Σύνδεση συνδρομητών

Το κυνήγι των αναμνήσεων

Τρίτη, 03 Φεβρουαρίου 2026 00:27
Ο Πατρίκ Μοντιανό.
Frankie Fouganthin
Ο Πατρίκ Μοντιανό.

Patrick Modiano, Η χορεύτρια, μετάφραση από τα γαλλικά: Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις, Αθήνα 2025, 112 σελ.

Μια χορεύτρια ξεφεύγει από το κοινωνικό περιθώριο χάρη στην τέχνη της. Όπως ο αφηγητής της ιστορίας της, ο Πατρίκ Μοντιανό, χρησιμοποιεί τη γραφή ως σανίδα σωτηρίας, ως όχημα για την κατάδυση στο παρελθόν και την κατανόηση του εαυτού του και της έως τώρα πορείας του, για να βάλει σε τάξη τις μνήμες από το παρελθόν και να αντιμετωπίσει το παρόν του: βρίσκει μια τέχνη γιατί, όπως ο χορός, το γράψιμο επίσης είναι μια «τέχνη που σου επιτρέπει να επιβιώσεις».

Αν ρωτήσει κανείς έναν πιστό αναγνώστη του Πατρίκ Μοντιανό τι είναι αυτό που κάνει το έργο του να ξεχωρίζει, θα απαντήσει δίχως δισταγμό: «η φασματική ατμόσφαιρα των πεζογραφημάτων και η αύρα της γραφής του». Όντως, η ατμόσφαιρα που βασιλεύει στα έργα του Μοντιανό είναι εθιστική. Η μελαγχολική αίσθηση που δημιουργεί η πένα του κάνει τον αναγνώστη να επιστρέφει ξανά και ξανά στις σελίδες του ή να αγωνιά για την έκδοση ενός ακόμη βιβλίου του. Με την ασφάλεια που χαρίζει η επανάληψη, ξέρει πως θα κινείται στο ίδιο χαμηλόφωνο μήκος κύματος και θα επανέρχεται σε οικείους και προσφιλείς τόπους, γεωγραφικούς και θεματικούς.

Στα πάντοτε μικρής έκτασης έργα του Μοντιανό δεν αναζητά κανείς τη θεματική πρωτοτυπία, τουναντίον, τα νέα κείμενά του κάθε φορά φαντάζουν εξαιρετικά όμοια και οικεία, ενώ είναι προφανές πως ο συγγραφέας αντλεί από το προσωπικό βίωμα[i]. Η σκιαγράφηση της τοπογραφίας του Παρισιού, που συνεχώς ανανεωμένη επανέρχεται, δεν ζωντανεύει απλώς την ατμόσφαιρα της εκάστοτε χρονικής περιόδου στην οποία ο συγγραφέας επιστρέφει: οι αναφορές σε δρόμους, πλατείες, στάσεις και διαδρομές λειτουργούν ως σημεία αναφοράς, ως οι μόνες σταθερές στις γεμάτες αβεβαιότητες και ανησυχία ζωές των ηρώων του, οι οποίοι εμφανίζονται και εξαφανίζονται δίχως προειδοποίηση, εγκαταλείπουν και εγκαταλείπονται με μεγάλη ευκολία, αλλάζουν ονόματα ή ταυτότητες και αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους όχι τόσο ως κενό καμβά αλλά μάλλον ως παλίμψηστη περγαμηνή.

 

Το κυνήγι των αναμνήσεων

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μοντιανό που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2023, και δυο χρόνια μετά στα ελληνικά σε λεπτοδουλεμένη, πιστή στο ελλειπτικό ύφος του πρωτοτύπου, μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, δεν αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα που μόλις αναφέραμε. Η χορεύτρια, ένα μικρό κομψοτέχνημα (μόλις 96 σελίδες στη γαλλική έκδοση, λίγες παραπάνω στην ελληνική) δεν είναι ένα βιβλίο με έντονη πλοκή ή δράση, αλλά μια εμπειρία της γνώριμης μοντιανικής ατμόσφαιρας. Ο αναγνώστης επιστρέφει στις οικείες τοποθεσίες και στο απαράμιλλο λογοτεχνικό ύφος του γάλλου συγγραφέα και καλείται να περιπλανηθεί σε αυτές νωχελικά, ακολουθώντας το ρυθμό των σκιών που αναδύονται από το παρελθόν, να εστιάσει στα μικρά και ασήμαντα, στις λεπτομέρειες των συμβάντων για τα οποία ο αφηγητής του έργου αναζητά απαντήσεις.

Γνωστός ως «χρονικογράφος της μνήμης», ο Μοντιανό μάς μεταφέρει από κεφάλαιο σε κεφάλαιο, σαν εκκρεμές, από τη σύγχρονη εποχή σε θραύσματα αναμνήσεων από το Παρίσι της δεκαετίας του 1960 όπου ένας νεαρός άντρας, ο αφηγητής της ιστορίας και πιθανό alter ego του συγγραφέα, είχε συνδεθεί με μια αινιγματική γυναίκα, μια νεαρή χορεύτρια που είχε χαθεί εδώ και χρόνια από τη ζωή του. Και σε αυτό το έργο ο Μοντιανό επιλέγει τη μορφή πρωτοπρόσωπης αφήγησης (με μερικές παρεκβάσεις τριτοπρόσωπης, όταν τη σκυτάλη την παίρνει η Χορεύτρια), που κινείται στα όρια της αυτομυθοπλασίας, με κεντρικό ήρωα έναν άνδρα ο οποίος περιδιαβάζει το γεμάτο τουρίστες, αγνώριστο πια, Παρίσι της μετα-Covid εποχής. Ακριβώς εκείνες τις ημέρες που οι εικόνες από μια μακρινή εποχή επανέρχονται με αυξανόμενη συχνότητα στη μνήμη του, μια τυχαία συνάντηση, έπειτα από πολλές δεκαετίες, με έναν άνδρα, τον πρώην σπιτονοικοκύρη του, Σερζ Βερζινί, που ωστόσο αρνείται πως είναι ο Σερζ Βερζινί, ανασύρει μνήμες από τη δεκαετία του 1960, όταν ο νεαρός τότε αφηγητής γνώρισε και ανέπτυξε μια ιδιόμορφη σχέση με μια νεαρή γυναίκα που μεγάλωνε τον μικρό γιο της, Πιερ – με τη συνδρομή των γονιών της τα πρώτα χρόνια της ζωής του, όπως ακριβώς η δική του μητέρα είχε εμπιστευτεί τον ανήλικο Πατρίκ στους γονείς της. Εποχές, σκέψεις, αισθήσεις και αναμνήσεις διασταυρώνονται και ενίοτε συγκρούονται, το νήμα του παρελθόντος αποδεικνύεται κομμένο σε πολλά σημεία και, αιφνιδιαστικά, επανεμφανίζονται θραύσματα μιας ζωής που μοιάζει πολύ μακρινή. «Πρέπει να βαδίσω με μετρημένα βήματα για να ξεγελάσω την αταξία και τις παγίδες της μνήμης» (σ. 37), παραδέχεται ο αφηγητής που, όπως και η Χορεύτρια, θα παραμείνει ανώνυμος μέχρι την τελευταία σελίδα.

Η αέρινη χορεύτρια, η μορφή της οποίας αναδύεται στη μνήμη του αιφνιδιαστικά, αναστημένη θαρρείς από τη λήθη, είναι ο χαρακτήρας που βρίσκεται στο επίκεντρο της ιστορίας. Την εποχή της γνωριμίας τους, η όμορφη νεαρή γυναίκα παρακολουθούσε μαθήματα κλασικού μπαλέτου στη Σχολή Ουακέρ στην Πλατεία Κλισί με τον διακεκριμένο ρώσο χορευτή και καθηγητή Μπαρίς Κνιάσεφ (1900-1975). Ταλαντούχα, αποφασισμένη να πετύχει και να καθιερωθεί στο καλλιτεχνικό στερέωμα, η κοπέλα αφιέρωνε τις περισσότερες ώρες της ημέρας στην τέχνη της, αναγνωρίζοντας πως ο χώρος είναι ιδιαίτερα απαιτητικός και πως η επιτυχία προϋποθέτει σκληρή πειθαρχία, πείσμα και ατσάλινη υπομονή. Ο αφηγητής, ο οποίος, σε εκείνη τη φάση της ζωής του έκανε τους πρώτους του πειραματισμούς με την τέχνη του λόγου ασχολούμενος κυρίως με τη στιχουργική –όπως ο συγγραφέας που έγραψε τραγούδια τα οποία σύντομα θα ερμήνευαν η Φρανσουάζ Αρντί («Etonnez-moi, Benoît») και η Ρετζίν («L’Aspire-à-cœurs»)–, σχεδόν τυχαία ξεκινά να συνοδεύει εκείνη και το γιο της στις διαδρομές τους στο βορειοδυτικό Παρίσι. Εκείνο το διάστημα, ήρθαν να ταράξουν τη ζωή της μυστικά από το οδυνηρό παρελθόν και την παιδική και εφηβική ηλικία της, όταν ένας άνδρας εμφανίστηκε ξαφνικά και την παρενοχλούσε. Έχοντας δεθεί συναισθηματικά τόσο με τη μητέρα όσο και με το γιο, ο αφηγητής πάσχιζε να τη βοηθήσει, παρά τις αρνήσεις της να μιλήσει για το τραυματικό παρελθόν  της. 

Σε σύντομα, άτιτλα, κεφάλαια, ο αφηγητής αναμειγνύει παρόν και παρελθόν, αληθινά περιστατικά και πρόσωπα κι άλλα επινοημένα και, χωρίς τίποτα περιττό, δημιουργεί την αίσθηση της αιώρησης από ανάμνηση σε ανάμνηση, καθώς προσπαθεί να αποτυπώσει και το παρελθόν αλλά και τη μορφή και την τοπογραφία ενός Παρισιού που παρήλθε ανεπιστρεπτί – του Παρισιού που είναι πανταχού παρόν, ο συνήθης κρυφός πρωταγωνιστής των ιστοριών του. Οι περιπλανήσεις αυτές έχουν καταπραϋντική επίδραση στην ψυχοσύνθεση του αφηγητή, ο οποίος αποδέχεται το ενδεχόμενο να μην καταφέρει να κερδίσει το παιχνίδι με τη λησμονιά. Αρώματα, φώτα, εικόνες και μουσικές από αλλοτινές στιγμές κάποιες στιγμές δημιουργούν στον αναγνώστη την εντύπωση πως δεν  διαβάζει Μοντιανό αλλά κάποιο απόσπασμα από έργο του επίσης νομπελίστα (1968) Γιασουνάρι Καουαμπάτα ή κάποιου άλλου ιάπωνα λογοτέχνη, απ’ αυτούς που τελειοποίησαν το mono no aware (όπως ονομάζεται η γλυκιά μελαγχολία για τους ανθρώπους και τα πράγματα που χάνονται).

Ο Μοντιανό τοποθετεί το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του σε μια μάλλον ζοφερή μεταπολεμική περίοδο, με ανεπαρκείς στεγαστικές επιλογές και εργασιακή επισφάλεια. Η εγκιβωτισμένη ιστορία των αναμνήσεων διαδραματίζεται την εποχή που ο Μοντιανό συνηθίζει να επιστρέφει, την εποχή της μποέμικης νεότητάς του, όταν ακόμη, όπως οι αφηγητές πολλών από τα έργα του, ήταν ένα είδος μοναχικού flâneur που σύχναζε σε καφέ και μπιστρό, μια εποχή που κυριαρχούσε η αίσθηση απεριόριστων δυνατοτήτων την οποία ολοφάνερα νοσταλγεί και ο αφηγητής του βιβλίου. Ουσιαστικά πρόκειται για μια περίοδο (ανα)διαμόρφωσης της ταυτότητας τόσο της γαλλικής πρωτεύουσας, που ήταν ακόμα σημαδεμένη από τη σκιά του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής, όσο και του ίδιου του αποπροσανατολισμένου αφηγητή που αναζητά σκοπό.

Το Παρίσι του Μοντιανό είναι ένα Παρίσι γκρίζο, μελαγχολικό, το Παρίσι των παρηκμασμένων και των εργατικών συνοικιών, των καφέ και των αδειανών πάρκων, όπου οι συναντήσεις με άτομα γνώριμα από το παρελθόν γίνονται σε διαβάσεις, σε καφέ ή στις αποβάθρες του μετρό. Η εικόνα αυτή του Παρισιού έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτή του σήμερα, με τις ορδές τουριστών και τη φασαρία, που ξενίζει τον ηλικιωμένο πια αφηγητή. Σαν ένας νέος Εμμανουέλ Μποβ (Emmanouel Bove, 1898-1945), ο Μοντιανό αποτυπώνει ονειρικές περιπλανήσεις στο Παρίσι μιας άλλης εποχής και σκιαγραφεί πρόσωπα αβέβαιης κοινωνικής θέσης με ημιτελείς βιογραφίες. Καθώς ο αναγνώστης αναγνωρίζει ονόματα διασημοτήτων και μπαίνει στον πειρασμό να εντοπίσει χαρακτήρες που πραγματικά υπήρξαν, ο μυθιστοριογράφος οπισθοχωρεί και θολώνει τα νερά αναμειγνύοντας τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα. Οι αλλαγές δεν χαράσσονται μόνο στα πρόσωπα των ηρώων που ο αφηγητής συναντά δεκαετίες μετά, αλλά και στην ίδια την πόλη των Φώτων: σαν δεύτερος Μπωντλαίρ, ο Μοντιανό θρηνεί τη χαμένη της σαγήνη και δεν διστάζει να παρομοιάσει τη σύγχρονη μορφή της πόλης με μεγάλο λούνα παρκ ή με duty free αερολιμένα. Το σημερινό Παρίσι είναι μια πόλη ρευστή, όπου όλα πρέπει πλέον μοιάζει να περνούν και να κυλούν αδιάκοπα, όπως τα πλήθη του μαζικού τουρισμού που σέρνουν τις βαλίτσες τους: «Οι περισσότεροι φορούσαν σορτς, μπλουζάκια και καπέλα από καμβά με γείσα. Κανένας τους δεν μπήκε στο καφέ όπου βρισκόμασταν, σαν να ανήκε ακόμα σε μια άλλη εποχή, προστατευμένο από αυτό το πλήθος», διαβάζουμε στις πρώτες σελίδες. Η σύγχρονη μορφή της πόλης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ομιχλώδη γοητεία της, όπως αυτή αναδύεται από τις νοσταλγικές περιγραφές γεγονότων του παρελθόντος που λάμβαναν χώρα σε μπουάτ, καφέ και μπιστρό, θέατρα, λεωφόρους, στενά και αποβάθρες του μετρό[ii].

Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα τι μπορεί να έχουν απογίνει ο μικρός Πιερ και η μητέρα του. Οι παράδοξες ασκήσεις μνήμης του αφηγητή, η επιμονή του να επιστρέφει, τα θραύσματα εικόνων από τη συναναστροφή με τη σαγηνευτική καλλιτέχνη και οι τρυφερές εικόνες από τις αμέτρητες ώρες που αφιέρωνε στον μικρό της γιο δίνουν την αίσθηση πως ο αφηγητής  ονειρεύεται ξύπνιος στο σήμερα. Τα ερωτήματα που θέτει μένουν σχεδόν όλα αναπάντητα, οι όποιες βεβαιότητες είναι εύθραυστες, αμφίσημη είναι και η φύση της σχέσης του με τη Χορεύτρια. Εκτός όμως από μια υπαινικτική αναφορά στη συμμετοχή των δυο τους σε ένα είδος ménage à trois με την Πόλα Χάμπερσεν, στο σπίτι της οποίας σύχναζαν κι οι δυο κεντρικοί ήρωες, δεν δίνονται παραπάνω λεπτομέρειες για το είδος του περίπλοκου δεσμού τους – είναι μάλλον η πρώτη φορά που έχουμε μια, έστω υπαινικτική, σκηνή ερωτικής επαφής σε κείμενο του συγγραφέα. Όπως και σε άλλα μυθιστορήματα του Μοντιανό, και εδώ βασιλεύει το μισοσκόταδο· οι ήρωες, προτιμούν να κυκλοφορούν το σούρουπο και το βράδυ. Η γνωστή μελαγχολία του Μοντιανό συνδυάζεται άψογα με τη διάχυτη ανησυχία που πλανάται στην ατμόσφαιρα και το αίσθημα δυσφορίας που προκαλείται από το γεγονός ότι γνωρίζει πως κινείται στο μεταίχμιο θολών αναμνήσεων και οριστικής λήθης, αιχμάλωτος ενός άχρονου παρελθόντος που είναι βασανιστικά παρόν.

Μακριά από μελοδραματικούς συναισθηματισμούς στην αφήγηση και από δραματικές κορυφώσεις στην πλοκή, ο Μοντιανό τοποθετεί τους ήρωές του σε έναν κόσμο όπου επικρατεί μια διαρκής υπαρξιακή έκτακτη ανάγκη. Για να ισορροπήσουν, καταφεύγουν στις αναμνήσεις τους ή τις επανεφευρίσκουν: ψάχνουν παλιά άρθρα και αποκόμματα εφημερίδων, αστυνομικά αρχεία και τηλεφωνικούς καταλόγους, απτές αποδείξεις ότι τα γεγονότα που επανέρχονται όντως συνέβησαν. Σε αυτό το κυνήγι των αναμνήσεων, φυσικά, ο συγγραφέας εμπιστεύεται και τη φαντασία του. Το μπαλέτο «Το τρένο των ρόδων», στο οποίο εξασκείται η χορεύτρια και το οποίο θα ανεβεί στο Θέατρο του Σανζ Ελιζέ, αποτελεί καθαρά επινόηση του συγγραφέα· πηγή έμπνευσης του τίτλου είναι πιθανότατα Το μπλε τρένο του Ζαν Κοκτό ή απλώς δανείστηκε το όνομα του υπαρκτού τρένου που διέσχιζε το βόρειο τμήμα της χώρας και έφτανε στο Παρίσι μεταφέροντας τριαντάφυλλα που στη συνέχεια πωλούνταν στα ανθοπωλεία του. Σαν σε καρέ ασπρόμαυρης ταινίας της nouvelle vague, η ανώνυμη Χορεύτρια συγχρωτίζεται με μεγάλα ονόματα της εποχής από την Παλιά Όπερα και τα Ρωσικά Μπαλέτα, όπως ο χορευτής Ζαν-Πιερ Μπονεφούς ή ο χορευτής και ηθοποιός Φελίξ Μπλασκά. Είναι εμφανής η νοσταλγία για την παλιά παριζιάνικη ζωή και για συνήθειες που δεν υπάρχουν πια, όπως τα ιδιωτικά ετήσια πάρτι αποκλειστικά για καλλιτέχνες.

 

Χρονικογράφος της μνήμης

Κατά βάση μυθιστοριογράφος, πολύ παραγωγικός μάλιστα, ο Πατρίκ Μοντιανό έχει γράψει ακόμα από ένα παιδικό κι ένα εφηβικό εικονογραφημένο βιβλίο, τρία θεατρικά έργα, έχει εκδώσει τέσσερις συλλογές δοκιμίων και άλλων κειμένων, έχει συνεργαστεί με τον Λουί Μαλ για το σενάριο της ταινίας Lacombe, Lucien, ενώ, όπως ο αφηγητής του τελευταίου του έργου, έχει γράψει και στίχους τραγουδιών.

Ξεκίνησε να δημοσιεύει τα έργα του 22 ετών, όταν ο φίλος και μέντοράς του Ραιημόν Κενώ (Raymond Queneau, 1903-1976) τον εισήγαγε στους λογοτεχνικούς κύκλους και τον σύστησε στον διευθυντή των Εκδόσεων Gallimard. Το πρώτο βιβλίο του, La Place de l’étoile (1968), είναι ένα μυθιστόρημα με υλικό για τη δράση του πατέρα του τα χρόνια της γερμανικής κατοχής (1940-44). Με το βιβλίο αυτό, καθώς και με τα δύο επόμενα, το La Ronde de nuit (1969) και Les Boulevard de ceinture (1972), που συναποτελούν την περίφημη Trilogie de l’Occupation (Τριλογία της Κατοχής), ο Μοντιανό επιστρέφει ξανά και ξανά σε ένα τραύμα ακόμη νωπό, προσωπικό και συνάμα ιστορικό, για τις πιο σκοτεινές σελίδες της νεότερης γαλλικής ιστορίας. Ήρωές του, συνεργάτες των Γερμανών, γάλλοι ναζί, δωσίλογοι, υποστηρικτές του καθεστώτος του Βισύ και άνθρωποι του υποκόσμου που πλούτισαν στην κατοχή. Τα πρώτα αυτά έργα του προκάλεσαν μεν την έντονη δυσαρέσκεια του πατέρα του, ενός Εβραίου γεννημένου στη Θεσσαλονίκη με καταγωγή από την Αλεξάνδρεια,  που όχι μόνο δεν φόρεσε ποτέ το κίτρινο αστέρι αλλά έδρασε ως μαυραγορίτης (και ενδεχομένως ως πληροφοριοδότης του εχθρού) στην κατοχή, έφεραν όμως την αναγνώριση στον τολμηρό συγγραφέα και τα πρώτα μεγάλα βραβεία.

Ο Μοντιανό επιστρέφει συχνά σε αυτή τη δύσκολη περίοδο και στις αναμνήσεις μιας ζωής που ο ίδιος δεν έζησε αλλά τον στοιχειώνει (γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου 1945, ένα σχεδόν χρόνο μετά την Απελευθέρωση του Παρισιού). Επίσης αγαπημένη εποχή είναι και τα πρώτα χρόνια της παιδικής του ηλικίας, η οποία έληξε απότομα με το θάνατο του Ρουντί, του μικρού του αδερφού, 9 χρόνων, από λευχαιμία. Παιδιά σε ορφανοτροφεία κι άλλα που μεγαλώνουν παραμελημένα στη σκιά του υποκόσμου, με γονείς άτομα του περιθωρίου, σε περιβάλλοντα όπου κυριαρχούν οι ύποπτες συναλλαγές, το έγκλημα, η ημιπαρανομία…

Το 2014, όταν τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το γαλλόφωνο αναγνωστικό κοινό δεν εξεπλάγη. Ήταν ήδη ευρύτερα γνωστός. Μάλιστα, οι σπουδαστές της γαλλικής γλώσσας ανά τον κόσμο είχαν την ευκαιρία να μυηθούν στον μελαγχολικό κόσμο και την ιδιαίτερη γραφή του Μοντιανό μέσω του ιλιγγιώδους La ronde de nuit (1969), του εξαιρετικού δεύτερου έργου του και δεύτερου μέρους της Τριλογίας της Κατοχής, που αποτελούσε (προφητικά;) τμήμα της εξεταστέας ύλης για την απόκτηση του πτυχίου γλωσσομάθειας Sorbonne C2. Εξεπλάγησαν, πάντως, πολλοί αγγλοσάξονες κριτικοί που δήλωναν την έκπληξή τους και σχολίαζαν ειρωνικά το χαρακτηρισμό  «Μαρσέλ Προυστ της εποχής μας»[iii] – εύλογη ωστόσο αντίδραση, καθώς ώς τη βράβευσή του ένα μόνο μυθιστόρημά του Μοντιανό είχε μεταφραστεί στα αγγλικά[iv] και παρέμενε σχεδόν άγνωστος στο αγγλόγλωσσο κοινό. Στη χώρα μας, πάντως, είχε αρχίσει να μεταφράζεται εκτεταμένα ήδη από το 1987, ενώ από τις αρχές του 2000 όλα τα βιβλία του εκδίδονται αποκλειστικά από τις εκδόσεις Πόλις. Πάντως, η περίφημη Τριλογία, την αξία της οποίας εκτίμησε η Σουηδική Ακαδημία όταν έκανε λόγο στην αναγγελία της βράβευσης του Μοντιανό για την «τέχνη της μνήμης, χάρη στην οποία ο συγγραφέας ζωντάνεψε τις πιο ανεπαίσθητες ανθρώπινες ιστορίες κι έφερε στο φως τη ζωή στην Κατοχή», παραμένει αμετάφραστη στα ελληνικά.

 

Η τέχνη ως σωτηρία

Ο Μοντιανό δεν έκρυψε ποτέ πως αφετηρία για τη συγγραφική του δραστηριότητα αποτέλεσε η εμμονική επιστροφή στην παιδική του ηλικία που ήταν μια εποχή βουτηγμένη στο άγχος και τα ψέματα, καθώς και η προσπάθεια επίλυσης του αινίγματος που αποτελούσε γι’ αυτόν ο πατέρας του, με τον οποίο είχε τρικυμιώδη σχέση[v]. Από τις απαρχές της συγγραφικής του πορείας οι βασικές θεματικές του έργου του παραμένουν η γερμανική κατοχή και η αναζήτηση ταυτότητας, η εξεύρεση ή συγκρότηση της οποίας δεν μπορεί παρά να επέλθει μέσα από την καταβύθιση στο παρελθόν[vi]. Επιπλέον, όπως παραδέχεται στη Ντόρα Μπρούντερ,

Εγώ ήθελα στο πρώτο μου βιβλίο να απαντήσω σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, των οποίων οι προσβολές με είχαν πληγώσει εξαιτίας του πατέρα μου. Και, στο χώρο της γαλλικής πεζογραφίας, να τους αποστομώσω μια και καλή.[vii]

Η λογοτεχνία του Μοντιανό κινείται στο σύνολό της στα όρια της αυτομυθοπλασίας[viii]. Στα περισσότερα μυθιστορήματά του, μάλιστα, σκιαγραφούνται χαρακτήρες που μπορεί να βασίζονται στον βίο και τις προσωπικότητες των γονιών του. Άνθρωποι που υποτίμησαν ή απαρνήθηκαν το ρόλο του γονέα, γυναίκες που προσπαθούν να πετύχουν στο χώρο των τεχνών και του θεάματος και άνδρες που οδηγούνται σε ύποπτες συναλλαγές και συνεργασίες με απατεώνες με μοναδικό σκοπό τον γρήγορο πλουτισμό, εγκαταλείποντας τα παιδιά τους, παρελαύνουν στο σύνολο της εργογραφίας του. Ο ίδιος ο Μοντιανό και ο μικρότερος αδερφός του έζησαν μια χαοτική παιδική ηλικία, με τους γονείς τους να τους εμπιστεύονται εναλλάξ σε παππούδες, φίλους και νταντάδες. Μάλιστα, τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Πατρίκ μιλούσε αποκλειστικά φλαμανδικά, τη μητρική γλώσσα της μητέρας του, της ηθοποιού Louisa Colpeyn,  καθώς την ανατροφή του είχαν αναλάβει οι γονείς της. Στη συνέχεια αυτός και ο αδερφός του έζησαν μόνοι με μια γκουβερνάντα στο Μπιαρίτς και, μετά τον πρόωρο θάνατο του αδερφού του, πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του εσώκλειστος σε οικοτροφεία. Ολοκλήρωσε την εγκύκλια εκπαίδευσή του στο περίφημο Lycée Henri-IV, δεν φοίτησε ωστόσο στην τριτοβάθμια.

Όπως σε αρκετά από τα έργα του, έτσι και στη Χορεύτρια, αφουγκραζόμαστε την ηχώ της πληγωμένης και δυστυχισμένης παιδικής ηλικίας του ίδιου του Μοντιανό και της ανάγκης του να προσφέρει στους μικρούς και αθώους ήρωες όσα εκείνος στερήθηκε. Υποκρύπτοντας ένα ματαιωμένο στην εκδήλωσή του οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το μοτίβο της πρόωρα χαμένης ή απρόσιτης μητέρας είναι παρόν και στην Χορεύτρια. Η αιθέρια μορφή, οι εκδηλώσεις τρυφερότητας, το κάλλος, τα φορέματα, οι μικρές κινήσεις, τα βλέμματα και τα αγγίγματα της Χορεύτριας εξιδανικεύονται, σχεδόν ειδωλοποιούνται από τον αφηγητή, όπως ο μικρός Πατρίκ εξιδανίκευσε (τα πρώτα χρόνια της ζωής του και προτού την απορρίψει οριστικά) τη μητέρα, την αγάπη της οποίας δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να χαρεί. Αντίστοιχα, ο μικρός Πιερ, ακόμη κι όταν ζει πια με τη μητέρα του, συνεχίζει να περνά περισσότερες ώρες της ημέρας παρέα με άλλους ενήλικους, όπως ο αφηγητής· μαζί με τον Οβίν, ο ανώνυμος αφηγητής γίνεται συνοδός και φροντιστής του αγοριού, όπως ο αφηγητής του Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά…[ix]  δέχεται τη θέση της «γκουβερνάντας» της Μικρής Μπιζού, της παραμελημένης εξάχρονης κόρης μιας ανερχόμενης ηθοποιού του θεάτρου. Πρόκειται για τη γνώριμη «συνήθεια» των ηρώων του Μοντιανό –αλλά και του συγγραφέα στην προσωπική του ζωή, καθώς ζει απόλυτα αφοσιωμένος στη σύζυγο και τις δυο κόρες τους–, να αναλαμβάνουν το ρόλο του προστάτη εκείνων που δεν γνώρισαν άλλη πατρική μορφή. Και σε αυτό το βιβλίο, ο αναγνώστης θα αναρωτηθεί, ή, ορθότερα, θα υποψιαστεί ότι o ανώνυμος αφηγητής είναι ο ίδιος ο Μοντιανό, ο οποίος αναμετριέται με το προσωπικό του τραύμα, αντλώντας υλικό από τις προσωπικές του εμπειρίες για τη σύνθεση της ιστορίας.

«Ξέρω ότι οι ιστορίες ζωής αυτών των σκιών δεν ενδιαφέρουν κανέναν, αλλά αν δεν τις έγραφα, κανείς άλλος δεν θα το έκανε», λέει ο αφηγητής του Les Boulevards de ceinture, του τρίτου έργου του Μοντιανό. Η φράση αυτή αφορά το σύνολο των ιστοριών του, στις οποίες δεσπόζουν αβέβαιες αναμνήσεις και οι άνθρωποι-φαντάσματα από τα νεανικά του χρόνια που επανέρχονται και τον στοιχειώνουν χρόνια μετά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο αφηγητής-προσωπείο του Μοντιανό γράφει το ίδιο μυθιστόρημα ξανά και ξανά – κάτι που και ο ίδιος έχει παραδεχτεί[x]. Δεν πρέπει ωστόσο να παρασυρθούμε από τη μένουν ίδια και απαράλλαχτα. Τουναντίον! Μικρές αλλά διακριτές τροποποιήσεις εντοπίζονται στην εξέλιξη της εργογραφίας του, ενώ στοιχεία που δεν είχαμε συναντήσει μέχρι τώρα στα έργα του, όπως ο μυστικισμός και το θρησκευτικό στοιχείο, εμφανίζονται στη Χορεύτρια. Εδώ αναπτύσσει μια πετυχημένη παραλληλία μεταξύ της τέχνης του χορού και της τέχνης της γραφής. Το επάγγελμα της κεντρικής ηρωίδας γίνεται η ταυτότητά της, η αφοσίωση στην τέχνη της γίνεται το παράδειγμα που παρακινεί τον αφηγητή να αφιερωθεί στο γράψιμο. Αντί να τη σώσει εκείνος, όπως διακαώς επιθυμεί, είναι οι δικές της παρατηρήσεις που τον ενθαρρύνουν ή τον προσγειώνουν απότομα, αυτό που τον ωθεί να καλλιεργήσει το συγγραφικό του ταλέντο, να βρει ένα σκοπό στη ζωή του και να σωθεί από τις άσκοπες περιπλανήσεις. Με παρότρυνση του Μορίς Ζιροντιάς (1919-1990), του γάλλου εκδότη και ιδρυτή του Olympia Press, ο αφηγητής αναλαμβάνει τη διόρθωση της μετάφρασης λογοκριμένων αγγλόφωνων έργων και την προσθήκη σκηνών που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο κείμενο· αυτό τον τρόπο «εισόδου στη λογοτεχνία» η Χορεύτρια τον ειρωνεύεται καθώς δεν τον θεωρεί δημιουργία και τον προτρέπει να βρει τη δική του φωνή.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια χορεύτρια έχει το ρόλο της βασικής ηρωίδας σε έργο του Μοντιανό. Στο μοναδικό παιδικό του βιβλίο, Catherine Certitude (Gallimard 1988), η ιδιοκτήτρια μιας σχολής χορού στη Νέα Υόρκη αναθυμάται την παιδική της ζωή στο Παρίσι που σημαδεύτηκε από την επιθυμία της να ασχοληθεί με το χορό και την εξαιρετική σχέση που ανέπτυξε με τον πατέρα της μετά την εγκατάλειψή τους από την, επίσης χορεύτρια, φιλόδοξη και απόμακρη μητέρα της, η οποία προτίμησε να κυνηγήσει μια καριέρα. Η Χορεύτρια, όπως πολλές από τις ηρωίδες του Μοντιανό, είναι κι αυτή μια γυναίκα που θυσιάζει κάτι στον βωμό της τέχνης. Είναι όμως και μια γυναίκα που προσπάθησε να ξεφύγει από τον κόσμο του περιθωρίου, όπου την ωθούσε μια αινιγματική εφηβεία. Σε αντίθεση με άλλες ηρωίδες του, η Χορεύτρια καταφέρνει να βρει το φως και να γλιτώσει από την καταστροφή, χάρη στην τέχνη της, χάρη δηλαδή στο χορό –που όπως έχει ομολογήσει τον ενθουσίαζε από νεαρή ηλικία. Μέσα από το χορό, η νεαρή γυναίκα αντιμετωπίζει τους δαίμονες που καθόρισαν το παρελθόν της, ξεφεύγει από αυτό που υπήρξε και με μεγάλη επιμονή και αυτοπειθαρχία γίνεται αυτό που ονειρεύτηκε να γίνει. Αντίστοιχα, ο αφηγητής χρησιμοποιεί τη γραφή ως σανίδα σωτηρίας, ως όχημα για την κατάδυση στο παρελθόν και την κατανόηση του εαυτού του και της έως τώρα πορείας του, για να βάλει σε τάξη τις μνήμες από το παρελθόν και να αντιμετωπίσει το παρόν του: βρίσκει μια τέχνη γιατί, όπως ο χορός, το γράψιμο είναι  μια «τέχνη που σου επιτρέπει να επιβιώσεις». Πιο ώριμος από ποτέ, ο αφηγητής-συγγραφέας αποδέχεται για πρώτη φορά πως η επίλυση των αινιγμάτων του παρελθόντος ενδεχομένως να μην επιτευχθεί ποτέ και φαίνεται συμφιλιωμένος με το γεγονός πως η ανάκτηση της μνήμης και η αναζήτηση απαντήσεων ίσως τελικά να μην είναι και τόσο αναγκαίες για τη νοηματοδότηση του «αιωνίως παρόντος» παρελθόντος· αρκεί που τα αινίγματα αυτά αποτέλεσαν έμπνευση και κίνητρα για την ενασχόληση με την τέχνη του.

 

ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΚ ΜΟΝΤΙΑΝΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

1987 Η χαμένη γειτονιά, μετάφραση: Μπάμπης Λουκούδης, Χατζηνικολή, Αθήνα, 158 σελ. (Quartier perdu, Gallimard 1985)

1988 Οδός σκοτεινών μαγαζιών, μετάφραση: Λήδα Παλλαντίου, Κέδρος, Αθήνα, 213 σελ. (Rue des Boutiques obscures, Gallimard 1978). Τιμήθηκε με το Βραβείο Goncourt.

1992 Άνθη ερειπίων, μετάφραση: Μανώλης Κορνήλιος, Οδυσσέας, Αθήνα, 157 σελ. (Fleurs de ruine, Gallimard, 1991)

1994 Η Κατρίν με τα γυαλιά, παιδικό βιβλίο με εικονογράφηση του  Jean-Jacques Sempé, Τεκμήριο, Αθήνα, 96 σελ. (Catherine Certitude, Gallimard 1998)

1995 Το άρωμα της Υβόννης, μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου-Dougé & Βάσω Νικολοπούλου, Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 222 σελ. (Villa Triste, Gallimard 1975). Τιμήθηκε με το Prix des Libraires. Για την ελληνική μετάφραση επιλέχθηκε ο τίτλος Le Parfum d’Yvonne, με τον οποίο το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1994 σε σκηνοθεσία Patrice Leconte. Επανέκδοση 2014, με τον πρωτότυπο τίτλο Βίλα θλίψη και, σε άλλη επανέκδοση, ως Η βίλα της θλίψης

1996 Κυριακές του Αυγούστου, μετάφραση: Αντώνης Καραβασίλης, Καστανιώτη, Αθήνα, 184 σελ. (Dimanches d'août, Gallimard 1986)

1998 Ντόρα Μπρούντερ, μετάφραση: Καλή Τζώρτζη, Πατάκη, Αθήνα, 117 σελ. (Dora Bruder, Gallimard 1997). Επανέκδοση 2004

2002 Η μικρή Μπιζού, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις, Αθήνα, 151 σελ. (La Petite Bijou, Gallimard 2001). Επανέκδοση 2014. Τιμήθηκε με το prix Jean-Monnet de littérature européenne (2002)

2004 Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά…, μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου-Dougé & Βάσω Νικολοπούλου, Πόλις, Αθήνα, 180 σελ. (De si braves garçons, Gallimard 1982). Επανέκδοση 2014, 2016

2005 Νυχτερινό ατύχημα, μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου-Dougé & Βάσω Νικολοπούλου, Πόλις, Αθήνα, 115 σελ. (Accident nocturne, Gallimard 2003). Επανέκδοση 2014

2008 Στο café της χαμένης νιότης, μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις, Αθήνα, 151 σελ. (Dans le café de la jeunesse perdue, Gallimard 2007). Επανέκδοση το 2014. Η μετάφραση τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης Γαλλόφωνης Λογοτεχνίας ΕΚΕΜΕΛ (2009)

2015 Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά, μετάφραση: Ρούλα Γεωργακοπούλου, Πόλις, Αθήνα, 200 σελ. (Pour que tu ne te perdes pas dans le quartier, Gallimard 2014)

2017 Λακόμπ Λυσιέν, σε συνεργασία με τον Louis Malle, μετάφραση: Μαρία Γαβαλά, Πόλις, Αθήνα, 144 σελ. Σενάριο της ταινίας Lacombe Lucien (1974)

2018 Ένα πεντιγκρί, μετάφραση: Ελένη Τζιάφα, Πόλις, Αθήνα, 136 σελ. (Un pedigree, Gallimard 2005)

2018 Ναρκωμένες αναμνήσεις, μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου, Πόλις, Αθήνα, 126 σελ. (Souvenirs dormants, Gallimard 2017).

2023 Chevreuse, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις, Αθήνα, 144 σελ. (Chevreuse, Gallimard 2021).

2025 Η χορεύτρια, μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις, Αθήνα, 120 σελ. (La Danseuse, Gallimard 2023).

 

[i] Ο ίδιος ο Μοντιανό παρουσιάζεται μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας από τον Denis Cosnard, Dans la peau de Patrick Modiano, Fayard, Paris 2011.

[ii] Μια εικονογραφημένη ξενάγηση στο Παρίσι του Μοντιανό προσφέρει η ωραία έκδοση του Gilles Schlesser, Paris dans les pas de Patrick Modiano, Parigramme, Paris 2019.

[iii] Ο χαρακτηρισμός «Προυστ της εποχής μας» αποδόθηκε στον Μοντιανό από τον Peter Englund, γραμματέα της Σουηδικής Ακαδημίας, κατά την ανακοίνωση του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2014. Mark BrownKim Willsher & Alison Flood, “Nobel prize winner Patrick Modiano hailed as modern Marcel Proust”, The Guardian 9/10/2014.

[iv] Πρόκειται για το Dora Bruder (1997) που είχε μεταφραστεί από την Joanna Kilmartin (University of California Press,  Berkeley 1999), με τον τίτλο The Search Warrant για τη βρετανική έκδοση (Random House, London 2000). Στη γλώσσα μας κυκλοφόρησε με τον πρωτότυπο τίτλο: Ντόρα Μπρούντερ, μετάφραση Καλή Τζώρτζη, Πατάκη, Αθήνα 1998 (2014 & 2024).

[v] Για την εμμονική προσκόλληση του Μοντιανό στις αναμνήσεις, την αναδιήγηση του παρελθόντος και την ανακατασκευή της ταυτότητας βλ. Constantina Thalia Mitchell & Paul Raymond Côté, Shaping the Novel: Textual Interplay in the Fiction of Malraux, Hébert, and Modiano, Berghahn Books, Oxford 1996, σ. 161-210.

[vi] Σχετικές επιμέρους μελέτες περιέχονται στο Martine Guyot-Bender & William VanderWolk (επιμ.), Paradigms of Memory: The Occupation and Other Hi/stories in the Novels of Patrick Modiano, Peter Lang, New York 1998.

[vii] Για την πρώτη περίοδο του έργου του βλ. τη μονογραφία του Morris, ο οποίος τον αντιμετωπίζει ήδη από το 1996 ως κορυφαίο συγγραφέα. Alan Morris, Patrick Modiano, Berg Publishers, Oxford 1996.

[viii] Το πιο πρόσφατο εισαγωγικό και εύληπτο βιβλίο είναι της Myriam Ruszniewski, L'inaccessible étoile: Lire Patrick Modiano, David Reinharc Editions, Paris 2024.

[ix] Patrick Modiano, De si braves garçons, Gallimard, Paris 1982. Ελληνική έκδοση: Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά…, μετάφραση Βάση Νικολοπούλου & Νίκη Ντουζέ, Πόλις, Αθήνα 2004.

[x] Euan Cameron, “Patrick Modiano: ‘I became a prisoner of my memories of Paris’”, The Guardian 31/10/2015, και Ilana Moryoussef, “Patrick Modiano: ‘Mes romans changent de titre, mais on pourrait les supprimer et cela ferait un seul livre’”, France Inter 5/10/2021.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.