Σύνδεση συνδρομητών

Jenny Erpenbeck: ένα Βooker από το Ανατολικό Βερολίνο

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2024 09:45
Η Τζένι Έρπενμπεκ.
Heike Huslage-Koch
Η Τζένι Έρπενμπεκ.

Αν η ιστορία του Τρίτου Ράιχ έχει αποτελέσει ένα από τα πιο γνωστά θέματα στο οποίου έχουν αφιερωθεί εκατοντάδες αξιομνημόνευτων έργων από σοβαρούς μελετητές, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης, ο τελευταίος χρόνος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και η πτώση του τείχους του Βερολίνου αποτελούν το θέμα ή το ιστορικό πλαίσιο πολλών από τα πιο αξιόλογα λογοτεχνικά έργα που έχουν εκδοθεί τα τελευταία χρόνια. Τα αίτια και οι συνθήκες που οδήγησαν στην άνοδο του ναζισμού, η αντιμετώπιση της ήττας και το σοκ της επανόδου έπειτα από τόσα χρόνια σε μια ενωμένη Γερμανία είναι αυτά που αποδεικνύεται πως γοητεύουν περισσότερο κοινό και συγγραφείς.

Μια από τις πιο ισχυρές λογοτεχνικές φωνές της σύγχρονης γερμανικής πεζογραφίας, η Τζένι Έρπενμπεκ (Jenny Erpenbeck), νικήτρια –μαζί με τον μεταφραστή του έργου στα αγγλικά, Μάικλ Χόφμαν) του Διεθνούς Βραβείου Booker για το μυθιστόρημα Kairos, τοποθετεί τη δράση του βιβλίου της τη ζοφερή περίοδο της πτώσης του «κόσμου όπως τον ξέραμε». Σκηνοθέτης με αντίστοιχες σπουδές ανώτατου επιπέδου και εμπειρία στο ανέβασμα παραστάσεων όπερας, κόρη του γερμανού φυσικού και φιλοσόφου Τζον Έρπενμπεκ (John Erpenbeck) και της αραβικής καταγωγής γερμανίδας μεταφράστριας, στενής συνεργάτριας του Nαγκίμπ Μαχφούζ, Ντόρις Κίλιας (Doris Kilias), η γεννημένη το 1967 και αναθρεμμένη στο Ανατολικό Βερολίνο Τζένι Έρπενμπεκ διηγείται –μαζί με την ιστορία διάλυσης της παθιασμένης αλλά ολέθριας σχέσης της δεκαεννιάχρονης φοιτήτριας θεατρικών σπουδών και εν μέρει alter ego της συγγραφέως, Καταρίνα, με τον κατά πολύ μεγαλύτερό της διάσημο συγγραφέα Χανς– την κατάρρευση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ενός ολόκληρου πολιτικού συστήματος. Πέρα από τη μεταξύ τους ρήξη, οι δυο ήρωες συγκρούονται και λόγω της στάσης τους απέναντι στο σοσιαλιστικό καθεστώς και στη διάδοχη κατάσταση.

Η πρώτη γερμανίδα συγγραφέας που τιμάται με αυτή τη διάκριση και για την οποία διάσημοι κριτικοί όπως ο Τζέιμς Γουντ στον New Yorker και ο Τζον Πάουερς έχουν υποστηρίξει πως τα επόμενα χρόνια θα είναι φαβορί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, αποκρυσταλλώνει στο βραβευθέν μυθιστόρημα, που αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον λογοτεχνικό τεχνούργημα, τις αναμνήσεις της από το κομμουνιστικό Βερολίνο (η ηρωίδα έχει την ίδια ακριβώς ηλικία και αντικείμενο σπουδών με τη συγγραφέα την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία). Παράλληλα, η ερωτική σχέση των δυο πρωταγωνιστών που τροφοδοτείται διαρκώς από την αγάπη τους για τη μουσική και την τέχνη ακολουθεί την ίδια πορεία –λειτουργώντας ως υπόγεια μεταφορά– με την ιστορία της Ανατολικής Γερμανίας: (φρούδες) ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον ενός συστήματος που οδηγήθηκε σε σταδιακό εκφυλισμό ώς την οριστική συντριβή του.

Η γραφή της Έρπενμπεκ δεν είναι άγνωστη στον έλληνα αναγνώστη: σχεδόν όλα τα έργα της, η νουβέλα Ιστορία του γερασμένου παιδιού (Geschichte vom alten Kind, 1999) με την οποία έκανε το λογοτεχνικό της ντεμπούτο, η συλλογή διηγημάτων Σκύβαλα (Tand, 2001), το Παιχνίδι με τις λέξεις (Wörterbuch, 2004), η Δοκιμασία (Heimsuchung, 2008), Η συντέλεια του κόσμου (Aller Tage Abend, 2012 που απέσπασε τα βραβεία Γιόζεφ Μπράιτμπαχ και Χανς Φάλαντα, καθώς επίσης και το Βραβείο Ξένης Λογοτεχνίας του βρετανικού Independent) και οι Περαστικοί (Gehen, ging, gegangen, 2015, που τιμήθηκε, μεταξύ άλλων, με το Βραβείο Τόμας Μαν και το Ευρωπαϊκό Βραβείο Strega) έχουν κυκλοφορήσει αρχικά από τις εκδόσεις Ίνδικτος και στη συνέχεια από τις εκδόσεις Καστανιώτη, όλα σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κυπριώτη, ενώ σύντομα αναμένεται και ο Καιρός (Kairos, 2021).

Η αγάπη της για την ιστορία της πατρίδας της και γι’ αυτή της οικογένειάς της έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης και για άλλα έργα της Έρπενμπεκ. Οι εμπειρίες της γιαγιάς της, Χέντα Τσίνερ, διανοουμένης του Κόμματος, Εβραίας και αντιφασίστριας, αντανακλώνται στο μυθιστόρημά της Η συντέλεια του κόσμου, στο οποίο μια γυναίκα εβραϊκής καταγωγής, που γεννιέται την περίοδο ακμής της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ζει πολλές εναλλακτικές ζωές ώσπου, ούσα διάσημη ανατολικογερμανίδα καλλιτέχνις πια, η κατάρρευση της χώρας της να συμπαρασύρει και τη ζωή της. Αντίστοιχα, στο έργο της Δοκιμασία, όπου κεντρικό ρόλο δίνει στο σπίτι της γιαγιάς της σε μια λίμνη του Βραδεμβούργου, που στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει και ξαναλλάζει ιδιοκτήτες, πραγματεύεται το θέμα της φυγής και της απέλασης αξιοποιώντας και πάλι τη δική της οικογενειακή ιστορία. Η ζωή της άλλης γιαγιάς της, από την πλευρά της μητέρας της, που ήταν μοδίστρα και μεταφέρθηκε αιχμάλωτη πολέμου στη Σιβηρία, ήταν η πρώτη ύλη για το διήγημα της Έρπενμπεκ με τίτλο «Σιβηρία», ενώ στο μυθιστόρημά της Περαστικοί δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι ο κεντρικός χαρακτήρας, ο άβουλος χήρος ομότιμος καθηγητής από την Ανατολική Γερμανία, Ρίχαρντ, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον πατέρα της. O ήρωας της Έρπενμπεκ αναπτύσσει φιλικούς δεσμούς με μια ομάδα αφρικανών προσφύγων στο σύγχρονο Βερολίνο, τα προβλήματα προσαρμογής τους του είναι παραπάνω από οικεία.

Η πρόζα της Έρπενμπεκ, έντονα ποιητική, συχνά αποσπασματική, άλλοτε με εκτενείς παραγράφους που μοιάζουν ολόκληρα κεφάλαια, εξισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στην αποστασιοποίηση και την οικειότητα με τους ήρωές της, με τρόπο που κρατά σε διαρκή επιφυλακή και εντέλει μαγνητίζει τον αναγνώστη. Πειραματίζεται με τη φόρμα και το αγαπημένο της θέμα είναι ο χρόνος, η αναπόδραστη εναλλαγή και η φθορά.[i] Τα προσωπικά της βιώματα της χαρίζουν το πλεονέκτημα να μπορεί να αναπλάθει μια από τις πιο πλούσιες και ρεαλιστικές αναπαραστάσεις της ζωής στην Ανατολική Γερμανία, καθώς και της ανημπόριας των Ανατολικογερμανών να αντιμετωπίσουν αφενός την επανένωσή τους με μια άκρως υλιστική δίδυμη χώρα και την υποβάθμιση της αγοραστικής τους δύναμης (τα σχόλια της συγγραφέως για τον καταναλωτισμό είναι ενίοτε απίστευτα αιχμηρά), αφετέρου και κυρίως την υποτίμηση των αξιών με τις οποίες είχαν γαλουχηθεί.

H ίδια η συγγραφέας έχει δηλώσει: «το τέλος του συστήματος που γνώριζα, στο οποίο μεγάλωσα – αυτό με έκανε να γράψω»,[ii] εξηγώντας ότι επηρεάστηκε βαθιά από το ότι η πατρίδα της όπως την ήξερε εξαφανίστηκε σε μια μέρα, τον Νοέμβριο του 1989. Μιλώντας για την Ανατολική Γερμανία, υποστηρίζει ότι η εικόνα που είχε η Δυτική Γερμανία για τους Ανατολικούς ήταν σαφώς προκατειλημμένη, ταυτόχρονα όμως εξηγεί ότι οι Ανατολικογερμανοί διατηρούσαν κόντρα σε κάθε πραγματικότητα την ψευδαίσθηση πως ζούσαν σε μια υγιή κοινωνία. «Ξαφνικά βρέθηκα σε άλλη κοινωνία και αυτό ήταν πολύ περίεργο, γιατί έπρεπε να μάθω τα πάντα ξανά και ένιωθα ότι ζούσα σε άλλη χώρα, αν και δεν είχα μετακομίσει. Βρήκα ενδιαφέρον πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει ένα ολόκληρο σύστημα», θυμάται η Έρπενμπεκ σε μια συνέντευξή της για την αργεντίνικη εφημερίδα La Nación, το 2016.[iii]

«Πάσχει», λοιπόν, η Έρπενμπεκ από Ostalgie, από αυτό τον ιδιόμορφο τύπο νοσταλγίας των Ossis για τη ζωή στην Ανατολική Γερμανία; Όσο μπορεί να «πάσχει» κάθε άνθρωπος που μεγαλώνει και νοσταλγεί ένα εξιδανικευμένο παρελθόν, όταν διαπιστώνει πως το παρόν δεν ταυτίζεται με τον επίγειο παράδεισο δημοκρατίας και ελευθερίας που οραματίστηκε. Ίσως, όπως η Καταρίνα, αυτό που αγάπησε να αποδείχθηκε μια πλάνη (ενδεικτική η περιγραφή της αποκάλυψης του φακέλου που διατηρούσε η Στάζι για τον Χανς ως ανεπίσημο συνεργάτη) και η διάδοχη κατάσταση να αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών – πριν ακόμη από την πτώση του τείχους, κατά την επίσκεψή της στη Δυτική Γερμανία έπειτα από πρόσκληση συγγενικού της προσώπου, συναντώντας έναν ζητιάνο στην είσοδο του Καθεδρικού της Κολωνίας (στην ανατολική Γερμανία η επαιτεία απαγορευόταν), η νεαρή Καταρίνα διερωτάται αν η ανισότητα είναι το τίμημα της ελευθερίας.

Σε κάθε περίπτωση η συγγραφή αποδεικνύεται ιαματική και ωφέλιμη τόσο για τη συμφιλίωση με τη νέα πραγματικότητα όσο και για τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης και τη διάσωση της οικογενειακής της ιστορίας από τη λήθη, θέματα που τόσο ενδιαφέρουν την Έρπενμπεκ.

  

[i] Για τη βίωση του χρόνου, στα συμφραζόμενα της λογοτεχνίας μετά την κατάρρευση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ιστορία, τη Δοκιμασία και τη Συντέλεια του κόσμου, βλ. τη μελέτη της Carola Hähnel-Mesnard, Zeiterfahrung und gesellschaftlicher Umbruch in Fiktionen der Post-DDR-Literatur, Göttingen: V&R unipress, 2022, 187-259. Για την ένταξη της Έρπενμπεκ στις τάσεις της λογοτεχνίας μετά το 1989, βλ. Wolgang Beutin κ.ά., Ιστορία της Γερμανικής λογοτεχνίας, επιμ.–μτφρ. Κυριακή Χρυσομάλλη-Henrich, Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2016, 815-908.

[ii] Steven Erlanger, “A Novelist Who Finds Inspiration in Germany's Tortured History”, The New York Times 26/4/2024, https://www.nytimes.com/2024/04/26/world/europe/jenny-erpenbeck-east-germany-kairos.html.

[iii] Jenny Erpenbeck, “Me interesa lo que sucede cuando todo cambia y uno debe reinventarse”, συνέντευξη στον Pablo Sanguinetti, La Nacion 26/10/2016, https://www.lanacion.com.ar/opinion/jenny-erpenbeck-me-interesa-lo-que-sucede-cuando-todo-cambia-y-uno-debe-reinventarse-nid1942550.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.