Σύνδεση συνδρομητών

Το Νόμπελ στον προφήτη της απελπισίας

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2025 01:54
Ο Λάσλο Κρασναχορκάι το 2015.
Ornan Rotem
Ο Λάσλο Κρασναχορκάι το 2015.

Η ανακοίνωση, την Πέμπτη 9 Οκτωβρίου, της βράβευσης με το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 2025 του ούγγρου πεζογράφου και σεναριογράφου Λάσλο Κρασναχορκάι δεν εξέπληξε το αναγνωστικό κοινό. Το όνομα του Κρασναχορκάι βρισκόταν τα τελευταία χρόνια στην κορυφή των φαβορί σύμφωνα με τους κριτικούς λογοτεχνίας, οι  οποίοι αρέσκονται να τον συγκρίνουν με τον Κάφκα, τον Ντοστογιέφσκι, τον Γκόγκολ, τον Μέλβιλ και τον Μπέρνχαρντ αλλά και των στοιχηματικών αγορών το τελευταίο διάστημα· μάλιστα τις τελευταίες μέρες «έβγαινε ισόπαλος» με την Κινέζα συγγραφέα Τσαν Ξου. Αν παρατηρήσει όμως κανείς προσεκτικά τον κατάλογο των βραβευθέντων, θα δει πως, μετά το 2017, χρονιά που ξέσπασε το περιβόητο σκάνδαλο το οποίο προκάλεσε την παραίτηση έξι εκ των δεκαοκτώ μελών της Επιτροπής ως ένδειξη διαμαρτυρίας και οδήγησε στον ανασχηματισμό της Ακαδημίας και την αναβολή της βράβευσης της Όλγκα Τοκάρτσουκ, με το βραβείο τιμώνται εναλλάξ γυναίκες και άνδρες συγγραφείς: Τοκάρτσουκ (2018), Χάντκε (2019), Γκλυκ (2020), Γκούρνα (2021), Ερνώ (2022), Φόσσε (2023) και Kανγκ (2024). Επομένως, αν υποθέσουμε πως δεν έχουμε να κάνουμε με τυχαίο φαινόμενο αλλά με συνειδητή επιλογή της Βασιλικής Σουηδικής Ακαδημίας Επιστημών, το 2025 ήταν η σειρά ενός άνδρα Νομπελίστα.

Σε γενικές γραμμές και σε αντίθεση με άλλες επιλογές των τελευταίων χρόνων, όπως πχ. της Αννί Ερνώ το 2022 ή του Γκύντερ Γκρας το 1999, η βράβευση του Κρασναχορκάι επιδοκιμάστηκε από κοινό και κριτικούς καθώς θεωρήθηκε δίκαιη επιλογή που έγινε με ενδολογοτεχνικά κριτήρια και τιμά όχι μόνο τον ίδιο τον βραβευθέντα αλλά και τον θεσμό που απονέμει το βραβείο. Ο Κρασναχορκάι θεωρείται κορυφαία φυσιογνωμία της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και ο σημαντικότερος εν ζωή ούγγρος συγγραφέας, ενώ έχει τιμηθεί με πάνω από είκοσι βραβεία και διακρίσεις, με σημαντικότερα το Βραβείο Κόσουθ (2004), το ανώτατο πολιτιστικό βραβείο της πατρίδας του, και το Διεθνές Βραβείο Booker (2015). Είναι ο δεύτερος, μετά τον Ίμρε Κέρτες (1929-2016) ούγγρος νομπελίστας λογοτέχνης· αμφότεροι εβραϊκής καταγωγής. Ενώ όμως ο Κέρτες που τιμήθηκε με το Νόμπελ το 2002 ήταν επιζών του Ολοκαυτώματος, ο Κρασναχορκάι πληροφορήθηκε τα περί καταγωγής του στην ηλικία των έντεκα ετών, καθώς μέχρι τότε ο πατέρας του έκρυβε τις εβραϊκές τους ρίζες. Το 1931, εξαιτίας της ανόδου του αντισημιτισμού στην Ουγγαρία και λίγο πριν από την ψήφιση επίσημων αντιεβραϊκών νόμων, ο παππούς από την πλευρά του πατέρα του είχε εγκαταλείψει το οικογενειακό όνομα που ήταν Κορίν και το αντικατέστησε με το όνομα ενός ουγγρικού κάστρου. Άλλωστε, όπως έχει δηλώσει ο συγγραφέας: «Στη σοσιαλιστική εποχή, απαγορευόταν να το αναφέρω. Λοιπόν, είμαι μισός Εβραίος, αλλά αν τα πράγματα στην Ουγγαρία συνεχίσουν να πηγαίνουν προς την κατεύθυνση που φαίνεται πως πηγαίνουν, σύντομα θα είμαι εντελώς Εβραίος».

Στην ανακοίνωση της επιλογής της, η Σουηδική Ακαδημία υπογράμμισε πως τιμά τον Κρασναχορκάι «για το συναρπαστικό και οραματικό του έργο που, εν μέσω αποκαλυπτικού τρόμου, επιβεβαιώνει τη δύναμη της τέχνης». Η τέχνη του ίδιου του Κρασναχορκάι ήταν πάντα φιλόξενη και δεκτική στο παράλογο, στους τρόπους με τους οποίους ο Κόσμος προσωποποιείται και μετατρέπεται σε αδυσώπητο αντίπαλο του ανθρώπου. Τα μυθιστορήματά του με τις πυκνές, σχεδόν εξουθενωτικές στην ανάγνωση παραγράφους, από τις οποίες απουσιάζουν σκόπιμα τα σημεία στίξης, και τον χειμαρρώδη μακροπερίοδο λόγο του μαρτυρούν την εξαιρετική ευρυμάθειά του· ο Κρασναχορκάι είναι εξοικειωμένος τόσο με τη βουδιστική φιλοσοφία όσο και με την κοινή ευρωπαϊκή πολιτισμική παράδοση. Συστατικά του έργου του, η αιχμηρή οπτική του, η σκοτεινή του γραφή με την έμφαση στον υπαρξιακό φόβο, τους εμμονικούς χαρακτήρες, τα ατμοσφαιρικά, μουσκεμένα από τη βροχή, πουαντιγιστικά σχεδόν τοπία, τη δυστοπική και μελαγχολική θεματολογία, την υπόγεια ειρωνεία αλλά και τη συμπόνια για το ανθρώπινο δράμα, το κομψό και διακριτικό του χιούμορ. Ο προσανατολισμός του κατευθύνεται προς το εμμονικό, το πεσιμιστικό, το ανησυχητικό, το ασφυκτικό, ενίοτε και εξοργιστικό, προς το έντονο και το υπερβολικό, ενώ δεν είναι λίγοι οι αναγνώστες που το ύφος του τους ξενίζει και αδυνατούν να τον παρακολουθήσουν. Οι περισσότεροι όμως, και ιδίως όσοι εκτιμούν τα απαιτητικά αναγνώσματα, υποκλίνονται μπροστά στην υποβλητικότητα και την πολυπλοκότητα της πένας του. Σύμφωνα με την Ακαδημία, ο Κρασναχορκάι είναι «ένας σπουδαίος επικός συγγραφέας της κεντροευρωπαϊκής παράδοσης που εκτείνεται από τον Κάφκα μέχρι τον Τόμας Μπέρνχαρντ, και χαρακτηρίζεται από τον παραλογισμό και την γκροτέσκο υπερβολή».

 

Ο προφήτης της απελπισίας

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 1954 στη μικρή πόλη Γκιούλα στη νοτιοανατολική Ουγγαρία, κοντά στα σύνορα με τη Ρουμανία. Κατά την εφηβεία του τον γοήτευσε η τέχνη της μουσικής, σπούδασε όμως νομική και ουγγρική γλώσσα και λογοτεχνία στα Πανεπιστήμια του Σέγκεντ και της Βουδαπέστης. Η μεταπτυχιακή του διατριβή αφορούσε τον Σαντόρ Μαράι, έναν αντιφασίστα και αντικομμουνιστή συγγραφέα που εξορίστηκε από την Ουγγαρία το 1948. Αρκετά νωρίς, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αφοσιώθηκε στη συγγραφή: το ντεμπούτο του Το ταγκό του Σατανά τον έκανε αμέσως γνωστό. Το 1987, αξιοποιώντας μια υποτροφία, ταξίδεψε στο Δυτικό Βερολίνο και δίδαξε για πρώτη φορά σε άλλη χώρα. Για αρκετά χρόνια ταξίδευε συστηματικά. Μάλιστα, ένα ταξίδι στη Μογγολία και στην Κίνα το 1990 ενέπνευσε το μυθιστόρημά του, Καταστροφή και Θλίψη κάτω από τους Ουρανούς (2004, δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά), στο οποίο ο ούγγρος αφηγητής επισκέπτεται την Κίνα για να αποκαλύψει τη σύνδεση μεταξύ του αρχαίου πολιτισμού της και της σύγχρονης κοινωνίας. Αφού έζησε και δίδαξε για αρκετά χρόνια στο Βερολίνο, ο Κρασναχορκάι επέστρεψε στην Ουγγαρία, όπου ζει σε ένα μικρό χωριό στους λόφους του Σεντλάσλο.

Ο 71χρονος συγγραφέας έχει πλούσια εργογραφία. Γράφει στα ουγγρικά αλλά και στα γερμανικά και έργα του έχουν μεταφραστεί σε 30 τουλάχιστον γλώσσες. Από τα εννέα μυθιστορήματα που έχει γράψει τα έξι έχουν ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά, ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσει και το πιο πρόσφατο. Όλα τους έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις Πόλις, τα τρία πρώτα σε μια προσεγμένη και αξιοπρόσεκτη μεταφραστική προσπάθεια της έμπειρης Ιωάννας Αβραμίδου από τα γαλλικά, ενώ από το τέταρτο και εξής τη μεταφραστική σκυτάλη πήρε η Μανουέλα Μπέρκι που εξειδικεύεται στις μεταφράσεις από τα ουγγρικά και μας παραδίδει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Ο Κρασναχορκάι έχει ακόμη γράψει πέντε νουβέλες, δυο συλλογές διηγημάτων, μεμονωμένα διηγήματα, δοκίμια, καθώς και το σενάριο έξι ταινιών (δυο εκ των οποίων στηρίζονται σε βιβλία του), που στο σύνολό τους σκηνοθετήθηκαν από τον Μπέλα Ταρ.

Σε πολλά από τα μυθιστορήματά του, η ανάγνωση των οποίων αποδεικνύεται απαιτητική εξαιτίας του απόλυτα διακριτού, ιδιόμορφου, πρωτοποριακού ύφους του, ο Κρασναχορκάι αναμειγνύει με μαεστρία το πολιτικό με το υπαρξιακό, καθώς καταπιάνεται με επίκαιρα με μια πρώτη ματιά θέματα τα οποία, ωστόσο, είναι απλώς όψεις διαχρονικών ζητημάτων που απασχολούν καθολικά τον άνθρωπο, όπως, για παράδειγμα, οι επιπτώσεις των πολιτικών και εθνικών αναταραχών στους πολίτες, είτε πρόκειται για αγρότες στην επαρχία είτε για διανοούμενους της πόλης. Η πλοκή μερικών εκ των έργων του, όπως τα Hersch 07769 και Η επιστροφή του Βαρώνου Βένκχαϊμ, εστιάζει στον νεοναζισμό. Επιπλέον είναι προφανές πως έλκεται από την αποκαλυπτική θεματολογία και από το όχι και τόσο σπάνιο εντέλει είδος της «πειθαρχημένης τρέλας», όπως ο ίδιος την αποκαλεί. Συχνά οι χαρακτήρες του αντιμετωπίζουν έναν άγνωστο ή απροσδιόριστο τρόμο και βρίσκονται σε οριακές καταστάσεις, ακροβατώντας στο όριο μεταξύ της βέβαιης καταστροφής, της πιθανότητας καταστροφής ή της υποσυνείδητης καταστροφολογίας.

Η πένα του Κρασναχορκάι παιδεύει αλλά συνάμα σαγηνεύει τον αναγνώστη. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, που κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, κάθε λογοτεχνικό του βήμα συναντά θερμή υποδοχή, εμπορική επιτυχία (αρχικά στη χώρα του) και επαίνους για τους φορμαλιστικούς λογοτεχνικούς πειραματισμούς του. Στο Τανγκό του Σατανά (1985), το πρώτο του μυθιστόρημα και αυτό που τον ανέδειξε ως συγγραφέα, εισερχόμαστε σε έναν κόσμο ζοφερό αλλά τρομερά ελκυστικό, σε μια ιστορία υπαρξιακής αγωνίας και ταυτόχρονα κωμικοτραγική που διαδραματίζεται σε μια σκοτεινή, παρηκμασμένη αγροτική περιοχή. Είναι μια βαθιά αλληγορική ιστορία, στην οποία οι κάτοικοι της καταρρέουσας μετά την πτώση του κομμουνισμού αγροτικής κοινότητας, αλκοολικοί και ραδιούργοι, εν πλήρει συγχύσει, παρασύρονται και σχεδόν ανακηρύσσουν Μεσσία έναν μυστηριώδη επισκέπτη που μπορεί να είναι ο ίδιος ο Διάβολος. Διασκευάστηκε για τον κινηματογράφο το 1994 από τον διάσημο σκηνοθέτη και φίλο του Μπέλα Ταρ, ο οποίος σε συνεργασία με τον Κρασναχορκάι παρέδωσε μια καθηλωτική ασπρόμαυρη ταινία-σταθμό διάρκειας επτάμισι ωρών.

Το 1986 ακολούθησε η έκδοση της πρώτης συλλογής διηγημάτων με τίτλο Σχέσεις χάριτος που περιλαμβάνει οκτώ διηγήματά του και, λίγα χρόνια αργότερα, το 1989, η έκδοση του δεύτερου μυθιστορήματός του Η μελαγχολία της αντίστασης, το έργο που έκανε τη γνωστή αμερικανίδα κριτικό και λογοτέχνιδα Σούζαν Σόνταγκ να τον χαρακτηρίσει «μετρ της Αποκάλυψης» της σύγχρονης λογοτεχνίας. Έντεκα χρόνια μετά τη δημοσίευσή του, το 2000, μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τίτλο Οι αρμονίες του Βέρκμαϊστερ σε σκηνοθεσία Μπέλα Ταρ και συν-σκηνοθεσία Ανιές Χρανίτσκι. Τη σκηνοθεσία της πολιτικής αυτής αλληγορίας θα την χαρακτηρίζαμε «ελλιπή». Ελάχιστες ενδείξεις τοποθετούν τη δράση του έργου στα τελευταία χρόνια της σοβιετικής επιρροής και δίχως αυτές θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να υποθέσει πως η ιστορία διαδραματίζεται εκατό χρόνια νωρίτερα. Τόπος δράσης είναι ένα μικρό αγροτικό χωριό κοντά στα σύνορα Ουγγαρίας-Ρουμανίας, σαν αυτό που γεννήθηκε ο συγγραφέας. Την περιοχή επισκέπτεται ένα περιοδεύον τσίρκο που υποτίθεται πως μεταφέρει βαλσαμωμένη τη μεγαλύτερη φάλαινα στον κόσμο. Καθώς το ενδιαφέρον για το τσίρκο διογκώνεται, συνωμοσίες υφαίνονται και δολοπλοκίες οργανώνονται με άμεση συνέπεια τη γενικευμένη αναταραχή. Εδώ ο Κρασναχορκάι καταρρίπτει και αποδομεί πολλά από τα σοβιετικά ψεύδη και προπαγανδιστικά μυθεύματα. Ο συγγραφέας φλερτάρει ανοιχτά με τον σουρεαλισμό, χωρίς ωστόσο να παραδίδεται σε αυτόν. Η γλώσσα του είναι φορτισμένη, οι λεκτικές επιλογές όπως πάντα πλούσιες, ο ρυθμός σε πολλά σημεία ασθματικός, η αφηγηματική φωνή και η εστίαση της οπτικής αλλάζουν απροειδοποίητα, μετατοπίζονται από χαρακτήρα σε χαρακτήρα, ενίοτε και στα μέσα μιας πρότασης. Το νεκρό κήτος που περιφέρεται από πόλη σε πόλη χρησιμεύει ως μια ανοιχτή μεταφορά (είναι ο Θεός, η Μητέρα Ρωσία ή οι ελπίδες της Ουγγαρίας για ανεξαρτησία;) και εναπόκειται στον αναγνώστη να συνθέσει τη δική του ερμηνεία.

Αν Το τανγκό του Σατανά και Η μελαγχολία της αντίστασης θεωρούνται ορόσημα της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, το Πόλεμος και πόλεμος (2006) παραμένει για πολλούς, φανατικούς και μη αναγνώστες του, το magnum opus του και ένα από τα πιο επιδραστικά μυθιστορήματα των τελευταίων δεκαετιών· με τη μετάφρασή του τον πρωτογνώρισε το ελληνικό κοινό το 2015. Εδώ ο Κρασναχορκάι αφηγείται την ιστορία του Γκιόργκι Κορίμ (παραλλαγή του αληθινού οικογενειακού πατρωνύμου του), τον οποίο ο αναγνώστης συναντά σε μια κρίσιμη στιγμή: σε μια σκοτεινή αποβάθρα κινδυνεύει να πέσει θύμα επίθεσης και ληστείας από νεαρούς ταραχοποιούς. Η επίμονη, απελπισμένη, σχεδόν τρελή, φωνή του νευρωτικού δημόσιου υπαλλήλου παρασύρει τον αναγνώστη. Ο Κόριμ έχει ανακαλύψει στα αρχεία μιας μικρής ουγγρικής πόλης ένα παλιό χειρόγραφο εκπληκτικής ομορφιάς που αφηγείται την ιστορία τεσσάρων συντρόφων οι οποίοι πήραν μέρος σε έναν καταστροφικό πόλεμο. Αποφασισμένος να δώσει τέλος στη ζωή του, ο σαραντάχρονος άντρας δραπετεύει «στο κέντρο του κόσμου», τη Νέα Υόρκη, με το πολύτιμο χειρόγραφο, έχοντας σκοπό να το αντιγράψει και να το αναρτήσει στο διαδίκτυο για να μην εξαφανιστεί όπως ο ίδιος. Μέσα από το κρυπτικό χειρόγραφο, σαν νέος Προφήτης, ο συγγραφέας μοιάζει να μιλά για το παρελθόν αλλά ουσιαστικά μιλά για το μέλλον, ενώ η παραληρηματική γραφή, η ιδιοσυγκρασιακή σχέση με τη σύνταξη, η αντισυμβατική θεματολογία, η διαλεκτική της κύριας αφήγησης με το εγκιβωτισμένο χειρόγραφο επιβεβαιώνουν πως με κάθε έργο του ο Κρασναχορκάι τελειοποιεί ακόμη ένα σκαλί της δομικής πολυπλοκότητας που αποτελεί βασικό συστατικό της γραφής του.

Από το 2019 και εξής, τα μυθιστορήματα του ούγγρου συγγραφέα μεταφράζονται με τη σειρά που εκδίδονται. Ακολουθούν: Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, ένα μυθιστόρημα που αποτελείται από δεκαεπτά ενότητες, που μοιάζουν με διηγήματα, ωστόσο παράγουν ένα συνεκτικό έργο, μια εξερεύνηση της ιδέας της ομορφιάς με την πλοκή να περνά σε δεύτερο πλάνο, ένα ιλιγγιώδες ταξίδι στο χώρο και το χρόνο που μας μεταφέρει στην αμέσως επόμενη σελίδα από τη σύγχρονη Ιαπωνία στην αναγεννησιακή Ιταλία. Ο συγγραφέας εξερευνά σε βάθος τη βασική του θεματική, χρησιμοποιώντας τις ιστορίες που επιλέγει για να εξετάσει την επίδραση της ομορφιάς και της τέχνης στους απλούς ανθρώπους. Αν και πολλές από τις ιστορίες του μιλούν για τη ζωγραφική, ο Κρασναχορκάι ασχολείται και με τη μουσική, την αρχιτεκτονική και τη γλυπτική· το εύρος των γνώσεων και, κυρίως, το βάθος των παρατηρήσεών του θα εντυπωσιάσουν τον αναγνώστη.

 

Η φούγκα της ανησυχίας

Στο επόμενο μυθιστόρημά του με τίτλο Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ (2016) με το οποίο ολοκληρώνεται (μετά από κάποιες παρεκβάσεις) η τετραλογία που συνθέτουν Το Τανγκό του ΣατανάΗ μελαγχολία της αντίστασης και το Πόλεμος και πόλεμος, ο Κρασναχορκάι αφηγείται μια καθαρά σύγχρονη ιστορία. Με το μοντερνιστικό στυλ γραφής του στα καλύτερά του, το υποδόριο σαρκαστικό του χιούμορ, η διεισδυτική ματιά του, τα πολιτικά του σχόλια και οι παρατηρήσεις του για τις σύγχρονες μετακαπιταλιστικές κοινωνίες και τις γκροτέσκο φιγούρες που τις κυβερνούν συνθέτουν ένα βαρύ, ανησυχητικό, σχεδόν τρομακτικό μυθιστόρημα. Η ιστορία διαδραματίζεται για ακόμη μια φορά σε μια υποβαθμισμένη επαρχιακή πόλη της Ουγγαρίας, όπου ο Δήμαρχος διατηρεί την εξουσία του χάρη στην επιείκεια του Αρχηγού της Αστυνομίας, ενώ μια συμμορία μοτοσικλετιστών αποτρέπει κάθε ανεπιθύμητη έξωθεν παρέμβαση. Σε αυτό τον παράδεισο διαφθοράς επιστρέφει ο ντόπιος ευγενής Βαρόνος Βένκχαϊμ, ξάδερφος του γνωστού Βαρόνου Μπέλα Βένκχαϊμ που διετέλεσε πρωθυπουργός της Ουγγαρίας το 1875 για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Ο Βαρόνος, ένας αφελής σύγχρονος Πρίγκιπας Μίσκιν, επιστρέφει στην Ουγγαρία ντροπιασμένος, αφού συσσώρευσε τεράστια χρέη από τυχερά παιχνίδια στην Αργεντινή. Είναι γύρω στα 65, αλλά το μυαλό του έχει υποστεί οργανικό εκφυλισμό εδώ και αρκετές δεκαετίες. Η αρχικά θετική στον επαναπατρισμό του τοπική κοινωνία απογοητεύεται όταν διαπιστώνει πως η περιουσία του έχει εξανεμιστεί. Σε σημεία ο αναγνώστης θα υποπτευθεί πως αυτό που διαβάζει δεν είναι παρά ένας μακρύς εσωτερικός μονόλογος που θυμίζει έντονα τον χειμαρρώδη μονόλογο του στο Όχι εγώ του Σάμιουελ Μπέκετ.  

Το προτελευταίο έργο του με τον αινιγματικό τίτλο Herscht 07769: Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ (2021) είναι επίσης ένα γήινο, επίκαιρο βιβλίο, στο οποίο αποδόθηκε ο χαρακτηρισμός «σπουδαίο σύγχρονο γερμανικό μυθιστόρημα» γιατί αντικατοπτρίζει την κοινωνική αναταραχή της χώρας. Στο τετρακοσίων σελίδων αυτό μυθιστόρημα ολόκληρα κεφάλαια παρατάσσονται χωρίς μια τελεία. Ο Κρασναχορκάι ενδιαφέρεται να διερευνήσει πώς οι επανεμφανιζόμενες εθνικιστικές συμπεριφορές μπορούν να τροφοδοτήσουν τον διχασμό και να διαλύσουν τις σύγχρονες κοινότητες. Το επιχειρεί μέσα από τη λογοτεχνική επινόηση μιας σειράς μακροσκελών επιστολών που ένας άνδρας ονόματι Φλόριαν Χερστ, ο οποίος ζει στη Θουριγγία, ένα φτωχό κρατίδιο στην πρώην Ανατολική Γερμανία, απευθύνει στην καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ τη δεκαετία του 2010. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας ιδιαίτερα μεγαλόσωμος άντρας, ένας ευγενικός γίγαντας, απλοϊκός και ευγενικός, που απολαμβάνει την εργασία του και βοηθά τους γείτονές του. Ένας νεοναζί, ο Μπόση, με τον οποίο καθαρίζουν μαζί τους τοίχους από τα γκράφιτι, τον παίρνει υπό την προστασία του και προσπαθεί διαρκώς να τον πείσει να ενταχθεί στη ναζιστική ομάδα του. Ταυτόχρονα, ο Φλόριαν παρακολουθεί τοπικές διαλέξεις για την κβαντική θεωρία που δίνει ένας ντόπιος ερασιτέχνης φυσικός και μετεωρολόγος αλλά παρερμηνεύει το «πρόβλημα της ασυμμετρίας ύλης-αντιύλης». Αγωνιώντας πως το σύμπαν μπορεί να εξαφανιστεί χωρίς προειδοποίηση ανά πάσα στιγμή, αρχίζει να γράφει επιστολές (με σφραγίδα επιστροφής "Herscht 07769") προς τη γερμανίδα Καγκελάριο υποθέτοντας ότι εκείνη θα ξέρει τι πρέπει να γίνει για να σωθεί η ανθρωπότητα.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Κρασναχορκάι κυκλοφόρησε στα ελληνικά μια εβδομάδα μετά την ανακοίνωση της βράβευσής του. To Πάει και το φραντζολάκι (2024) συνιστά μια ενδιαφέρουσα λογοτεχνική ανασκαφή της υπαρξιακής αβεβαιότητας, ένα βαθιά σατιρικό μυθιστόρημα, μια άψογα ενορχηστρωμένη, αν και φαινομενικά απλή παράσταση θεάτρου του παραλόγου με πολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Η μορφή του ηλικιωμένου Γιόζι Κάντα, ενός 91χρονου που μάταια προσπαθεί να εξαφανιστεί από προσώπου γης και να αποκρύψει το γεγονός ότι εξαιτίας της καταγωγής του θα μπορούσε να διεκδικήσει τον ουγγρικό θρόνο, αναδύεται ως εκφραστής της αμφισβήτησης της ίδιας της έννοιας της νομιμότητας, ως μέσο αποδόμησης του φιλομοναρχισμού και της νοσταλγίας για το «ένδοξο παρελθόν». Το μυθιστόρημα είναι ένας βαθύς στοχασμός επάνω στα όρια μεταξύ αυθεντικού και κατασκευασμένου, μεταξύ αποκάλυψης και αυταπάτης, μεταξύ κεντρικού και περιθωριακού, όρια τα οποία όχι μόνο θολώνουν αλλά στα επικίνδυνα χέρια μπορούν να μετατραπούν σε καταστροφικά όπλα, αλλά και πάνω στο ζήτημα της βίας που είναι εγγενής στον τρόπο με τον οποίο η κρατική εξουσία διαμορφώνει αυτό που μπορούμε να πιστεύουμε και να γνωρίζουμε. Παράλληλα, το μυθιστόρημα είναι ταυτόχρονα ένα μέσο έκφρασης βαθιάς ενσυναίσθησης για τους ξεχασμένους ηλικιωμένους και μια ανηλεής ανάλυση των μηχανισμών μέσω των οποίων η περιθωριοποίησή τους πραγματώνεται συστηματικά. Με την ιστορία του Κάντα, από την οποία κάνει ένα πέρασμα και ένας μουσικός συνονόματος του ίδιου του Νομπελίστα, ο, ηλικιωμένος κι ο ίδιος πια, Κρασναχορκάι πλάθει μια ακόμη ιστορία βαθυστόχαστη και συνάμα ανάλαφρη και διασκεδαστική, σαφώς λιγότερο ζοφερή και καταθλιπτική από τα έργα που απαρτίζουν την τετραλογία του, παράλογη στα όρια του γκροτέσκο, όπως δηλαδή είναι η ουγγρική πραγματικότητα, και έναν κεντρικό ήρωα που θα μπορούσαμε να πούμε πως προσωποποιεί την εθνική ψυχή της πατρίδας του συγγραφέα, από την οποία θέλησε τόσο να απομακρυνθεί αλλά δεν κατάφερε να ξεφύγει.

 

Μίλα, γλώσσα

Κάποιες στιγμές, με τον «ρομαντικό αντικαπιταλισμό» του και την απαισιοδοξία του, ο Κρασναχορκάι θυμίζει την κριτική του πολιτισμού ενός άλλου σημαντικού ούγγρου συγγραφέα και φιλοσόφου, του Γκέοργκ Λούκατς στα χρόνια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου: μπορεί να επιβιώσουν η υψηλή τέχνη και η κουλτούρα στη σύγχρονη συνθήκη; Όχι, όμως, σαν πολιτικό εργαλείο, αλλά κρατώντας τη δική της αξία, την αυτονομία της, και προσβλέποντας να αποτυπώσει την καθολική εμπειρία του ανθρώπινου κόσμου – αποδεχόμενη παράλληλα, καθώς οι ιστορικές στιγμές φέρνουν αλλαγές (λ.χ. 1989, 11/9/2001), ότι ίσως αυτό δεν είναι δυνατό ή ότι επιβάλλει την αλλαγή στην ίδια τη μορφή της τέχνης; Ο συμπατριώτης του το είχε πει, αποφαντικά όπως συνήθιζε, στη Θεωρία του μυθιστορήματος: «κάθε απόπειρα να απεικονιστεί το ουτοπικό ως υπαρκτό μπορεί να καταλήξει μόνο στην καταστροφή της μορφής».

Ο Κρασναχορκάι, ωστόσο, επιμένει να κρατά ανοιχτή τη δυνατότητα της γλώσσας και της λογοτεχνίας να μιλά – χωρίς πάντα να κατονομάζει τα πράγματα και, έτσι, να τα περιορίζει. Η ανάγνωση των έργων του αποτελεί μοναδική αισθητική εμπειρία, με τη σκέψη να μετεωρίζεται στα όρια της φιλοσοφίας και της τέχνης του λόγου. Αυτή «η εκ νέου επιβεβαίωση της δύναμης της τέχνης», που προβάλλει στο σκεπτικό της βράβευσης του Κρασναχορκάι η Σουηδική Ακαδημία, είναι η δύναμή της να υποβάλλει ως αισθητική εμπειρία έναν δικό της κόσμο ενίοτε πιο σκοτεινό από αυτόν που ζούμε, η δύναμη να μαρτυρά αισθητικά τρόπους θέασης απωθημένων αλλά ενεργών όψεων του κόσμου, η δύναμη να διατηρεί την ελπίδα και να συνεχίζει να διαβάζεται σε χαλεπούς καιρούς.

 

Τα βιβλία του Λάσλο Κρασναχορκάι στα ελληνικά 

Πόλεμος και πόλεμος, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, Πόλις, Αθήνα 2015

Η μελαγχολία της αντίστασης, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, Πόλις, Αθήνα 2016

Το τανγκό του Σατανά, μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου, Πόλις, Αθήνα 2018

Η Σέιομπο πέρασε από εκεί κάτω, μετάφραση: Μανουέλα Μπέρκι, Πόλις, Αθήνα 2019

Η επιστροφή του βαρόνου Βένκχαϊμ, μετάφραση: Μανουέλα Μπέρκι, Πόλις, Αθήνα 2020

Herscht 07769. Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ, μετάφραση: Μανουέλα Μπέρκι, Πόλις, Αθήνα 2023

Πάει και το φραντζολάκι, μετάφραση: Μανουέλα Μπέρκι, Πόλις, Αθήνα 2025

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.