Όταν η Χάννα Άρεντ παρακολούθησε τη δίκη του Άιχμαν το 1961, η προσδοκία της ότι ο Άιχμαν θα εμφανιζόταν ως ένα ηθικό τέρας επικού, σχεδόν ποιητικού, μεγέθους διαψεύστηκαν. Ως απάντηση, η Άρεντ επινόησε την έκφραση «κοινοτοπία του κακού»: το βαθύ κακό προέρχεται συχνά από απλούς ανθρώπους που ακολουθούν γραφειοκρατικά τους κανονισμούς χωρίς καμία δαιμονική βούληση. Ακόμα κι αν η Άρεντ είχε τυφλωθεί εν μέρει από την υπολογισμένη αυτοπαρουσίαση του Άιχμαν, αυτό το προφίλ του απερίσκεπτου δολοφόνου χαρτογιακά υφίστατο στο ναζιστικό κράτος και θα μπορούσε να απαντηθεί και σε άλλα.
Η αποκάλυψη των λεγόμενων Αρχείων Έπστιν (Epstein files) τις τελευταίες εβδομάδες μάς φέρνει αντιμέτωπους με κάτι διαφορετικό. Κάποιος θα μπορούσε να σκεφτεί ότι πρόκειται απλώς για πολιτικό σκάνδαλο, διαφθορά και έγκλημα. Αυτό το γνωρίζουμε και το έχουμε συνηθίσει. Όμως τα Αρχεία Έπστιν αποκαλύπτουν μια συγκεκριμένη μορφή κακού. Θα μπορούσε κανείς να το ονομάσει «απάθεια του κακού». Η απάθεια είναι μια αδιάφορη άνεση, μια ήρεμη αυτοπεποίθηση, μια ατάραχη κομψότητα. Με μια τέτοια αδιαφορία, μπορούμε να αναγνώσουμε μια βαθιά, ανατριχιαστική σκληρότητα στα Αρχεία Έπστιν. Πρόκειται για μια σπάνια ποιότητα του κακού.
Η παγκόσμια ελίτ ανέπτυξε ένα σύνθετο δίκτυο κωδικών λέξεων στα Αρχεία Έπστιν, το οποίο είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί από τρίτους. Επομένως, δεν είναι εύκολο να πούμε με ακρίβεια τι αφορούν τα Αρχεία Έπστιν. Τι είναι απλώς θεωρία συνωμοσίας, τι είναι λογική εικασία, τι είναι αναμφισβήτητο γεγονός δεν μπορεί ακόμη να προσδιοριστεί οριστικά, τουλάχιστον όχι με νομική βεβαιότητα.
Η απάθεια, με την οποία ο Έπστιν και οι φίλοι του αντιμετώπισαν τα εγκλήματά τους είναι εμφανής στη μορφή της επικοινωνίας τους. Τα ηλεκτρονικά μηνύματα που αντάλλαζαν είναι γεμάτα ορθογραφικά λάθη, πρόχειρη σύνταξη και αποσπασματικές σημειώσεις. Ο τόνος είναι κάπου ανάμεσα σε μια συνομιλία, ένα αστείο και μια οργανωτική άσκηση. Είναι σαν μια ομαδική συνομιλία στο WhatsApp μεταξύ παλιών φίλων που σχεδιάζουν έναν εορτασμό γενεθλίων. Ο Έπστιν και οι φίλοι του στόχευαν κυρίως ανήλικες και νεαρές γυναίκες. Αυτά τα μηνύματα για εμπορία ανθρώπων, βιασμό και βασανιστήρια πληκτρολογήθηκαν πρόχειρα, με το ένα χέρι, σε smartphones. Ένα από τα πιο ψυχρά μηνύματα του Έπστιν είναι: «πού είσαι; είσαι καλά; Μου άρεσε πολύ το βίντεο με τα βασανιστήρια» [sic]· στάλθηκε το 2009 σε έναν δράστη, το όνομα του οποίου έχει αποκρύψει το FBI.
Η ιστορία μάς μιλάει για «μεγαλόψυχες» (όπως θα έλεγε ο Νίτσε) επιδείξεις σκληρότητας: Σταυρώσεις, κάψιμο μαγισσών, το Κολοσσαίο, τα χωράφια με τα ανασκολοπισμένα πτώματα του Vlad Tepes, δίκες-παρωδίες ολοκληρωτικών καθεστώτων με εκτελέσεις. Αυτή η σκληρότητα είναι συμβολική, γεμάτη συναισθηματική υπερβολή, σχεδόν πομπώδης. Και εξυπηρετεί τουλάχιστον μια συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία: διασπείρει τον τρόμο – χρησιμοποιεί την τρομοκρατία για να ελέγξει την συμπεριφορά άλλων. Αντίθετα, οι φρικαλεότητες της παγκόσμιας ελίτ που καταγράφονται στα Αρχεία Έπστιν φαίνονται πρωτίστως ιδιωτικές, μη θεαματικές, άσκοπες, σχεδόν ακίνδυνα ηδονιστικές. Ο κόσμος βλέπει έναν κύκλο πάμπλουτων φίλων να γιορτάζουν τις πιο αποκρουστικές φρικαλεότητες. Τα Αρχεία Έπστιν αποκαλύπτουν έναν πλήρη εκτροχιασμό αυτής της κλίκας πάμπλουτων ατόμων, που εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό στην επιθυμία τους να κυριαρχήσουν στις γυναίκες. Είναι ένας υπερβολικός πλούτος, μια υπερβολή πολυτέλειας, μια ακόρεστη όρεξη. Τις υπερβολές της ευημερίας, που έχουν φτάσει σε μια υπερβολική μορφή η οποία μοιάζει με καρικατούρα του εαυτού της, τις βρίσκουμε σε αυτά τα εκατομμύρια ντοκουμέντα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος εδώ, κανένα βαθύτερο νόημα, καμία ιδεολογική ατζέντα. Πρόκειται αποκλειστικά για την αχαλίνωτη απόλαυση της δικής τους λαγνείας.
Μερικοί σχολιαστές παραλληλίζουν τις φρικαλεότητες του Έπστιν με την ταινία του Παζολίνι 120 μέρες στα Σόδομα, που είναι βασισμένη στο βιβλίο του Μαρκησίου ντε Σαντ. Αυτή η σύγκριση δεν είναι απολύτως ακριβής. Στις 120 μέρες στα Σόδομα, το κακό είναι τελετουργικό και ιδεολογικά φορτισμένο. Οι λιμπερτίνοι ενεργούν σύμφωνα με μια διαστρεβλωμένη, φαινομενικά νιτσεϊκή, φυσιοκρατική κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία όλα είναι εγγενώς αδιάφορα και μόνο η προσωπική ευχαρίστηση έχει σημασία. Αλλά το ζήτημα του καλού και του κακού, της ηθικής και της ανηθικότητας, δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο στην υπόθεση Έπστιν. Είναι απλά απόν. Το μόνο που απομένει είναι η απαθής, αυτονόητη στάση απέναντι στην ίδια τους την απανθρωπιά.
Περισσότερα στοιχεία για την κατανόηση των Αρχείων Έπστιν βρίσκουμε σε ένα άλλο έργο της Άρεντ, στις Απαρχές του Ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με την Άρεντ, τον 19ο αιώνα αντικαταστήσαμε την έννοια της αμαρτίας με αυτή της κακίας. Ίσως αυτό να οφείλεται σε ό,τι ο Νίτσε ονόμασε «Θάνατο του Θεού»: την εξαφάνιση του Θεού και της θρησκείας ως υπερβατικών εγγυητών της καλοσύνης. Η αρχική έννοια της «αμαρτίας» είναι ο χωρισμός – το να είσαι χωρισμένος από τον Θεό νοούμενο ως απόλυτη ηθική. Η κακία είναι απλώς μια κακή συνήθεια, ένα ελάττωμα του χαρακτήρα. H εκκοσμίκευση του κακού, η υποβάθμιση της παραβίασης της θεϊκής τάξης σε μια απλή ιδιορρυθμία, ήταν αυτό που επέτρεψε την άνοδό του στην εποχή των άκρων. Αυτό, σύμφωνα με την Άρεντ, κατέστησε δυνατές τις καταστροφές του 19ου και του 20ού αιώνα. Στα Αρχεία Έπστιν βλέπουμε πώς μια παγκόσμια ελίτ αντιμετωπίζει τις πιο σοβαρές αμαρτίες απλώς ως κακίες που μπορούν να αγνοηθούν με ένα πονηρό χαμόγελο.
Μπορούμε να μάθουμε κάτι από τα Αρχεία Έπστιν; Αν ναι, αυτό είναι μόνο κάτι κοινότοπο: το πραγματικό κακό είναι πραγματικότητα. Ούτε εδώ θα υπάρξει δικαιοσύνη. Τα γνωρίζαμε ήδη όλα αυτά. Απλώς μας τα υπενθύμισαν. Ίσως το μόνο που απομένει είναι να θυμόμαστε ότι το βαθύ κακό δεν είναι ούτε δαιμονικό ούτε κοινότοπο. Είναι απαθές.
Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε με τον τίτλο “Die Nonchalance des Bösen – Überlegungen zu den Epstein Files“, την 7η Απριλίου 2026, στο περιοδικό Philosophie Magazin (www.philomag.de/artikel/die-nonchalance-des-boesen-ueberlegungen-zu-den-epstein-files).
μετάφραση: Νίκος Ψαρρός