Σύνδεση συνδρομητών

Ποιος σας έδωσε τη Σύρο;

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2026 02:04
Ατελιέ The Books' Journal
Ποιος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος μπορεί να επισκέπτεται ένα ελληνικό νησί;
Ατελιέ The Books' Journal

Όταν μια πολιτική άποψη διεκδικεί δικαιώματα κυριαρχίας

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός οικοδομήθηκε πάνω σε μια αρχή που η Ευρώπη χρειάστηκε αιώνες βίας, διωγμών και ποταμούς αίματος για να κατακτήσει: η ευθύνη είναι ατομική. Ο άνθρωπος κρίνεται για τις πράξεις του. Η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, το χρώμα του δέρματος, η κυβέρνηση της χώρας του και οι πράξεις του στρατού της χώρας του δεν συνιστούν τεκμήρια ενοχής. Η συλλογική ενοχή ανήκει στο σκοτεινότερο πολιτικό λεξιλόγιο της Ευρώπης. Κανένας άνθρωπος δεν κληρονομεί ενοχή. Το διαβατήριο δεν είναι ποινικό μητρώο. Κάθε παραβίαση αυτών των κατακτήσεων αποτελεί οπισθοδρόμηση προς ένα παρελθόν που η Ευρώπη γνώρισε στην πιο εφιαλτική του μορφή: εκεί όπου η καταγωγή ήταν κατηγορία, η ταυτότητα ενοχή και ο άνθρωπος έπαψε να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο. Πρόκειται για πολιτισμική άβυσσο.

Στη Σύρο αυτή ακριβώς η αρχή δοκιμάζεται εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο. Και το σοβαρότερο είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις της δεν συναντούν την αποφασιστικότητα που απαιτεί ένα κράτος δικαίου. Συναντούν φλύαρες καταδίκες, καθυστερημένες αντιδράσεις και μια οκνηρή γραφειοκρατία που μεταφέρει την ευθύνη από υπηρεσία σε υπηρεσία και από αρμόδιο σε αρμόδιο ώσπου τελικά η ίδια η ευθύνη να εξαφανιστεί. Οι διαδηλώσεις επαναλαμβάνονται, οι απαγορεύσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η αστυνομία κινητοποιείται εκ των υστέρων και το κράτος συμπεριφέρεται κάθε φορά σαν να αιφνιδιάζεται από ένα φαινόμενο που γνωρίζει εδώ και μήνες. Όταν μια τέτοια παρεμπόδιση επαναλαμβάνεται και η πολιτεία περιορίζεται να την παρακολουθεί, η αδράνεια παύει να είναι αδυναμία. Γίνεται πολιτική ευθύνη.

Στις 22 Ιουλίου 2025, το κρουαζιερόπλοιο Crown Iris, με περίπου 1.700 Ισραηλινούς επιβάτες, απέπλευσε από την Ερμούπολη χωρίς οι επιβάτες του να αποβιβαστούν. Διαδηλωτές είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι δηλώνοντας ότι θα παρέμεναν εκεί μέχρι την αναχώρηση του πλοίου. Η ΕΡΤ κατέγραψε ότι έγιναν προσπάθειες για την αποβίβαση, χωρίς αποτέλεσμα. Την επομένη ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτήρισε το περιστατικό «εξοργιστικό» και καταδίκασε τον αντισημιτισμό και τον φασισμό. Την ίδια ημέρα ο Άδωνις Γεωργιάδης χαρακτήρισε τα γεγονότα «ντροπιαστικά για την Ελλάδα» και δήλωσε ότι «οφείλουμε συγγνώμη» στους επιβάτες.

Το θέμα θα μπορούσε να έχει τελειώσει εκεί, ως ένα ατυχές επεισόδιο. Δεν τελείωσε όμως. Τον Ιούνιο του 2026 το ίδιο πλοίο επέστρεψε και η Σύρος βρέθηκε ξανά σε κατάσταση έκτακτης αστυνόμευσης: ΜΑΤ, περιορισμοί κυκλοφορίας, απαγορεύσεις και ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Αυτή τη φορά οι επιβάτες αποβιβάστηκαν και επισκέφθηκαν το νησί. Το ίδιο συνέβη και στις 7 Ιουλίου, με τους Ισραηλινούς τουρίστες να κατεβαίνουν κατά ομάδες υπό ισχυρή αστυνομική προστασία.

Άρα, ας είμαστε ακριβείς. Το ελληνικό κράτος δεν απουσίαζε. Είχε αστυνομικούς, ΜΑΤ, λιμενικούς, απαγορεύσεις, κιγκλιδώματα και επιχειρησιακά σχέδια. Απουσίαζε κάτι σημαντικότερο: η καθαρή πολιτική αρχή. Η δημόσια διαβεβαίωση, ειπωμένη εγκαίρως και χωρίς μισόλογα, ότι στην Ελληνική Δημοκρατία κανένα πλήθος, καμία συλλογικότητα, κανένα σωματείο και καμία τοπική συνέλευση δεν αποφασίζει ποια εθνικότητα επιτρέπεται να αποβιβαστεί σε ελληνικό λιμάνι.

Η διαμαρτυρία εναντίον της πολιτικής του Ισραήλ είναι απολύτως νόμιμη. Η καταγγελία του πολέμου στη Γάζα είναι απολύτως νόμιμη. Η υποστήριξη των Παλαιστινίων είναι απολύτως νόμιμη. Κάθε πολίτης μπορεί να θεωρεί την ισραηλινή κυβέρνηση εγκληματική, να ζητεί κυρώσεις, διακοπή διπλωματικών σχέσεων, εμπάργκο όπλων ή αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους. Μπορεί επίσης να υιοθετεί τις θέσεις του ΚΚΕ ή οποιουδήποτε άλλου κόμματος πάνω στο ζήτημα. Όσο ανεύθυνες, επικίνδυνες, ανιστόρητες ή ακόμη και επιζήμιες για τα εθνικά συμφέροντα της χώρας κι αν θεωρεί κανείς αυτές τις θέσεις, παραμένουν πολιτικές θέσεις. Και η δημοκρατία κρίνεται ακριβώς εκεί: στην ελευθερία να εκφράζονται ακόμη και απόψεις που θεωρούμε βαθιά λανθασμένες.

Το δικαίωμα όμως στην πολιτική άποψη σταματά εκεί όπου αρχίζει η συλλογική τιμωρία ανθρώπων για την εθνικότητά τους.

Στις 4 Ιουνίου 2026, η λεγόμενη Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου ζήτησε δημόσια να ακυρωθούν οι προγραμματισμένες αφίξεις του Crown Iris και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του. Η ανακοίνωσή της καταλήγει με μια φράση που αξίζει να διαβαστεί λέξη προς λέξη:

Γενοκτόνοι και εγκληματίες πολέμου, καθώς και οι υποστηρικτές τους, είναι ανεπιθύμητοι στο νησί μας.

Εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.

Ποια είναι η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου; Ποια θεσμική εξουσία διαθέτει; Από ποια εκλογή προέκυψε; Ποιος της παραχώρησε το δικαίωμα να μιλά εξ ονόματος μιας ολόκληρης κοινωνίας και, ακόμη περισσότερο, να αποφασίζει ποιοι άνθρωποι είναι επιθυμητοί και ποιοι ανεπιθύμητοι σε ένα ελληνικό νησί;

Η απάντηση είναι απλή: κανείς.

Μια ομάδα πολιτών έχει κάθε δικαίωμα να οργανώνεται, να διαδηλώνει, να καταγγέλλει, να συντάσσει ψηφίσματα, να χαρακτηρίζει την πολιτική μιας κυβέρνησης εγκληματική και να απαιτεί αλλαγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Εκεί εξαντλείται η δημοκρατική της νομιμοποίηση. Από τη στιγμή που περνά από το «καταγγέλλω» στο «κηρύσσω ανθρώπους ανεπιθύμητους», αλλάζει κατηγορία. Αυτοαναγορεύεται ταυτόχρονα σε δικαστήριο, υπουργείο Εξωτερικών, συνοριακή αρχή και τοπική κυβέρνηση.

Και με ποια εξουσία αποφαίνεται ότι οι άνθρωποι πάνω στο Crown Iris είναι «γενοκτόνοι» και «εγκληματίες πολέμου»;

Η γενοκτονία αποτελεί συγκεκριμένο έγκλημα του διεθνούς δικαίου. Η νομική ευθύνη γι’ αυτήν αποδίδεται μέσα από συγκεκριμένες δικαστικές διαδικασίες. Η υπόθεση Νότια Αφρική κατά Ισραήλ βρίσκεται ακόμη ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, χωρίς τελική απόφαση επί της ουσίας. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, από την άλλη, όταν κρίνει ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται πως έχουν διαπραχθεί διεθνή εγκλήματα, εκδίδει εντάλματα εναντίον συγκεκριμένων προσώπων. Δεν εκδίδει ένταλμα εναντίον ενός λαού.

Αυτή η διάκριση χωρίζει το κράτος δικαίου από τη λογική της συλλογικής ενοχής.

Ο εγκληματίας πολέμου έχει όνομα. Έχει πράξεις. Έχει κατηγορία. Έχει στοιχεία εις βάρος του. Έχει δικαίωμα υπεράσπισης. Η εθνικότητα από μόνη της δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο.

Η ανακοίνωση όμως προσθέτει κάτι ακόμη πιο αποκαλυπτικό: ανεπιθύμητοι είναι και «οι υποστηρικτές τους».

Εδώ πλέον καταρρέει και το τελευταίο πρόσχημα.

Ποιος είναι «υποστηρικτής»; Πώς αναγνωρίζεται; Ποιος εξετάζει τις πολιτικές του απόψεις; Πόση υποστήριξη απαιτείται για να κηρυχθεί κάποιος ανεπιθύμητος; Αρκεί να υποστηρίζει το δικαίωμα ύπαρξης του Ισραήλ; Αρκεί να θεωρεί τη Χαμάς τρομοκρατική οργάνωση; Αρκεί να πιστεύει ότι το Ισραήλ έχει δικαίωμα αυτοάμυνας; Αρκεί να διαφωνεί με την Αντιπολεμική Πρωτοβουλία Σύρου;

Το ερώτημα με αφορά προσωπικά.

Είμαι Έλληνας πολίτης. Έχω υπηρετήσει είκοσι τέσσερις μήνες τη στρατιωτική μου θητεία στη Σύρο. Έχω διατυπώσει δημόσια συγκεκριμένες θέσεις για το Ισραήλ και αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη γι’ αυτές. Με τη λογική λοιπόν της ανακοίνωσης ανήκω στους «υποστηρικτές». Είμαι κι εγώ ανεπιθύμητος στη Σύρο;

Ποιος ακριβώς θα μου το ανακοινώσει;

Η Αντιπολεμική Πρωτοβουλία;

Με ποιο δικαίωμα;

Θα χρειαστώ άδεια για να αποβιβαστώ στην Ερμούπολη; Θα εξετάσει κάποια επιτροπή τις πολιτικές μου πεποιθήσεις; Θα υπάρχει στην είσοδο του λιμανιού κατάλογος επιτρεπόμενων απόψεων; Και ποιος θα τον συντάσσει; Η γελοιότητα αυτών των ερωτημάτων αποκαλύπτει τη σοβαρότητα του προβλήματος. Γιατί κάθε αυταρχική λογική γίνεται γελοία όταν την ακολουθήσεις μέχρι το τέλος της.

Η Σύρος αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Δημοκρατίας και διοικείται σύμφωνα με τους νόμους της. Η είσοδος και η παραμονή αλλοδαπών ρυθμίζονται από το ελληνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Οι Ισραηλινοί πολίτες περιλαμβάνονται μάλιστα στους υπηκόους τρίτων χωρών που απαλλάσσονται από την υποχρέωση θεώρησης για βραχεία παραμονή στον χώρο Σένγκεν. Μια τοπική συλλογικότητα μπορεί να επιθυμεί την αλλαγή αυτού του καθεστώτος. Δεν μπορεί να το αντικαθιστά με δικό της.

Ούτε μπορεί να ισχυριστεί ότι εκπροσωπεί τη Σύρο. Όταν 172 πολίτες ζήτησαν επισήμως από το Δημοτικό Συμβούλιο να κηρυχθεί το Crown Iris ανεπιθύμητο και να αφαιρεθεί η Σύρος από τους προορισμούς του, το εκλεγμένο Δημοτικό Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα. Αυτή είναι η μόνη δημοκρατικά μετρήσιμη απάντηση που διαθέτουμε μέχρι σήμερα.

Οι 172 πολίτες δικαιούνται τη γνώμη τους. Οι υπόλοιποι Συριανοί δικαιούνται επίσης τη δική τους. Κανείς όμως δεν κληρονόμησε τη Σύρο ώστε να αποφασίζει ποιον θα δεχθεί και ποιον θα διώξει από αυτήν.

Κάπου εδώ λοιπόν η αντιπολεμική διαμαρτυρία εγκαταλείπει τον φυσικό της χώρο και εμφανίζεται μια πολύ πιο επικίνδυνη αξίωση: μια ομάδα πολιτών χωρίς θεσμική εντολή διεκδικεί το δικαίωμα να απονέμει διεθνή δικαιοσύνη, να αποδίδει συλλογική ενοχή, να ελέγχει πολιτικές πεποιθήσεις και να ασκεί εξωτερική πολιτική στο όνομα μιας κοινωνίας που ουδέποτε της έδωσε αυτή την εντολή.

Και επειδή οι αντιπολεμικές συλλογικότητες χρησιμοποιούν συχνά με αξιοθαύμαστη ευκολία τις λέξεις «φασισμός», «ναζισμός» και «ολοκληρωτισμός», αξίζει αυτή τη φορά να κοιτάξουν προσεκτικά το περιεχόμενο των ίδιων των λέξεων. Η συλλογική ενοχή, η καταδίκη ανθρώπων λόγω καταγωγής, η πολιτική πεποίθηση ως τεκμήριο ενοχής, η διάκριση των πολιτών σε αποδεκτούς και ανεπιθύμητους και η αξίωση μιας αυτοδιορισμένης πρωτοπορίας να αποφασίζει ποιος δικαιούται να βρίσκεται ανάμεσά μας αποτελούν αναγνωρίσιμα εργαλεία των ολοκληρωτισμών του εικοστού αιώνα. Ο ναζισμός τα εφάρμοσε πάνω στη φυλή και στην καταγωγή. Ο φασισμός πάνω στην απόλυτη υποταγή του προσώπου στην πολιτική κοινότητα και στο κράτος. Ο σταλινισμός πάνω στην κοινωνική προέλευση, στην ταξική ταυτότητα και στο πολιτικό φρόνημα. Διαφορετικές ιδεολογίες, διαφορετικά εγκλήματα, ένας κοινός μηχανισμός: πρώτα κατασκευάζεις την κατηγορία, ύστερα τοποθετείς μέσα της τον άνθρωπο και στο τέλος τον κρίνεις χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζεις τίποτε άλλο γι’ αυτόν.

Αυτό ακριβώς υποτίθεται ότι μάθαμε να φοβόμαστε.

Γι’ αυτό και το ζήτημα στη Σύρο ξεπερνά κατά πολύ μια διαδήλωση για τη Γάζα. Όταν ένας άνθρωπος μετατρέπεται σε «ανεπιθύμητο» λόγω του διαβατηρίου του ή επειδή κάποιος τρίτος αποφάσισε ποιες πολιτικές απόψεις τού αποδίδει, έχουμε ήδη περάσει από την πολιτική διαφωνία σε μια λογική που η δημοκρατική Ευρώπη γνώρισε, πλήρωσε και ορκίστηκε ότι θα αφήσει πίσω της. Στο τέλος, λοιπόν, απομένει μία μόνο ερώτηση. Και είναι βαρύτερη από όλα τα συνθήματα, τις καταγγελίες και τις αυτοανακηρύξεις περί «ανεπιθύμητων»:

Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μετατρέψετε την πολιτική σας θέση σε τοπική κυριαρχία;

Εδώ η απάντηση είναι δυσκολότερη απ’ όσο φαίνεται. Γιατί οδηγεί σε ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: στην ιδεολογική εξουσία που η Αριστερά κατόρθωσε επί δεκαετίες να ασκεί στον δημόσιο χώρο και στην ανοχή ενός αστικού κόσμου που, φοβούμενος μήπως κατηγορηθεί για αυταρχισμό, έμαθε να υποχωρεί ακόμη και απέναντι στην αυθαιρεσία. Κάποτε η ανοχή είναι αρετή της δημοκρατίας. Από ένα σημείο και πέρα γίνεται παραίτηση.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση. Και ίσως η σημαντικότερη.

 

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024). Μόλις κυκλοφόρησε το νέο του μυθιστόρημα, Η βιβλιοθήκη των ανήσυχων κόσμων.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.