Γεννημένος στο γαλλικό Αλγέρι το 1950, ο Γκενασιά, που αρχικά εργάστηκε ως νομικός και σεναριογράφος, έγραψε το 1986 το πρώτο του βιβλίο, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που τιμήθηκε με το βραβείο Michel Lebrun. Ακολούθως έγραψε για το θέατρο και, 21 χρόνια αργότερα, επέστρεψε στην πεζογραφία με τη Λέσχη, το μυθιστόρημα που κέρδισε τις καρδιές μικρών και μεγάλων αναγνωστών και οδήγησε στη βράβευσή του με το μαθητικό Goncourd, το βραβείο που απονέμεται σε ετήσια βάση από μια επιτροπή 2.000 λυκειοπαίδων της Γαλλίας. Στο πολυσέλιδο αυτό έργο, ο Γκενασιά ξεκίνησε να κάνει αυτό που κάνει σε όλα σχεδόν τα έργα του: να χρησιμοποιεί δηλαδή τους ήρωές του ως οχήματα για τη διερεύνηση και ενίοτε την αξιολόγηση των συνεπειών που έχουν οι ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις και αλλαγές στις ανθρώπινες σχέσεις και στις ζωές των απλών ανθρώπων. Με τη Λέσχη γνώρισε διεθνή επιτυχία, αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και έκτοτε γράφει και εκδίδει συστηματικά τα έργα του.
Στη γαλλική έκδοση, το εξώφυλλο του βιβλίου είναι διαφορετικό από αυτό που επιλέχθηκε για την ελληνική: περιλαμβάνει την ασπρόμαυρη φωτογραφία μιας παρέας νεαρών ποδηλατών. Μια παρέα τεσσάρων παιδιών είναι, άλλωστε, οι κεντρικοί ήρωες του μυθιστορήματος που είναι η σάγκα όχι μιας αλλά τριών οικογενειών. Η ιστορία ξεκινά μέσα στη γενική ευφορία του Μεσοπολέμου, στις όχθες του Μάρνη, εκεί όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται, χορεύουν, ερωτεύονται, ελπίζοντας πως το κακό, ο Μεγάλος Πόλεμος, ανήκει πια στο παρελθόν και κανένα σύννεφο δεν θα σκιάσει ξανά τον γαλάζιο ουρανό τους. Εκείνη την περίοδο γεννιούνται τα τέσσερα παιδιά, το «κουαρτέτο του Σεν Μορ», όπως τα λένε: ο Ντανιέλ, ο γιος της Μαντλέν, τα αχώριστα δίδυμα Τομά και Μαρί, τέκνα της Ζαν, και η Αρλέν που γεννήθηκε την ίδια μέρα με τον Ντανιέλ και την οποία, παρά την ταπεινή της καταγωγή, οι υπόλοιποι θεωρούν ισότιμη φίλη τους. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, ο έρωτας χτυπά την πόρτα και ταράζει τις ισορροπίες των μεταξύ τους σχέσεων. Η Μαρί, που ασχολείται με την αποκατάσταση εκκλησιαστικών βιτρό και κάνει την επανάστασή της κουρεύοντας α λα γκαρσόν την πλούσια κόμη της και φορώντας παντελόνια, χαρίζει την καρδιά της στον Ντανιέλ, εκείνος όμως, όπως και ο ευαίσθητος ποιητής Τομά, είναι ερωτευμένος με την Αρλέν. Η απόφαση του Τομά να βάλει τέλος στη ζωή του είναι το συμβάν που θα καθορίσει το πεπρωμένο όλων των ηρώων.
Ο θρίαμβος της γυναίκας
Πρωτότοκη από τις τέσσερις κόρες της Ιρέν, μιας ράφτρας, πρώην σερβιτόρας, και του Ζορζ, ενός γυναικά ξυλουργού στα κινηματογραφικά στούντιο που χάθηκε στη μάχη τα χρόνια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου χωρίς το σώμα του να βρεθεί ποτέ, η Αρλέν είναι ένα εξαιρετικά προικισμένο πνευματικά πλάσμα που ονειρεύεται να γίνει μηχανικός, η πρώτη γυναίκα μηχανικός της πατρίδας της. Σε μια κοινωνία φορτωμένη με προκαταλήψεις, θα αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες και θα κάνει πολλές θυσίες για να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Κατά συνέπεια, η Αρλέν, αυτή η ευφυέστατη και πεισματάρα κοπέλα που φιλοδοξεί να διαπρέψει σε έναν κατεξοχήν ανδροκρατούμενο επιστημονικό και επαγγελματικό τομέα, είναι αδιαμφισβήτητα η πρωταγωνίστρια του έργου. Ωστόσο και τα άλλα τρία μέλη της παρέας, σκόπιμα πολυδιάστατοι χαρακτήρες, όπως και οι εκπρόσωποι παλαιότερων γενεών, διεκδικούν το μερίδιό τους, καθώς ο συγγραφέας επιτρέπει να εμβαθύνουμε στον τρόπο σκέψης και στα βιώματά τους.
«Δεν υπάρχουν γυναίκες μηχανικοί, ξέρεις γιατί; Επειδή δεν θα μπορέσεις ποτέ να επιβληθείς στους εργάτες ενός εργοστασίου ή ενός εργοταξίου, είναι αδύνατον, θα σε κοροϊδέψουν κατάμουτρα, κουράζεσαι για το τίποτα», θα τη συμβουλεύσει ο Ντανιέλ κατά τη διάρκεια της πρώτης χρονιάς φοίτησής τους σε ένα από τα ελάχιστα μεικτά σχολεία της εποχής. «Όλα αλλάζουν ασταμάτητα, αυτό ονομάζεται εξέλιξη, πριν ήσουν πρώτος, τώρα είμαι πρώτη εγώ. Είσαι δεύτερος και ξέρεις γιατί;… Επειδή είμαι καλύτερη από σένα», θα του απαντήσει γεμάτη αυτοπεποίθηση η Αρλέν (σελ. 168). Μέχρι το τέλος της ιστορίας θα τη δούμε να γίνεται μέλος του CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας) και αργότερα της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, διαψεύδοντας όσους αμφισβήτησαν την ίδια και το φύλο της. Η ηρωίδα του Γκενασιά ενσαρκώνει μια νέα γενιά γυναικών που δεν επιθυμούν πια την προστασία του γάμου και, ως εκ τούτου, δεν έχουν ανάγκη τους άντρες – κάτι που είχαν συνειδητοποιήσει οι μανάδες τους, αν μη τι άλλο εξαιτίας του Μεγάλου Πολέμου, αλλά λόγω ανατροφής και αντιλήψεων αρνούνταν να αποδεχτούν. Ο γάμος, η οικογένεια δεν είναι αρκετά για να τις κάνουν να εγκαταλείψουν τις φιλοδοξίες τους – ακόμη κι όταν η Αρλέν θα ερωτευτεί, η εξέλιξη αυτών των σχέσεων θα επιβεβαιώσει τις πεποιθήσεις και τις αποφάσεις της.
Η Ιστορία είναι ο καθοριστικός παράγοντας της ζωής των τεσσάρων ηρώων και σε αυτό το έργο του Γκενασιά, όχι όμως ο καθοριστικότερος. Η πορεία των τεσσάρων παιδιών που μεγαλώνουν μεταξύ της περιοχής του Παρισιού και του Ντινάρ ξεκινά το 1920 και φθάνει ώς τα τέλη του 1960 (την περίοδο δηλαδή που προηγείται εκείνης στην οποία τοποθέτησε το magnum opus του): γεννημένα το διάστημα του Μεσοπολέμου και μεγαλωμένα κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, βλέπουν τον κόσμο να αλλάζει, όχι όμως πάντα με τους ρυθμούς ή προς την κατεύθυνση που θα επιθυμούσαν. Η προσωπική ιστορία του κάθε ήρωα ενσωματώνεται στη μεγαλύτερη ιστορία, στην ιστορία μιας γενιάς που βιώνει τρεις διαδοχικούς πολέμους (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Α΄ Πόλεμος της Ινδοκίνας και Πόλεμος της Αλγερίας), οικονομικές και κοινωνικές αναταραχές, αγώνες, αλλά και την αναζήτηση ενός ιδανικού σε αναδυόμενα πολιτικά κινήματα ή φιλοδοξίες που ξεπερνούν αυτές της οικογένειάς τους και της κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκαν όταν γεννήθηκαν. Αργότερα, τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, βλέπουμε μέσα από τα μάτια της Αρλέν, επιστήμονα πια και αρωγού στην προσπάθεια της Γαλλίας του Ντε Γκωλ να κατασκευάσει τη δική της ατομική βόμβα, τον αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση και την προσπάθεια εξισορρόπησης επαγγελματικής και προσωπικής-οικογενειακής ζωής. Παράλληλα, χάρη στα ταξίδια της στην Αλγερία και τη συμμετοχή στην όχι και τόσο ένδοξη ιστορία των πυρηνικών δοκιμών που διεξήγαγε η Γαλλία στη Σαχάρα της Αλγερίας, γινόμαστε μάρτυρες των περιβαλλοντικών και κοινωνικών συνεπειών τους στη χώρα, της πορείας αποαποικιοποίησης της Αλγερίας αλλά και των συνεπειών της στη γαλλική κοινωνία.
Σε πολλά σημεία του έργου ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα που συχνά θέτουμε και στους εαυτούς μας: ως ενήλικοι, ως υπεύθυνα και συνειδητά όντα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι να ασκήσουμε τη βούλησή μας και να καθορίσουμε το πεπρωμένο μας ή οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως είμαστε έρμαια δυνάμεων που βρίσκονται πάνω από εμάς, αποδεχόμενοι μοιρολατρικά αυτό που «έχει και για μας ο Θεός»; Όπως ο κινέζος στρατηγός, στο Εγκώμιο της απραξίας του Φρανσουά Ζυλλιέν,[2] που επιλέγει, αντί να καταστρώσει μεγαλεπήβολα σχέδια, να συντονιστεί με τη ροή των πραγμάτων, οι ήρωες του Γκενασιά εναρμονίζουν συνειδητά ή ασυνείδητα τις ενέργειές τους με την προδιαγεγραμμένη πορεία της κατάστασης στην οποία βρίσκονται κάθε φορά. Δεν πρόκειται για μοιρολατρία αλλά για ευελιξία και προσαρμοστικότητα μπροστά στα αναμενόμενα χτυπήματα της μοίρας και τις απόλυτα αληθοφανείς «εκπλήξεις» της ζωής. Καταλήγει ο συγγραφέας:
Όταν δεν έχουμε απαραίτητα την επιλογή ανάμεσα σε μια καλή και μια κακή λύση, πρέπει να βουτήξουμε στο παγωμένο νερό, να κολυμπήσουμε και να επιβιώσουμε. Η αλήθεια είναι ότι δεν παίρνουμε ποτέ απόφαση αντίθετη από αυτό που είμαστε, την απόφαση τη γνωρίζουμε εξαρχής, επειδή η απόφαση είναι η ιστορία μας. Δεν επιλέγουμε τίποτα, βάζουμε απλώς τα βήματά μας στον χαραγμένο δρόμο, εκπληρώνουμε πάντα αυτό που είμαστε. (σελ. 540)
Η Γαλλία του εικοστού αιώνα
Με τη γνωστή του δεξιοτεχνία ο Γκενασιά υφαίνει την προσωπική περιπέτεια των ηρώων του στον ιστορικό καμβά και σκηνοθετεί τη σύνθετη τοιχογραφία μιας περιόδου της γαλλικής ιστορίας κατά την οποία συμβαίνουν μεγάλες αλλαγές, εστιάζοντας στα ζητήματα που απασχόλησαν τη χώρα το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα. Ωστόσο, οι ήρωες και η θεματολογία του βιβλίου μάλλον δύσκολα θα καταφέρουν να συναρπάσουν τον έλληνα αναγνώστη όσο τον συνάρπασε η Λέσχη...
Βασικές θεματικές του Γκενασιά, εδώ, είναι η θέση της γυναίκας στην οικογένεια και στον εργασιακό χώρο, οι επιπτώσεις των διαδοχικών πολέμων στη γενιά που στιγματίστηκε απ’ αυτούς, ο φεμινισμός και η πάλη ενάντια στην πατριαρχία, η ύπαρξη γυναικών επιστημόνων που δεν αρκούνται στην εύρεση ενός άντρα ο οποίος θα τις προστατεύει και στην τεκνοποίηση, οι κοινωνικές ανισότητες, προκλήσεις και ανατροπές, τα όνειρα και οι φιλοδοξίες που συνθλίβονται ή υλοποιούνται, η καταπίεση από τις οικογενειακές και κοινωνικές επιταγές, οι επιτυχημένοι ή αποτυχημένοι ερωτικοί δεσμοί και οι συνέπειές τους στην πορεία και στην ψυχοσύνθεση των ηρώων του, οι συμπτώσεις και τα παιχνίδια της μοίρας, αλλά και οι πολιτικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, που διαμόρφωσαν τη Γαλλία και την έκαναν αυτό που ο συγγραφέας μας περιέγραψε στη Λέσχη...
Ο Γκενασιά υπογράφει ένα εθιστικό και συγκινητικό πολυφωνικό λογοτέχνημα, ένα πυκνογραμμένο ιστορικό έπος που οι φανατικοί του ιστορικού μυθιστορήματος θα απολαύσουν, οι φεμινίστριες/στές θα εκτιμήσουν και οι λάτρεις της γραφής του θα αγαπήσουν. Σε αυτό συμβάλλει και η εξαίρετη απόδοση στα ελληνικά του συγγραφικού ύφους από τη Χαρά Σκιαδέλλη, η οποία αναμετράται επιτυχώς για δεύτερη φορά με ένα απαιτητικό κείμενό του.
Οι χαρακτήρες του Γκενασιά, όπως πάντα μεστοί, καλογραμμένοι, γεμάτοι σκέψεις και συναισθήματα, άλλοι ευαίσθητοι, άλλοι ατρόμητοι και άλλοι και τα δυο ταυτόχρονα, μοιάζουν ζωντανοί, μας μιλούν – και μέσω αυτών μιλά και ο ίδιος, εκφράζοντας κρίσεις και σχόλια κοινωνιολογικού πρωτίστως περιεχομένου και στοχασμούς επάνω στο νόημα της ζωής, στην αλλαγή των ηθών, των αξιών και των προτύπων. Μαζί με τους ήρωές του και μέσα απ’ αυτούς θυμώνουμε, απογοητευόμαστε, ελπίζουμε, αμφισβητούμε την αναγκαιότητα της συγχώρεσης. Γλώσσα απλή, αλλά πρόζα περίτεχνη, πλούσια και εκφραστική, με μερικές άψογες ποιητικές εξάρσεις, γραφή ρέουσα, αφήγηση σε πυρετώδη ενεστώτα, με προσεκτικά σκηνοθετημένες αναχρονίες, αλλά και εναλλαγή της εστίασης από εσωτερική σε εξωτερική, ενίοτε και σε μηδενική, σύνταξη περίπλοκη επειδή σκέψεις, φράσεις, εσωτερικοί μονόλογοι και απόλυτα φυσικοί έντονοι διάλογοι εισβάλλουν στην αφήγηση και επιταχύνουν την ανάγνωση∙ τα γνώριμα δηλαδή και ιδιότυπα χαρακτηριστικά της πένας του Γκενασιά είναι αυτά που συναντάμε και σε αυτό το έργο του. Υφολογικά δεν παρατηρούμε κάποια ιδιαίτερη εξέλιξη στη γραφή του∙ καταπώς φαίνεται επιλέγει να ακολουθήσει τη δοκιμασμένη συνταγή του και, ως συνήθως, τα καταφέρνει περίφημα.
[1] Από τα οκτώ μυθιστορήματα που έχει γράψει ο Γκενασιά, ακόμη τέσσερα κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις: Η Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων (μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου, 2011), Η ζωή που ονειρεύτηκε ο Ερνέστο Γκ. (μετάφραση: Ανδρέας Παππάς και Βάνα Χατζάκη, 2013), Το βαλς των δέντρων και του ουρανού (μετάφραση: Ειρήνη Αποστολάκη, 2017) και η «συνέχεια της Λέσχης», Οι χώρες της Επαγγελίας (μετάφραση: Χαρά Σκιαδέλλη, 2022).
[2] Η μικρή αυτή πραγματεία κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης το 2008 σε μετάφραση Θάνου Σαμαρτζή.