεατρική σύμβαση, άκουγε τις διαμαρτυρίες χωρίς να προσέχει το σκηνικό μέσα στο οποίο εκφωνούνταν.

Το φαινόμενο υπερβαίνει την προσωπική υποκρισία και αποκαλύπτει έναν βαθύτερο μηχανισμό κάθε εδραιωμένης πολιτιστικής ηγεμονίας. Όταν μια πολιτιστική τάξη κυριαρχήσει, δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως κατεστημένο. Συνεχίζει να αυτοπεριγράφεται με το λεξιλόγιο της αντίστασης, ακόμη και όταν βρίσκεται στο κέντρο των μηχανισμών της αναγνώρισης. Έτσι γεννιέται ένας ιδιότυπος αντισυστημισμός χωρίς πραγματικό αντίπαλο· ένας αντισυστημισμός που ασκείται από ανθρώπους οι οποίοι επιλέγουν, αξιολογούν, βραβεύουν, χρηματοδοτούν και νομιμοποιούν το ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον μέσα στο οποίο πρωταγωνιστούν.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία κάθε κυρίαρχου πολιτιστικού οικοσυστήματος. Κατορθώνει να εμφανίζεται συγχρόνως ως εξουσία και ως αδιάκοπος επικριτής της. Όσο διατηρεί αυτή τη διπλή ιδιότητα, το ηθικό του κύρος παραμένει σχεδόν ανέπαφο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε διαφωνία με το κυρίαρχο πολιτιστικό αφήγημα μπορεί να παρουσιάζεται όχι ως διαφορετική ερμηνεία, αλλά ως ηθική υστέρηση απέναντι σε μια ευαισθησία που έχει ήδη αποκτήσει το κύρος του αυτονόητου.

 

4. Η οικονομία της ηθικής υπεροχής

Η ηθική νομιμοποίηση ενός πολιτιστικού περιβάλλοντος μεταφέρεται αναπόφευκτα και στα πρόσωπα που το εκπροσωπούν. Στη διαμόρφωση της αναγνώρισης ενός συγγραφέα συνυπολογίζονται περισσότερα από τα βιβλία του. Στη δημόσια ζωή της λογοτεχνίας δρουν και άλλοι, λιγότερο ορατοί παράγοντες. Ανάμεσά τους έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα η ηθική φυσιογνωμία του δημιουργού.

Η λογοτεχνική ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί το θεμελιώδες κριτήριο. Παράλληλα, ο συγγραφέας καλείται, σιωπηλά αλλά διαρκώς, να εκπέμπει το κατάλληλο ηθικό σήμα. Οι παρεμβάσεις, οι ευαισθησίες, οι πρωτοβουλίες, ακόμη και οι αποσιωπήσεις του συνθέτουν μια δεύτερη αφήγηση, η οποία συνοδεύει το έργο και επηρεάζει την πρόσληψή του πριν ακόμη ανοίξει η πρώτη σελίδα.

Η εξέλιξη αυτή ούτε στηρίζεται σε κάποιον άγραφο κανονισμό ούτε προϋποθέτει οργανωμένη απαίτηση. Η δημόσια τοποθέτηση παραμένει προσωπική επιλογή. Όταν όμως συμπίπτει με τις κυρίαρχες ευαισθησίες της πολιτιστικής κοινότητας, προσφέρει στον δημιουργό ένα πρόσθετο απόθεμα αξιοπιστίας. Οι προθέσεις του θεωρούνται ευκολότερα αγαθές και το έργο του εντάσσεται με λιγότερες αντιστάσεις σε ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο αποδοχής.

Η ηθική στάση αποκτά έτσι και μια δεύτερη λειτουργία: μετατρέπεται σε πολιτιστικό κεφάλαιο. Συνοδεύει τη λογοτεχνική αξία και επηρεάζει τους όρους μέσα στους οποίους αυτή αναγνωρίζεται. Η ποιότητα του έργου παραμένει καθοριστική, όμως η δημόσια φυσιογνωμία του δημιουργού μπορεί να διευκολύνει την υποδοχή του και να ενισχύσει το κύρος του. Η δημόσια τοποθέτηση λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερο εξώφυλλο του βιβλίου. Προηγείται της ανάγνωσης, προδιαθέτει την υποδοχή του έργου και επηρεάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ερμηνευθεί.

Οι πολιτικές και κοινωνικές ευαισθησίες αποτελούν φυσικό μέρος της παρουσίας ενός δημιουργού στον δημόσιο χώρο. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν μετατρέπονται, έστω αθέατα, σε στοιχείο πολιτιστικής αξιολόγησης. Τότε οι παρεμβάσεις λειτουργούν και ως διαπιστευτήριο. Όποιος διαθέτει το κατάλληλο ηθικό λεξιλόγιο εκλαμβάνεται ευκολότερα ως άνθρωπος καλών προθέσεων, αξιόπιστος συνομιλητής και δημιουργός που θεωρείται ότι βρίσκεται αυτονόητα στη σωστή πλευρά των πραγμάτων.

Η αποδοχή αυτή αφήνει τυπικά ανέπαφη την αισθητική κρίση, την περιβάλλει όμως με μια ευνοϊκή προδιάθεση που προηγείται συχνά της ανάγνωσης. Το έργο φέρει πλέον ένα πρόσθετο συμβολικό φορτίο, αντλημένο από τη δημόσια εικόνα του συγγραφέα. Όσο ισχυρότερο γίνεται αυτό το φορτίο, τόσο δυσκολότερα διακρίνεται το σημείο όπου τελειώνει η αισθητική αξιολόγηση και αρχίζει η ηθική επιβεβαίωση.

Η ίδια ιεράρχηση επηρεάζει τελικά και την κατανομή της δημόσιας προσοχής. Καθορίζει ποια γεγονότα θεωρούνται αυτονόητα άξια παρέμβασης και ποια μπορούν να περάσουν σχεδόν αθόρυβα. Από την ηθική εικόνα του δημιουργού οδηγούμαστε έτσι στη σημασία όσων μια πολιτιστική κοινότητα επιλέγει να υπερασπιστεί και όσων αφήνει στη σιωπή.

 

5. Η δημόσια σιωπή

Η δημόσια σιωπή εκλαμβάνεται συνήθως ως ουδέτερη. Συχνά, ωστόσο, λειτουργεί ως μορφή ιεράρχησης. Ακολουθεί τις προτεραιότητες, τις ευαισθησίες και, τελικά, την ηθική γεωγραφία μιας πολιτιστικής κοινότητας.

Οι κοινωνίες αποκαλύπτουν τον εαυτό τους μέσα από όσα επιλέγουν να υπερασπιστούν. Τον αποκαλύπτουν όμως, ίσως ακόμη περισσότερο, μέσα από όσα αφήνουν να περάσουν χωρίς να αισθανθούν την ανάγκη δημόσιας τοποθέτησης. Ορισμένα γεγονότα κινητοποιούν σχεδόν αυτονόητα ανακοινώσεις, συλλογικά κείμενα, παρεμβάσεις και εκκλήσεις. Άλλα, όσο σοβαρά κι αν είναι, μοιάζουν ανίκανα να διαταράξουν την ηθική ηρεμία του ίδιου χώρου.

Κάθε άνθρωπος και κάθε κοινότητα ιεραρχούν αναπόφευκτα τα γεγονότα. Η επιμέρους επιλογή έχει περιορισμένη σημασία. Το ενδιαφέρον αρχίζει όταν η ίδια ιεράρχηση επαναλαμβάνεται με τέτοια κανονικότητα, ώστε να αποκαλύπτει έναν σταθερό τρόπο θέασης του κόσμου. Η σιωπή αποκτά τότε ερμηνευτική αξία: γίνεται ένας τρόπος με τον οποίο μια πολιτιστική κοινότητα περιγράφει, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιεί, τις πραγματικές της προτεραιότητες.

Η σιωπή διαθέτει ένα προνόμιο που σπανίως έχει ο δημόσιος λόγος. Κάθε ανακοίνωση συνοδεύεται από επιχειρήματα, κάθε καταγγελία από μια εξήγηση, κάθε συλλογική παρέμβαση από μια επίκληση αρχών. Η σιωπή μένει έξω από αυτή την υποχρέωση. Περνά εύκολα απαρατήρητη, ακριβώς επειδή αποφεύγει τις ρητές διατυπώσεις. Κι όμως, πολλές φορές αποκαλύπτει περισσότερα από έναν μακροσκελή δημόσιο λόγο.

Καμία πολιτιστική κοινότητα δεν μπορεί να αντιδρά με την ίδια ένταση σε όλα όσα συμβαίνουν γύρω της. Η επιλογή είναι αναπόφευκτη· το κρίσιμο ζήτημα αφορά τα κριτήρια που την καθορίζουν. Πότε μια υπόθεση θεωρείται αυτονόητα άξια κινητοποίησης και πότε αντιμετωπίζεται ως γεγονός που μπορεί να περάσει χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό;

Όσο αυτές οι επιλογές παραμένουν περιστασιακές, η ερμηνευτική τους σημασία είναι περιορισμένη. Όταν όμως επαναλαμβάνονται με συνέπεια επί δεκαετίες παύουν να αποτελούν απλή συγκυρία και μετατρέπονται σε πολιτιστικό χαρακτηριστικό. Οι παρεμβάσεις σχηματίζουν τότε ένα σταθερό μοτίβο. Το ίδιο και οι σιωπές.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ιδιαίτερη σημασία τους. Φωτίζουν τα γεγονότα που κρίνονται ανεπαρκή για να διαταράξουν τις βεβαιότητες μιας πολιτιστικής κοινότητας. Γι’ αυτό αποτελούν συχνά ασφαλέστερο οδηγό για την κατανόησή της από τις πιο εύγλωττες διακηρύξεις της.

 

6. Η ομοφωνία ως κοινή λογική

Με την πάροδο του χρόνου, οι επαναλαμβανόμενες παρεμβάσεις, ευαισθησίες και σιωπές χάνουν το χαρακτήρα της επιλογής και αποκτούν το κύρος του αυτονόητου. Εκείνο που κάποτε αποτελούσε μια από τις πολλές δυνατές οπτικές γωνίες αρχίζει να εμφανίζεται ως η μόνη εύλογη στάση απέναντι στα πράγματα.

Η μεγαλύτερη νίκη κάθε πολιτιστικής ηγεμονίας είναι ότι απαλλάσσεται από την ανάγκη να απολογείται για τον εαυτό της. Όταν μια επιμέρους εκδοχή του κόσμου ταυτιστεί με τον ίδιο τον κόσμο, η ομοφωνία παύει να γίνεται αντιληπτή ως επιλογή. Οι κοινές παραδοχές σταθεροποιούνται τόσο, ώστε λησμονείται η ιστορική και ιδεολογική τους καταγωγή. Απομένουν ως φυσική τάξη των πραγμάτων.

Οι αξίες του κυρίαρχου πολιτιστικού κλίματος εμφανίζονται τότε ως αυτονόητες, οι προτιμήσεις του ως φυσικές και οι αισθητικές ή ηθικές επιλογές του ως ουδέτερα κριτήρια. Κάθε διαφορετική προσέγγιση βρίσκεται σχεδόν υποχρεωμένη να δικαιολογήσει τη θέση της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν αυτή τη διαδικασία ως υπεράσπιση της λογικής, της ευαισθησίας, της δημοκρατίας ή του ανθρωπισμού. Οι έννοιες αυτές διαθέτουν ασφαλώς καθολική αξία. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μία μόνο ερμηνεία τους αποκτά το κύρος της μοναδικής εύλογης εκδοχής και οι υπόλοιπες αντιμετωπίζονται ως ηθικά ή πνευματικά ύποπτες.

Ο βασικός ορίζοντας της συναίνεσης προϋπάρχει πλέον κάθε επιμέρους αντιπαράθεσης. Ο νέος συγγραφέας, ο νέος κριτικός ή ο νέος πανεπιστημιακός εισέρχεται σε ένα χώρο όπου οι θεμελιώδεις βεβαιότητες έχουν παγιωθεί. Τις μαθαίνει όπως μαθαίνει κανείς μια γλώσσα: μέσα από τη συνεχή χρήση της. Πολύ πριν συγκροτήσει τη δική του κρίση, έχει αποκτήσει το λεξιλόγιο με το οποίο θα την εκφράσει.

Όταν εδραιωθεί, η ομοφωνία δεν εξαλείφει τη διαφωνία· οριοθετεί το πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να εκδηλωθεί. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται, αλλά εκτυλίσσονται συνήθως μέσα στο ίδιο σύστημα παραδοχών. Η αμφισβήτηση περιορίζεται σε επιμέρους κρίσεις, ενώ οι θεμελιώδεις βεβαιότητες παραμένουν σχεδόν ανέγγιχτες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διαφωνία συναντά συχνά όχι μόνο αντίρρηση αλλά και απορία. Αντιμετωπίζεται περισσότερο ως παρέκκλιση από έναν καθιερωμένο ηθικό και πολιτιστικό ορίζοντα παρά ως διαφορετική κρίση. Οι όροι του διαλόγου έχουν καθοριστεί πολύ πριν αρχίσει ο ίδιος.

Αυτό εξηγεί γιατί πολλές δημόσιες αντιπαραθέσεις μοιάζουν να έχουν ολοκληρωθεί πριν ακόμη εκδηλωθούν. Τα επιχειρήματα διατυπώνονται, όμως οι προϋποθέσεις της αξιολόγησής τους έχουν ήδη τεθεί. Ορισμένες θέσεις εισέρχονται με το πλεονέκτημα της αδιαμφισβήτητης σοβαρότητας. Άλλες καλούνται, πριν ακόμη ακουστούν, να δικαιολογήσουν το ίδιο το δικαίωμά τους να συμμετάσχουν.

Ίσως αυτή να είναι η λεπτότερη μορφή πολιτιστικής επιρροής. Αντί να υπαγορεύει τι πρέπει να σκεφτούν οι άνθρωποι, ορίζει το σημείο από το οποίο αρχίζουν να σκέφτονται. Όταν ακόμη και η αφετηρία θεωρηθεί φυσική, η ισχύς παύει να γίνεται αντιληπτή ως ισχύς. Βιώνεται απλώς ως κοινή λογική.

 

7. Η ηθική ως αισθητικό κριτήριο

Η κοινή αυτή λογική εισχωρεί τελικά και στην αισθητική κρίση. Όσα έχουν αποκτήσει το κύρος του ηθικά αυτονόητου επηρεάζουν σταδιακά και την αξιολόγηση του ίδιου του έργου. Η αισθητική κρίση θεωρείται η πλέον αυτόνομη μορφή κρίσης, προσηλωμένη στη γλώσσα, στη δομή, στο ύφος, στην πρωτοτυπία και στην αφηγηματική δύναμη. Η ιστορία της λογοτεχνίας δείχνει, ωστόσο, ότι διαμορφώνεται πάντοτε μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτιστικό περιβάλλον. Κάθε κοινωνία διαμορφώνει, μαζί με τα λογοτεχνικά της πρότυπα, και μια αντίληψη για το έργο που θεωρεί πνευματικά γενναίο, κοινωνικά αναγκαίο ή ηθικά σημαντικό.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην αλληλεπίδραση ηθικής και αισθητικής. Η ηθική αποδοχή ενός έργου δημιουργεί ευνοϊκή προδιάθεση απέναντι στην αισθητική του αξία, ενώ η λογοτεχνική επιτυχία προσδίδει με τη σειρά της κύρος στις ιδέες και στις ευαισθησίες που το συνοδεύουν. Οι δύο μορφές αναγνώρισης αρχίζουν έτσι να ενισχύουν η μία την άλλη.

Ορισμένα βιβλία καλούνται συγχρόνως να αναγνωριστούν ως επιτυχημένα λογοτεχνικά έργα και να ανταποκριθούν στις κυρίαρχες πολιτιστικές ευαισθησίες της εποχής τους. Η ποιότητα εξακολουθεί να αποτελεί προϋπόθεση της αναγνώρισης, συνοδεύεται όμως από έναν ηθικό ορίζοντα που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο το έργο διαβάζεται, συζητείται και τελικά αξιολογείται.

Αυτό εξηγεί γιατί δύο βιβλία αντίστοιχης λογοτεχνικής δύναμης μπορούν να ακολουθήσουν διαφορετική δημόσια διαδρομή. Η υποδοχή τους εξαρτάται από τη γλώσσα, τη σύνθεση και την αφηγηματική τους αρτιότητα. Βαρύνει όμως και η ευκολία με την οποία εντάσσονται στο κυρίαρχο πολιτιστικό λεξιλόγιο. Η αισθητική κρίση διαμορφώνεται πάντοτε μέσα στην Ιστορία.

Κάθε συγγραφέας αντιλαμβάνεται, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε διαισθητικά, ποιες αφηγήσεις συναντούν ευκολότερα την αποδοχή, ποια θέματα αναγνωρίζονται ως σημαντικά και ποιοι τρόποι γραφής θεωρούνται ώριμοι, υπεύθυνοι ή σύγχρονοι. Συνήθως δεν πρόκειται για υπολογισμό, αλλά για μια αργή εσωτερίκευση του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Οι προσδοκίες του ενσωματώνονται στον τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός βλέπει τον κόσμο και, τελικά, στον τρόπο με τον οποίο γράφει.

Η αισθητική αξιολόγηση αρχίζει έτσι να λειτουργεί και ως μέτρο πολιτιστικής οικειότητας. Ορισμένα έργα αναγνωρίζονται ευκολότερα επειδή συνομιλούν με ένα εδραιωμένο σύστημα αξιών και ευαισθησιών. Άλλα, ακόμη και όταν διαθέτουν ανάλογη λογοτεχνική δύναμη, χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αποκτήσουν την ίδια αναγνώριση, επειδή κινούνται έξω από τον κυρίαρχο ορίζοντα προσδοκιών.

Η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από το ποια βιβλία θεωρούνται καλά στο τι σημαίνει, σε κάθε ιστορική περίοδο, ένα καλό βιβλίο. Αφηγηματικοί κόσμοι, τύποι ηρώων, αναγνώσεις της Ιστορίας και μορφές κοινωνικής ευαισθησίας συνδέονται σταδιακά με την ίδια την έννοια της λογοτεχνικής ποιότητας. Κάθε γενιά κληροδοτεί έτσι στην επόμενη τα βιβλία που ανέδειξε και τα κριτήρια με τα οποία τα αξιολόγησε.

Η αισθητική κρίση παραμένει αισθητική κρίση. Συγχρόνως, όμως, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ενός ήδη διαμορφωμένου πολιτιστικού ορίζοντα. Γι’ αυτό οι λογοτεχνικοί κανόνες μεταβάλλονται με την εμφάνιση σπουδαίων συγγραφέων και με τις αλλαγές στην εικόνα που μια κοινωνία σχηματίζει για τον εαυτό της. Τότε αλλάζουν αθόρυβα τα βιβλία που γράφονται και εκείνα που θεωρούνται αυτονόητα σημαντικά. Μαζί τους μετακινείται και η ίδια η λογοτεχνική μνήμη.

 

8. Η κριτική που δεν γράφτηκε ποτέ

Η ιστορία της λογοτεχνίας διατηρεί πάντοτε ένα αόρατο κεφάλαιο: εκείνο που δεν θα γραφτεί ποτέ.

Θα μείνει για πάντα άγνωστο ποια έργα θα είχαν ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή αν είχαν συναντήσει την κατάλληλη στιγμή την προσοχή που τους αναλογούσε. Κάθε λογοτεχνικός κανόνας διαμορφώνεται τόσο από τα βιβλία που αναγνωρίστηκαν όσο και από εκείνα τα οποία το ενδιαφέρον των συγχρόνων τους τα προσπέρασε.

Κάθε εποχή φωτίζει διαφορετικά τη βιβλιοθήκη που παραλαμβάνει. Ορισμένα βιβλία έρχονται στο προσκήνιο, άλλα υποχωρούν σχεδόν ανεπαίσθητα στη σκιά. Τα ίδια παραμένουν στη θέση τους· αλλάζουν τα ερωτήματα, οι εμπειρίες και οι ευαισθησίες με τις οποίες τα πλησιάζει κάθε γενιά. Έτσι μετακινούνται αθόρυβα το κέντρο και οι παρυφές της λογοτεχνικής μνήμης. Ο χρόνος θυμάται μόνο ένα μέρος από όσα του παραδόθηκαν. Ανάμεσα σε όσα χάθηκαν βρίσκονται και οι κρίσεις που δεν διατυπώθηκαν ποτέ.

Πολλά βιβλία επέζησαν μιας εχθρικής υποδοχής. Άλλα γνώρισαν τον ενθουσιασμό της εποχής τους και αργότερα ξεχάστηκαν. Για ορισμένα, όμως, η σιωπή υπήρξε η μοναδική κριτική.

Κάθε αναγνώστης κληρονομεί μια ήδη ταξινομημένη βιβλιοθήκη. Μαζί με τα βιβλία που του έχουν υποδειχθεί ως σημαντικά, παραλαμβάνει και μια πρώτη εικόνα της λογοτεχνίας, πολύ πριν διαμορφώσει τη δική του κρίση.

Η εικόνα αυτή μοιάζει τόσο αυτονόητη ώστε σπάνια γίνεται αντικείμενο σκέψης. Μαζί με τη λογοτεχνία, κάθε γενιά κληρονομεί και την ιεράρχηση που τη συνοδεύει. Οι μεγάλες λογοτεχνικές ανακαλύψεις αρχίζουν συχνά τη στιγμή που κάποιος αποφασίζει να κοιτάξει πέρα από αυτή την κληρονομημένη τάξη των πραγμάτων.

Ο λογοτεχνικός κανόνας αποτελεί ταυτόχρονα πράξη μνήμης και πράξη λήθης. Κάθε βιβλιοθήκη συγκροτείται από τα βιβλία που διασώθηκαν στα ράφια της και από εκείνα που έχασαν την ευκαιρία να δοκιμαστούν πραγματικά μέσα στο χρόνο. Αναζητούμε μόνο όσα έχουμε μάθει ότι υπάρχουν. Η λήθη καθιστά αόρατη την ίδια την απώλεια.

Ίσως γι’ αυτό κάθε μεγάλη ανάγνωση αρχίζει από μια μικρή πράξη δυσπιστίας απέναντι στον διαμορφωμένο κανόνα: από την περιέργεια να αναζητήσει όσα έμειναν έξω από το φως, να ξανανοίξει βιβλία που η εποχή τους προσπέρασε και να δοκιμάσει ξανά τη δύναμή τους. Η ιστορία της λογοτεχνίας γράφεται από όσα θυμόμαστε. Κάποτε όμως αλλάζει πορεία, επειδή κάποιος αποφασίζει να ανασύρει από τη λήθη όσα οι προηγούμενοι είχαν αφήσει να χαθούν.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.