Σύνδεση συνδρομητών

Τεύχος 115

Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέτας

Γιάννης Μπουτάρης (σε συνεργασία με τη Μαρία Μαυρικάκη), Εξήντα χρόνια τρύγος, Πατάκη, Αθήνα 2020, 368 σελ.

Διαβάζοντας το βιβλίο Εξήντα Χρόνια Τρύγος… του Γιάννη Μπουτάρη επανέρχεται στο νου μου ένας διάσημος στίχος του εμβληματικότερου ποιητή της Αμερικής του 19ου αιώνα, του Ουώλτ Ουίτμαν: «Είμαι μεγάλος, εμπεριέχω πολλαπλότητες» (“I am large, I contain multitudes”). Ο αεικίνητος κυρ Γιάννης, όπως προτιμάει ο ίδιος να τον αποκαλούν, καταθέτει μία εκ βαθέων αφήγηση των σημαντικότερων γεγονότων της ζωής του. Ο επιχειρηματίας οινοποιός λαμβάνει ως αφορμή την πορεία του στην οινική ιστορία της νεότερης Ελλάδας και θυμάται τις σημαντικές θητείες του στα κοινά, τα προσωπικά γεγονότα της ζωής του, τις επιτυχίες, τα λάθη, τις δυσκολίες. Το αποτέλεσμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα μεστό και πλουσιοπάροχο κείμενο που μαγνητίζει τον αναγνώστη.

28 Απριλίου 2021

Στράτος Ν. Δορδανάς - Βάιος Καλογρηάς, Οι ζωές των άλλων. Η Στάζι και οι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία (1949-1989), πρόλογος: Ανδρέας Στεργίου, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2020, 272 σελ.

Η έρευνα για τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία, των ιστορικών Στράτου Δορδανά και Βάιου Καλογρηά στα αρχεία της Στάζι, καταρρίπτει συντριπτικά πολλούς μύθους. Αποδεικνύοντας ότι μετανάστες, εξόριστοι και πολιτικοί πρόσφυγες στο Βερολίνο –όπως και στο Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη και, φυσικά, στην Τασκένδη– εξαναγκάστηκαν να ζήσουν μία «άλλη ζωή», καθώς η δική τους έγινε υποχείριο των Άλλων. Στην ανατολικογερμανική εκδοχή της, την καθόριζε απόλυτα το «κράτος των αγροτών και εργατών» και, κυρίως, η Στάζι του Έριχ Μίλκε.   

23 Απριλίου 2021

Μυστικά στο βάλτο του Μεσολογγίου

Κώστας Θ. Καλφόπουλος

Αντώνης Παπαϊωάννου, Άμα θέλω γίνομαι διάβολος. Αστυνομικό μυθιστόρημα στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, Δίαυλος, Αθήνα 2020, 202 σελ.

Όταν δεν έχει δουλειά ως τυπογράφος στα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ, αναζητεί το φονιά της κόρης ενός προκρίτου – ενώ τα διαπλεκόμενα συμφέροντα του Μεσολογγίου, ανάμεσά τους και ο Μπάυρον, τον πιέζουν να σταματήσει. [ΤΒJ]

20 Απριλίου 2021

William W. Li, Η διατροφή ως ασπίδα υγείας,  μετάφραση από τα αγγλικά: Φωτεινή Χρηστίδη, Χρονικό, Αθήνα 2020, 459 σελ.

Ο ρόλος της διατροφής στην υγεία είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου του γιατρού Γουίλλιαμ Λι. Κεντρικό μεν θέμα, αλλά δεν προβάλλεται ως πανάκεια. Από την αρχή της ανάπτυξης του θέματός του δηλώνει πως «δεν υπάρχει “μαγικό ραβδάκι” για οποιαδήποτε ασθένεια ή για μια γενική υγεία και μακροζωία. Κανένας μοναδικός παράγοντας στη ζωή μας δεν πρόκειται να αποτρέψει την ασθένεια».

18 Μαρτίου 2021

Με ενδιαφέρουν, και το ψάχνω, οι πρώτες δημοσιεύσεις των συγγραφέων, γιατί θέλω να γνωρίσω την αφετηρία της διαδρομής τους, με ποια δηλαδή πνευματική εξάρτυση εισήλθαν στον λογοτεχνικό στίβο. Έχω όμως και την απλή περιέργεια να δω και την εικόνα τους. Να εντοπίσω  την πρώτη, ει δυνατόν, δημοσίευση της φωτογραφίας τους. Συνήθως αυτή αργεί  και γίνεται όταν πια ο συγγραφέας με το έργο του έχει γίνει γνωστός. Ξεφυλλίζοντας τις εφημερίδες του μεσοπολέμου, ερευνώντας για άλλα θέματα, είχα έναν παρακείμενο εντοπισμό.

14 Μαρτίου 2021

Επιστρέφοντας από την Αμερική το 1996, πληροφορήθηκα για κάποιον σπουδαίο διευθυντή ενός παράλληλου τμήματος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με τίτλο «Νέοι Ορίζοντες». Την ίδια χρονιά, επισκέφτηκα το Φεστιβάλ, και δεν ξεκόλλησα από τις αίθουσες όπου παίζονταν «οι ταινίες του Εϊπίδη». Χαμός! Ουρές, κόσμος στα σκαλάκια, ο ένας πάνω στον άλλον κυριολεκτικά, ατέλειωτες συζητήσεις στα μπαράκια μετά. Ζωή. Άρρηκτα συνδεδεμένη με το σινεμά. Άρρηκτα συνδεδεμένη με το σινεμά ήταν και η μυθιστορηματική ζωή του Δημήτρη Εϊπίδη.

Στο τεύχος 8 του περιοδικού Κινηματογραφιστής που εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1999, πήραμε (η συνεργάτρια του περιοδικού Χριστίνα Μούργκα) μια συνέντευξη από τον Εϊπίδη για το νέο του εγχείρημα, το 1ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα. «Το ντοκιμαντέρ έχει μέλλον», είχε πει. «Το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης είναι μια διεθνής ετήσια εκδήλωση, μη διαγωνιστική, όπου ταυτόχρονα διοργανώνεται ένα τμήμα Αγοράς το οποίο θέλω να ελπίζω ότι θα εξασφαλίζει την εμβέλεια και τη συνέπεια αυτής της εκδήλωσης. Δεν αρκεί να προβάλλει κανείς πέντε, δέκα, πενήντα ταινίες, και την επόμενη εβδομάδα να εξαφανιστούν. Πρέπει να φροντίζει ώστε κάποιες από αυτές να αποκτήσουν διανομή». Η πορεία του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ που φέτος θα υλοποιήσει την 23η του διοργάνωση απέδειξε ότι ο Εϊπίδης τα κατάφερε. Το όραμά του έγινε πραγματικότητα.

Είχα την τιμή και τη χαρά να συνεργαστώ πολύ στενά με τον Δημήτρη Εϊπίδη για έντεκα χρόνια – από το 2006 μέχρι το 2016 που παραιτήθηκε. Αρχικά ως συντονίστρια του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ και, από το 2010 και μετά, ως γενική συντονίστρια του Οργανισμού. Δεν ήταν εύκολος τύπος. Την πρώτη κιόλας χρονιά, στο 8ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ, σκοτωθήκαμε. Ήταν Παρασκευή, θυμάμαι. Διαφωνήσαμε. Το Φεστιβάλ πλησίαζε. Του είπα ότι θα συνεχίσω να εργάζομαι ώσπου να ολοκληρωθεί το έργο, και θα επικοινωνούμε όσο το δυνατόν λιγότερο. Συνεχίσαμε να εργαζόμαστε επικοινωνώντας με e-mail το Σαββατοκύριακο, και τη Δευτέρα. Την Τρίτη το πρωί μου τηλεφώνησε. Άκουσα μια σχεδόν παιδική, γαλίφικη, διστακτική φωνή να μου λέει: «να… μονιάσουμε;». Ξέσπασα σε γέλια και του είπα ναι, να μονιάσουμε. Από την αρχή εκείνης της πρώτης χρονιάς, ο Εϊπίδης με ενέπνευσε, μου θύμισε γιατί είχα διαλέξει να σπουδάσω και να ασχληθώ με τον κινηματογράφο. Με καθοδήγησε. Έγινε ο μέντοράς μου. Όπως και πολλών άλλων.

Δεν ήταν μόνο πολύ εργατικός. Ήταν ακούραστος. Μια μέρα είχε δει οκτώ ταινίες στο γραφείο – πολύ σύνηθες. Και το βράδυ μού λέει: «Τι θα κάνουμε τώρα κυρία Ράμμου; Πάμε κανένα σινεμά;» Σε όλη τη διάρκεια της σχέσης μας, που συνεχίστηκε μέχρι το θάνατό του, μιλούσαμε στον πληθυντικό. Τον αγαπούσα και ξέρω ότι κι εκείνος με αγαπούσε. Μετά το τέλος του 8ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μου ανακοίνωσε: «Είστε οικογένεια για μένα. Η αδερφή μου. Εμείς θα γεράσουμε μαζί». Τι κι αν είχαμε 25 χρόνια διαφορά; Το πνεύμα του Εϊπίδη ήταν πιο νέο, πιο ζωντανό απ’ το δικό μου.

Άνθρωπος βαθιά ευφυής, τολμηρός, πεισματάρης, μοναχικός, ρομαντικός, συγκρουσιακός, γκρινιάρης, αεικίνητος. Περήφανος. Λάτρης της τέχνης και του ωραίου. Ελιτίστας. Με εξαιρετικό χιούμορ. Με εκτόπισμα. Δύσκολος και ταυτόχρονα ερωτεύσιμος. Τον θυμάμαι να ψάχνει τους πάγκους στα παζάρια του Βερολίνου μπας και έχει ξεπέσει κανένα έργο του αγαπημένου του Γιώργου Μπουζιάνη. Στα φεστιβάλ του εξωτερικού έχαιρε τεράστιας εκτίμησης. Για να διανύσεις με τον Εϊπίδη μια απόσταση πέντε λεπτών, σου έπαιρνε μισή ώρα γιατί συνέχεια κάποιος τον σταματούσε για να του δώσει μια ταινία ή να του ζητήσει τη γνώμη του για την επόμενη ταινία του. Στενός φίλος μεγάλων προσωπικοτήτων του σινεμά και της σύγχρονης τέχνης, όπως ο Άντι Γουόρχολ. Όλοι θυμόμαστε το 2013 που ο Τζιμ Τζάρμους τον αποκάλεσε από τη σκηνή του κατάμεστου Ολύμπιου «νονό του ανεξάρτητου κινηματογράφου». Ο Εϊπίδης είχε διαλέξει και είχε παίξει στο Μόντρεαλ την πρώτη μικρού μήκους ταινία του σκηνοθέτη.

Όταν οι καταστάσεις στη δουλειά ήταν επικίνδυνες, με σκληρές προθεσμίες, έλλειψη χρόνου και χρημάτων, είχε το χάρισμα να μας καθησυχάζει, να μας εμπνέει και να μας ντοπάρει σαν ένας καλός προπονητής. Διότι, βεβαίως, ήξερε πολύ καλά τη δουλειά του. Και είχε τεράστιο ταλέντο. Διότι περί ταλέντου πρόκειται. Πώς επέλεγε τις ταινίες; «Κοινή λογική χρειάζεται», μου έλεγε. «Και τι άλλο;». «Ένας χαρακτήρας ερωτεύσιμος». Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι δεν είχε καμία συνταγή. Είχε απλώς τεράστιο ταλέντο που συμπληρωνόταν από εργατικότητα. Κάθε φορά, πριν από κάθε Φεστιβάλ, είχε μεγάλη αγωνία κι έλεγε: «Φέτος δεν έχουμε καλό πρόγραμμα. Αποκλείεται να έχουμε κόσμο. Τι θα κάνουμε;». Κι όταν έπαιρνε στα χέρια του τον φρεσκοτυπωμένο Κατάλογο και τον ξεφύλλιζε, στις πρώτες σελίδες έλεγε: «Τελικά, ίσως δεν είναι και τόσο κακό το πρόγραμμα». Και όταν τέλειωνε το ξεφύλλισμα, έλεγε με σιγουριά: «Καλό πρόγραμμα έχουμε». Κάθε φορά το ίδιο. Κάθε φορά είχε την αγωνία του πρωτάρη. Και όταν ξεκινούσαμε την προετοιμασία του επόμενου Φεστιβάλ, επιζητούσε το καινούργιο, το διαφορετικό. Σε όλα. Από τους σκηνοθέτες και τις ταινίες μέχρι τις φωτογραφίες του Καταλόγου. «Φεστιβάλ κάνουμε, δεν κάνουμε κονσέρβα». Βαριόταν εύκολα. Όταν όλα κυλούσαν ομαλά, δεν άντεχε. Επινοούσε προβλήματα για να είναι σε εγρήγορση. Γινόταν γκρινιάρης και μουρτζούφλης, σχεδόν αφόρητος.

Ο Εϊπίδης αισθανόταν –και ήταν– υπεύθυνος απέναντι στο κοινό του. Αυτός ήταν και ο λόγος της συχνής σύγκρουσής του με τους έλληνες κινηματογραφιστές. «Τι είναι οι ταινίες; Γραμματόσημα; Από όλες τις χώρες θα μαζεύουμε;». Δεν μπορούσε και δεν ήθελε να αντιληφθεί το «θεσμικό πλαίσιο» ενός διεθνούς εθνικού φεστιβάλ, που χρηματοδοτείται από την ελληνική πολιτεία. Όταν του το υπενθύμιζα, αντέτεινε: «Να το ανεξαρτητοποιήσουμε το Φεστιβάλ. Θα βρούμε χορηγούς και θα το κάνουμε μόνοι μας». Το Ντοκιμαντέρ εννοούσε. Και όταν του έλεγα ότι «πρέπει» να πάμε στην τάδε εκδήλωση που βαριόταν θανάσιμα, μου έλεγε γελώντας: «Μα τι είμαι εγώ, κλάουν (η δική του προφορά του clown/κλόουν), να με γυρίζετε από ’δώ κι από ’κεί»;

Η περηφάνια του –που δεν ήταν ψωροπερηφάνια– τον ώθησε να συγκρουστεί με την οικογένειά του και να φύγει στο εξωτερικό για να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο. Δεν δίστασε να πλένει πιάτα για να σπουδάσει σινεμά. «Μάζευα από το πάτωμα τους συνδετήρες για να βγει το Φεστιβάλ του Μόντρεαλ». Ο Εϊπίδης ήταν «τσιγκούνης» με τις δαπάνες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το ίδιο έκανε με κάθε φεστιβάλ που υπηρέτησε. Δεν δίστασε να συγκρουστεί με όποιον και ό,τι στεκόταν εμπόδιο στο όραμά του.

Ήταν βαθιά πολιτικό –όχι κομματικό– ον. Γι’ αυτό επιβίωσε 24 χρόνια στο Φεστιβάλ, σε διαφορετικούς, πάντα ηγετικούς ρόλους, χωρίς καμιά κυβέρνηση να τον αμφισβητήσει. Όταν από την «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επί υπουργίας Πολιτισμού Μπαλτά, ζητήθηκε η παραίτησή του, την έστειλε αμέσως. Ήταν Ιανουάριος. Και δεν δίστασε να τσαλαπατήσει την περηφάνια του και να παραμείνει στο τιμόνι του Οργανισμού προκειμένου να προλάβει να πραγματοποιηθεί απρόσκοπτα το 18ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ.

Με τους διαδόχους του ήταν ικανοποιημένος. Με την Ελίζ Ζαλαντό είχαν εξαιρετική σχέση και συνεργασία, χρόνια πριν εκείνη διοριστεί στο Φεστιβάλ. Για τον Ορέστη Ανδρεαδάκη, έλεγε ότι δεν θα μπορούσε να φανταστεί καλύτερο διάδοχό του.

Ο Δημήτρης Εϊπίδης δεν γέρασε ποτέ. Από σχετικά νεαρή ηλικία ταλανιζόταν από πολλά προβλήματα υγείας. Δεν τους έδινε σημασία. Συμπεριφερόταν σαν να μην υπήρχαν. Ευτύχησε να ζήσει τη ζωή που επιδίωξε. Ευτύχησε να ευτυχεί μέσα από τη «δουλειά» του. Το σινεμά δεν ήταν δουλειά για τον Εϊπίδη. Ήταν ο έρωτάς του. Και του παραδόθηκε ολοκληρωτικά.

 

Ποιος ήταν

Ο Δημήτρης Εϊπίδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε αγγλική λογοτεχνία και αμερικανικό θέατρο στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο, καθώς και σκηνοθεσία θεάτρου στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών στη Νέα Υόρκη. Είναι επίσης απόφοιτος της Σχολής Κινηματογράφου του Λονδίνου.

Το 1971 ίδρυσε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Μόντρεαλ με έμφαση στον νέο κινηματογράφο, το οποίο διηύθυνε επί 14 χρόνια. Ώς το 2020 παρέμεινε σύμβουλος και διευθυντής του διεθνούς του προγράμματος. Από το 1988 ώς το 2018 ήταν στέλεχος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, ως υπεύθυνος διεθνούς προγράμματος. Από το 1992 έως το 2005 διηύθυνε το παράλληλο τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, «Νέοι Ορίζοντες».

Το 1999, ίδρυσε το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης – Εικόνες του 21ου Αιώνα, το οποίο διηύθυνε έως το 2016. Από το 1995 έως το 2015, ήταν επίσης διευθυντής προγράμματος του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ισλανδίας στο Ρέικιαβικ.

Ο Δημήτρης Εϊπίδης έχει διδάξει Ιστορία Κινηματογράφου και Αισθητική στο Πανεπιστήμιο McGill του Μόντρεαλ από το 1968 ώς το 1970 και στο Πανεπιστήμιο Concordia μέχρι το 1971. Έχει υπάρξει μέλος διεθνών κριτικών επιτροπών σε πολλά διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων του Σαν Σεμπαστιάν, της Κωνσταντινούπολης, της Αβινιόν, της Ιερουσαλήμ, της Μόσχας, της Σεούλ, της Φιλαδέλφειας, του Μπιλμπάο, του Κάρλοβι Βάρι, της Τεργέστης, της Λειψίας, του Άμστερνταμ, της Αγίας Πετρούπολης κ.ά.

Το 1999, του απονεμήθηκε το τιμητικό βραβείο της FIPRESCI (Διεθνής Συνομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου) για την ποιότητα και την πρωτοτυπία των προγραμμάτων των «Νέων Οριζόντων» του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Τον Απρίλιο του 1993, ο ιρανός υπουργός Πολιτισμού του απένειμε στην Τεχεράνη ένα τιμητικό βραβείο σε αναγνώριση της συμβολής του στην προώθηση του ιρανικού κινηματογράφου διεθνώς. Παρά το βραβείο, όμως, όταν χρειάστηκε, εναντιώθηκε στο ιρανικό κράτος υπερασπιζόμενος την ελευθερία του Τζαφάρ Παναχί, ο οποίος διώχθηκε από το καθεστώς της χώρας του λόγω του έργου του. Από το 2001, ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου.

Τον Μάιο του 2010 διορίστηκε στη θέση του διευθυντή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, από την οποία παραιτήθηκε το 2016. Πέθανε στις 6 Ιανουαρίου 2021.

 

Με τα λόγια του Εϊπίδη

Ο Δημήτρης Εϊπίδης μιλούσε συχνά αποφθεγματικά, αλλά και με ουσία. Κάνω μια χαρακτηριστική επιλογή, απ' όσα μας έλεγε:

-Η τέχνη είναι τέχνη. Είναι ελευθερία.

-Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο στη ζωή από το να προωθείς το σινεμά.

-Θα προτιμούσα να έχω μια κινηματογραφική αίθουσα κατά τα 2/3 άδεια, αρκεί το 1/3 να είναι γεμάτο με ευφυΐες.

-Είμαι αθώος. Ανόητος, αλλά αθώος.

-Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ανόητοι. Ακόμα και για κείνους που δεν γνωρίζω, το διαισθάνομαι. Εκπέμπουν ανοησία.

-Δεν θα φτιάξω το επαγγελματικό μου προφίλ σε βάρος των ταινιών και των σκηνοθετών.

-Είναι πλέον επίσημο: είμαι όσο γέρος είναι και ο Άι-Βασίλης.

-Μου αρέσει να βλέπω νεαρά ζευγάρια. Έχουν κάτι τόσο θετικό που σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι ερωτευμένα.

-Έχω πλύνει όλα τα πιάτα του Σαν Φρανσίσκο. Τουλάχιστον δυο φορές.

-«Σε σκεφτόμουν προχτές που έπλενα τα πιάτα», μού είπε ο Άκι Καουρισμάκι.

-Χρειαζόμαστε κάμποσα μπουκάλια κρασί για ν’ απελευθερώσουμε τη φαντασία και την ελευθερία της σκέψης μας.

-Μου αρέσουν τα ψέματα. Χρειαζόμαστε φαντασία. Η πραγματικότητα είναι βαρετή.

-Η επιλογή Προγράμματος είναι θέμα διαίσθησης. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι ιστορίες. Η ιστορία είναι ένα από τα στοιχεία, σχεδόν άχρηστο. Μια ταινία μπορεί να είναι μόνο φως και σκιές, εντελώς αφηρημένη, και, παρ’ όλα αυτά, να επικοινωνεί με το κοινό.

-Παλιά πήγαινα σινεμά στη Νέα Υόρκη και έβαζα βαμβάκι στ’ αυτιά μου. Δεν ήθελα να καταλάβω την ιστορία, ήθελα να νιώσω την ταινία. Χρησιμοποιούσα πολύ βαμβάκι εκείνη την εποχή.

-Μια καλή ταινία την αισθάνεσαι σ’ όλο σου το σώμα, μέχρι τα ακροδάχτυλα.

-Μια ταινία υπάρχει και χωρίς εσένα. Να το θυμάσαι πάντα αυτό.

-Στο μυαλό μου, όλα είναι εφικτά.

-Τι ζωή κι αυτή! Ακόμα περιμένω ένα θαύμα!

-Ξέρεις πώς νιώθεις όταν δεν ανήκεις πουθενά;

-Πρέπει να διατηρούμε από την αγνότητα του πνεύματός μας.

-Θ’ αλλάξουμε τον κόσμο.

-Πεθαίνω από νιότη.

 

04 Μαρτίου 2021

Ο Τύπος στον Αγώνα

Αικατερίνη Κουμαριανού

H ερευνήτρια και ιστορικός Αικατερίνη Κουμαριανού εξέδωσε το 1971, κατά τον εορτασμό των 150 χρόνων από την Επανάσταση,  τρίτομο έργο με τίτλο: Ο Τύπος του Αγώνα.[i] Το έργο είχε παρεμβατικό χαρακτήρα, καθώς επισήμαινε και τόνιζε την ιδιαίτερη επίδραση των εφημερίδων στη συνείδηση, τη συνοχή αλλά και τον ενθουσιασμό του επαναστατημένου έθνους. Η παρέμβαση ήταν ακριβής, λεπτομερής  και τεκμηριωμένη. Είχε προηγηθεί εκτεταμένη ιστορική έρευνα. Αποκάλυπτε με σαφήνεια πόσο αλληλένδετη ήταν η εκδοτική προσπάθεια με την αγωνιστική, φωτίζοντας  μια σημαντική,  και ίσως παραγνωρισμένη, πτυχή της Ελληνικής Επανάστασης: τον Τύπο του Αγώνα. Με αφορμή τον εορτασμό της επετείου της 25ης  Μαρτίου, ο ποιητής  Κώστας Παπαγεωργίου επιμελείται και παρουσιάζει, τον Μάρτιο του 1990, στο πλαίσιο της ραδιοφωνικής σειράς «Λαϊκό Πανεπιστήμιο»[ii] του Β΄ προγράμματος της ΕΡΑ, τρεις εκπομπές, με προσκεκλημένη την Αικατερίνη Κουμαριανού. Οι εκπομπές αυτές δανείστηκαν τον τίτλο τους από το βιβλίο της Ο Τύπος στον Αγώνα. Το ραδιόφωνο, μέσο υψηλής και άμεσης επικοινωνίας, χρησιμοποιείται εδώ για τη μετάδοση πολύτιμης ιστορικής γνώσης. Ο Γιώργος Ζεβελάκης είχε τότε ηχογραφήσει αυτές τις εκπομπές, τις περιέλαβε στην ψηφιοποίηση της  Φωνοθήκης του, το 2018,  και τις προσφέρει για απομαγνητοφώνηση και δημοσίευση. Ευχαριστούμε τον Κώστα Παπαγεωργίου που συμφώνησε στη δημοσίευση του περιεχομένου των εκπομπών. Παρακάτω, παρουσιάζονται οι τρεις αυτές εκπομπές, μετά από μικρές παρεμβάσεις στον προφορικό λόγο. Έχοντας την τύχη να βρισκόμαστε ενώπιον συνοπτικής παρουσίασης του βιβλίου από την ίδια την συγγραφέα και καθώς ο ραδιοφωνικός λόγος της ήταν καλά οργανωμένος, η άρθρωσή της εξαιρετική και εκφραστική, το μόνο που απαιτήθηκε ήταν η απάλειψη επαναλήψεων, καθώς ήταν φυσικό να υποθέσει η συγγραφέας ότι οι ακροατές της 2ης και της 3ης  εκπομπής μπορεί να μην είχαν ακούσει τις προηγούμενες οπότε έκρινε αναγκαίες ορισμένες επαναλήψεις.  Ορισμένα κείμενα από εφημερίδες τα διαβάζει η ίδια η συγγραφέας, ενώ παρεμβάλλονται και άλλα, πάλι από εφημερίδες, που ακούγονται από τον ηθοποιό Αλέξανδρο Αντωνόπουλο. Τα τελευταία παραλείφθηκαν γιατί τα περισσότερα βρίσκονται στο διαδίκτυο[iii] – εκτός από ένα που παρουσιάζεται ενδεικτικά και αφορά την εκκένωση των Αθηνών στην Σαλαμίνα, δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Αθηνών.  Λάκης Δόλγερας

 

 

Ο Τύπος στον Αγώνα

Από την Αικατερίνη Κουμαριανού

Ο ελληνικός Τύπος, τα ελληνικά δημοσιογραφικά φύλλα που κυκλοφόρησαν την περίοδο του Αγώνα, δηλαδή από το 1821 έως το 1827, θα είναι το αντικείμενο της σημερινής <θεματολογίας>. Ο Τύπος –οι εφημερίδες κυρίως, για λόγους πολλούς– συνιστά μία από τις πολλές και προωθημένες λειτουργίες που δημιουργήθηκαν μέσα στον Αγώνα – με την έναρξη του Αγώνα μάλιστα– με κύριο στόχο να τον στηρίξει, τόσο στο εσωτερικό όσο και προς τα έξω, ενημερώνοντας και διαδίδοντας τα συντελούμενα και όχι μόνο εκείνα των πολεμικών μετώπων. Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του στη διάρκεια του Αγώνα για την ανεξαρτησία αφού, μέσα από τις πλούσιες καταγραφές του, ενημέρωνε το κοινό για τις εξελίξεις των πολεμικών και των πολιτικών πραγμάτων, για τις αντιδράσεις και τις στάσεις των ξένων, φιλελλήνων και μη, απέναντι στον ελληνικό ξεσηκωμό.

Συγχρόνως, κι αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερη και σημαντική προσφορά των εφημερίδων αυτής της περιόδου, υπάρχει η έντονη θέληση των υπευθύνων συντακτών να τροφοδοτήσουν το ελληνικό κοινό με άρθρα ποικίλης ύλης που απέβλεπαν στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών, στην προετοιμασία τους για τον ελεύθερο, σωστά οργανωμένο βίο· συνεπώς στη διαμόρφωση των συνειδήσεων. Πράγματι, καθώς φυλλομετρούμε τις εφημερίδες των χρόνων 1821-1827, θα παρατηρήσουμε πως την ίδια ξεχωριστή θέση που εύρισκαν στις σελίδες τους ειδήσεις και νέα από τα πολεμικά μέτωπα ή από ενέργειες πολιτικού χαρακτήρα, εύρισκαν και δημοσιεύματα αναφερόμενα στο πολίτευμα, στους νόμους και τους θεσμούς, στον Τύπο και την ελευθεροτυπία, στη συνταγματική τάξη, στα δημόσια λειτουργήματα. Μ’ αυτό τον τρόπο, τα φύλλα της δημοσιότητας προετοίμαζαν τον αγωνιστή για τη σωστή συμμετοχή του στα κοινά, ως πολίτη πλέον, την περίοδο που θα ακολουθούσε μετά το αίσιο πέρας του Αγώνα.

Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη πρόσθετος λόγος που αναδεικνύει τη σπουδαιότητα των εφημερίδων αυτής της εποχής, γιατί το υλικό που μας έχει κληροδοτήσει παρέχει τις δυνατότητες της άμεσης επικοινωνίας με τις ενέργειες του μαχόμενου έθνους σε πολλαπλά επίπεδα, μας επιτρέπει να αισθανόμαστε τον παλμό του – και το κυριότερο είναι ότι αυτό το υλικό μάς έχει παραδοθεί αυτούσιο, χωρίς να έχει υποστεί αλλοιώσεις που οφείλονται σε φροντίδες μεταγενέστερες. Κατέχουμε λοιπόν έτσι ένα αξεπέραστο εργαλείο μελέτης για την αποτίμηση της ιστορικής αυτής περιόδου, ένα εργαλείο που μας επιτρέπει να παρακολουθούμε, μέρα με τη μέρα, τα γεγονότα όπως συμβαίνουν, αλλά και να αισθανόμαστε συνάμα τους κραδασμούς που δημιουργούνται μέσα στην ελληνική κοινωνία από τον ένοπλο Αγώνα και τις συνέπειές του στον βίο των ανθρώπων. Επίσης, μπορούμε να παρακολουθούμε τον τρόπο με τον οποίο θα περάσει κάποια στιγμή ο ελληνικός λαός από την υπόδουλη ζωή στη μορφή ενός βίου ειρηνικού, που απαιτούσε τη γρήγορη οργάνωση και την αποτελεσματικότητα όλων των φορέων της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής.

 

Οι προεπαναστατικές εφημερίδες

Ωστόσο, πριν προχωρήσω θα ήθελα ν’ αναφέρω για να το επισημάνω ότι ο ελληνισμός, αν και υπόδουλος σε ξένο δυνάστη, είχε ήδη δημιουργήσει, έντονη μάλιστα, δημοσιογραφική δραστηριότητα στα χρόνια πριν από την Επανάσταση του 1821. Ήδη, στα 1784, ο Ζακύνθιος Γεώργιος Βεντέτης, ένας λόγιος συγγραφέας και μεταφραστής βιβλίων για τη χρήση του ελληνικού κοινού, είχε επιχειρήσει να εκδώσει μια εφημερίδα στη Βιέννη, όπου είχε το δικό του τυπογραφείο. Αυτό το φύλλο για το οποίο δεν έχουμε παρά μόνο έμμεσες πληροφορίες, κι αυτές προέρχονται από έγγραφα των κρατικών αρχείων της Βιέννης, δεν έζησε παρά ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αφού οι τουρκικές αρχές, με διαβήματά τους στην αυστριακή διοίκηση, κατόρθωσαν να σταματήσουν την έκδοσή του. Όμως, τον Δεκέμβριο του 1790, επίσης στη Βιέννη, όπου εκδόθηκαν και άλλες προεπαναστατικές εφημερίδες και φιλολογικά περιοδικά, οι Μακεδόνες αδελφοί Μαρκίδες Πουλίου, εκδότες- τυπογράφοι, κυκλοφόρησαν την ελληνική εφημερίδα που είχε τον τίτλο Εφημερίς, με την οποία μπορούμε να πούμε ότι εγκαινιάστηκε πια η ελληνική δημοσιογραφία αφού έκτοτε συνεχίστηκε αδιάλειπτα.

 

Η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού

Με αυτήν την ήδη αποκτημένη εμπειρία, αλλά και με την επίγνωση της σπουδαιότητας του Τύπου στη ζωή ενός έθνους, μάλιστα ενός μαχόμενου έθνους, όπως ήταν το ελληνικό τον Μάρτιο του 1821, υπήρξε αμέσως η ετοιμότητα ώστε να λειτουργήσει η ενημέρωση προς το εσωτερικό και προς τα έξω, μέσα από δημοσιογραφικά φύλλα. Απόδειξη ότι τον ίδιο μήνα που κηρύχτηκε η Επανάσταση κυκλοφόρησε, σε ελληνικό πλέον έδαφος, με ημερομηνία 27 Μαρτίου 1821, η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού, η ψευτοεφημερίδα όπως την απεκάλεσαν – και θα δούμε γιατί. Γιατί σε τούτο το προδρομικό δημοσιογραφικό όργανο έχουν καταγραφεί, όσον τουλάχιστον μπορούμε να κρίνουμε από τα ελάχιστα περιεχόμενα που έχουν φτάσει ως εμάς, ειδήσεις από την πρόοδο του Αγώνα, ειδήσεις σχετικές με τη βοήθεια των ξένων, οι οποίες όμως είτε είναι παραποιημένες είτε είναι εντελώς φανταστικές. Αλλά αυτές ακριβώς οι ειδήσεις όπως έχουν καταγραφεί μας φέρνουν ίσως πολύ κοντά στο κλίμα που επικρατούσε την ώρα εκείνη του ξεσηκωμού.

Η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού καθώς και δύο άλλες, η Αιτωλική που έβγαινε στο Μεσολόγγι τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1821 και ο Αχελώος που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1822 στο Βραχώρι, δηλαδή στο Αγρίνιο, δεν ήταν φύλλα έντυπα, αλλά χειρόγραφες, χειρογραμμένες, όπως τις αποκαλούσαν. Σίγουρα ξεπερασμένη μορφή πληροφόρησης η χειρόγραφη εφημερίδα, η εμφάνισή της όμως –και όχι εντελώς μεμονωμένη αφού αναφέραμε κιόλας τρία χειρογραμμένα δημοσιογραφικά φύλλα του πρώτου καιρού– δείχνει όχι μόνο τη σπουδαιότητα του Τύπου ως πηγής ενημέρωσης και πληροφόρησης αλλά και την προτεραιότητα που έδιναν κάποιοι υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή του Αγώνα στη διάδοση ειδήσεων και στη γνωστοποίηση των πρώτων γεγονότων προς τους συμπατριώτες τους. Η προσπάθεια μάλιστα να παρέχονται ειδήσεις υπερβολικά αισιόδοξες, και κάποτε εντελώς φανταστικές, όπως ήταν η κάθοδος  π.χ των Ρώσων στη Βαλκανική, την οποία αναγγέλλει η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού, υποδηλώνει, κοντά στα άλλα, και την πρόθεση του συντάκτη να βοηθήσει ώστε να υπερνικηθούν οι πρώτοι ενδοιασμοί, και οι αντιρρήσεις ακόμη, των φρονίμων για το εύθετο του ξεσηκωμού. Έπρεπε να πεισθούν οι αναποφάσιστοι αλλά και να τονωθούν οι παράτολμοι και οι γενναίοι. Μ’ ένα λόγο, να ενισχυθεί το ηθικό των ανθρώπων που είχαν αρχίσει έναν αγώνα πολύ πάνω από τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον τις υλικές και τις αριθμητικές.

Η Αιτωλική

Ειδήσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα έχουν την πρόθεση να εμψυχώσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς σε τούτες τις πρώτες δύσκολες ώρες. Μπορούμε να φανταστούμε, καθώς διαβάζουμε ή καθώς ακούμε τέτοιας λογής κείμενα, τη συγκίνηση που επικρατούσε, τον ενθουσιασμό των απλών ανθρώπων οι οποίοι, ύστερα από μία τόσον μακρά δουλεία, μπορούσαν ελεύθεροι να διαλαλούν με μια φωνή, εν μέσω του κτύπου των όπλων της φρουράς, Κύριε Ελέησον και Ζήτω το Έθνος.

Τα κατορθώματα των μαχόμενων Ελλήνων καταγράφονται επίσης σε τούτα τα πρώτα φύλλα της δημοσιότητας. Στην ίδια χειρόγραφη εφημερίδα, την Αιτωλική, περιγράφονται μάχες και ελληνικές επιτυχίες, ακόμη και τιμωρίες σκληρές και παραδειγματικές όχι μόνον για όσους από τους Έλληνες μπήκαν στην υπηρεσία του εχθρού αλλά και για όσους παρέμειναν αναποφάσιστοι.

Συνεχίζοντας την εξιστόρηση της μάχης της Πλάκας που απέτρεψε την κάθοδο του εχθρού προς την Αιτωλοακαρνανία και περιγράφοντας τη στάση των στρατηγών που έτρεξαν ως αετοί για να προλάβουν την επικράτηση των Τούρκων, ο συντάκτης της εφημερίδας δεν παραλείπει να ελέγξει πράξεις επιπόλαιες των Ελλήνων, καθώς και πράξεις που δεν είναι διόλου σύμφωνες με το πνεύμα που θα έπρεπε να επικρατεί. Εδώ μάλιστα μνημονεύει, για να την καυτηριάσει, την τάση για λαφυραγώγηση που είχε εκδηλωθεί. Τι τρέχετε λαφυραγωγούντες; γράφει, επισημαίνοντας σ’ αυτούς τους οποίους αποκαλεί ανδρείους απογόνους των Ελλήνων ότι ο πόλεμος τούτος πρέπει να αποφασίσει την ύπαρξή μας είτε ελευθέραν και ένδοξον ως των άλλων εθνών ή τον παντελή αφανισμόν.

Όμως, το ηθικό των μαχόμενων Ελλήνων ήταν ανάγκη να ενισχυθεί με κάθε τρόπο και όχι μόνο από τις συγκρούσεις των Ελλήνων στην ξηρά. Τα ελληνικά καράβια έχουν κι αυτά το μερτικό τους στον Αγώνα του έθνους έστω και με φανταστικά, ως προς το παρόν τουλάχιστον, κατορθώματα. Γράφει λοιπόν η Αιτωλική μια είδηση για τις ενέργειες του ελληνικού στόλου στις 31 Ιουλίου 1821: Από αξιοπίστους ειδήσεις μανθάνομεν ότι ο εχθρικός στόλος ηφανίσθη εξ ολοκλήρου εις το Αρχιπέλαγος, δηλαδή στο Αιγαίο, και ούτως η φοβερά δύναμις του τυράννου μας έγινε παίγνιο των εμπορικών πλοίων των θαλασσίων αετών και ανδρείων ηρώων Ελλήνων. Μ’ αυτό το πνεύμα της αισιοδοξίας, της υπερβολής αλλά και του φρονηματισμού συντάσσονται αυτές οι πρώτες ελληνικές χειρογραμμένες εφημερίδες του Αγώνα. Πρωταγωνιστές του ξεσηκωμού, που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή του, βρίσκουν επίσης τη θέση τους σε τούτες τις πρώιμες δημοσιογραφικές καταγραφές, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος του οποίου τη συμβολή στην απελευθέρωση της Λεβαδιάς περιγράφει η Αιτωλική.  

Δεν έλειψε όμως και η ποίηση, η ηρωική ποίηση απ’ αυτές τις χειρογραμμένες εφημερίδες. Ποιήματα που εξυμνούν τις ανδραγαθίες των στρατιωτικών ή θρηνούν για τον θάνατο γενναίων πολεμιστών, όπως του Αθανασίου Διάκου, δημοσιεύτηκαν σε ένα από τα τελευταία φύλλα της Αιτωλικής.

 

Ο Αχελώος

Η τρίτη στη σειρά χειρόγραφη εφημερίδα είχε τον τίτλο Ο Αχελώος και έβγαινε, όπως είπα, στο Βραχώρι, δηλαδή στο Αγρίνιο, τον Φεβρουάριο του 1822. Είναι πολύ πιθανό αυτές οι χειρόγραφες εφημερίδες να είχαν κυκλοφορήσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και τα σχετικά φύλλα να έχουν καταστραφεί. Η μοίρα άλλωστε των εφημερίδων τις προορίζει για γρήγορη  καταστροφή, ακόμη και τις έντυπες, πολύ περισσότερο τις χειρόγραφες που κυκλοφορούσαν μάλιστα σε περίοδο κρίσιμη, περίοδο αιχμής και με τρόπους εντελώς υποτυπώδεις. Για το πώς ακριβώς κυκλοφορούσαν σε μια εποχή που δεν υπήρχε ταχυδρομείο, οι σχετικές πληροφορίες μας λένε ότι ο συντάκτης έγραφε με το χέρι έναν περιορισμένο αριθμό αντιτύπων τις οποίες εξαπέστελλε με πεζοδρόμους στα γύρω χωριά και στις γύρω περιοχές ή στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου. Οι παραλήπτες αυτών των φύλλων τα αντέγραφαν και τα προωθούσαν με τον ίδιο τρόπο προς άλλες κοντινές περιοχές. Ο Αχελώος μπορεί να ονομασθεί πρόδρομος των επίσημων κυβερνητικών φύλλων γιατί ουσιαστικά επιτελούσε το ίδιο έργο με τις μεταγενέστερες εφημερίδες της Διοικήσεως, δημοσιεύοντας ψηφίσματα και αποφάσεις της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος.

Εδώ, σε τούτη την εφημερίδα, γνωρίζουμε και τον υπεύθυνο συντάκτη και εκδότη της, που ήταν ο Νικόλαος Λουριώτης, ο αρχιγραμματεύς της Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος και υπογράφει πολλά από τα κείμενα. Χωριστά από τα επίσημα κείμενα, στον Αχελώο δημοσιεύονταν διάφορες ειδήσεις πάντα εντούτοις σχετικές με μέτρα της Διοίκησης, διορισμούς Επιτρόπων, μετακινήσεις, λόγους πολιτικών ή ακόμα εγκυκλίους όπως αυτή την οποία απέστειλε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, στις 4 Νοεμβρίου του 1822, προς την Συνέλευσιν των Σαλώνων.

 

Σάλπιγξ Ελληνική

Πρώτη ελληνική έντυπη εφημερίδα, υπήρξε η Σάλπιγξ Ελληνική, που εκδόθηκε στην Καλαμάτα τον Αύγουστο του 1821. Συντάκτης της ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο άνθρωπος που είχε ήδη δημοσιογραφική πείρα, αφού από το 1813 είχε αναλάβει τη σύνταξη του Λογίου Ερμού, του ελληνικού φιλολογικού περιοδικού που έβγαινε στη Βιέννη. Βραχύβιο φύλλο, η Σάλπιγξ τυπωνόταν σε ένα μικρό ξύλινο τυπογραφείο που είχε φέρει μαζί του ο Δημήτριος Υψηλάντης, όταν κατέβηκε στην Ελλάδα. Εντελώς χαρακτηριστική για τη σημασία που έδιναν, ορισμένοι τουλάχιστον Έλληνες, στην προσφορά και στο έργο του Τύπου για τη διεξαγωγή του Αγώνα είναι η «Ανακήρυξις», όπως τιτλοφορείται το κείμενο που προτάσσεται στο πρώτο φύλλο της Ελληνικής Σάλπιγγος.

Από την ύλη της Ελληνικής Σάλπιγγος είναι ενδιαφέρον ν’ ακουστούν ορισμένα κείμενα όχι μόνο για το περιεχόμενο αλλά και για το ύφος τους. Κοντά στην εξιστόρηση των διαδραματιζομένων, όπως π.χ. στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα, σε ένα άλλο κείμενο απευθυνόμενο στους κατοίκους της Λιβαδειάς, να διαπιστώσει τη θέληση του συντάκτη να εμψυχώσει  και να τονώσει το ηθικό των μαχόμενων Ελλήνων, να προβάλει τα αναντίρρητα δίκαια, όπως σημειώνει, του πολέμου μας και να προτρέψει τους Έλληνες σε ομόνοια και ομοψυχία για να μπορέσουν να καταβάλουν γρήγορα τον εχθρό.

Στο τρίτο φύλλο της εφημερίδας (20 Αυγούστου 1821), αναγγέλλεται νίκη ελληνική κάπου κοντά στις Θερμοπύλες. Είναι μια ευκαιρία για τον εφημεριδογράφο ν’ ανακαλέσει μνήμες αρχαίες και να εξάρει τα κατορθώματα των προγόνων, τα οποία συνεχίζουν οι Έλληνες στον πόλεμο εναντίον των καινούργιων βαρβάρων: Γενναιότατοι καπετάνιοι της Ελλάδος και ο τροπαιούχος Ελληνικός Στρατός, γράφει στη Σάλπιγγα ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ενίκησαν νεωστί τους βαρβάρους κατά τον αυτόν τόπον, όπου και ο ήρως Λεωνίδας κατετρόπωσε τους Πέρσας, υπέρ πατρίδος και των πατρώων νόμων πολεμών. Αι λαμπραί, λοιπόν, Θερμοπύλαι έμελλε να δοξασθώσιν και κατά τον παρόντα ιερόν Αγώνα, τον υπέρ πίστεως και πατρίδος, διά νέων τροπαίων των απογόνων των ενδόξων εκείνων Ελλήνων των κατανικητών των Περσών. Τας λαμπράς ταύτας νίκας μανθάνομεν εκ της ακολούθου των καλών κατοίκων του Γαλαξειδίου επιστολής, την οποίαν μετά χαράς εκδίδομεν δια της εφημερίδος. Επιστολές προς τους εφημεριδογράφους, ειδήσεις και πληροφορίες που έφθαναν στις εφημερίδες από αυτόπτες μάρτυρες των πολεμικών συγκρούσεων ήταν οι τρόποι με τους οποίους γινόταν η συλλογή της ύλης.

 

Η ανάπαυλα και η νέα προσπάθεια

Ο βίος της Σάλπιγγος δεν ήταν μακρύς. Πολύ σύντομα, η σύγκρουση που εκδηλώθηκε ανάμεσα στον Φαρμακίδη, υπεύθυνο συντάκτη, και τον Δημήτριο Υψηλάντη, αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού, είχε αποτέλεσμα τη διακοπή της. Λόγος της σύγκρουσης ήταν η τάση του Υψηλάντη, η θέληση μάλλον του Υψηλάντη, να επιβάλει κάποιας μορφής λογοκρισία στην ύλη της εφημερίδας και η κατηγορηματική άρνηση του Φαρμακίδη να δεχτεί την επέμβαση της εξουσίας στο έργο του. Οπωσδήποτε, η διχογνωμία αυτή στάθηκε η αφορμή να ανασταλεί πρόωρα η έκδοσή της. Έτσι ο δρόμος που μόλις χαράχτηκε ξανάκλεισε. Στα δύο επόμενα χρόνια το πανελλήνιο έμεινε χωρίς εφημερίδες, συνεπώς απληροφόρητο για όσα συνέβαιναν μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα. Αυτή η εκδοτική ανάπαυλα που οφείλεται σε διάφορους λόγους, τους οποίους δεν χρειάζεται ν’ αναλύσουμε εδώ, κράτησε, όπως σημείωσα, δύο περίπου χρόνια. Ας πούμε μόνο πως άλλες πολύ περισσότερο επείγουσες προτεραιότητες απορροφούσαν τους υπεύθυνους ηγέτες σε μια περίοδο που χρειαζόταν επίμονη και συστηματική προσπάθεια, οργάνωση και περισυλλογή για να επιτύχει ο Αγώνας. Οι αυτοσχεδιασμοί δεν είχαν πια τη θέση τους. Για την επιβίωση του έθνους και τη ευόδωση του Αγώνα έπρεπε να οργανωθούν η διοίκηση, ο στρατός, η οικονομία. Απαιτήσεις άμεσες τις οποίες έπρεπε να ικανοποιήσει η εξουσία στα χρόνια 1822 και 1823.

Η ώρα εν τούτοις της ελληνικής δημοσιογραφίας μπορούμε να πούμε ότι σήμανε μέσα στο έτος 1824. Έτος της ελληνικής δημοσιογραφίας θα το ονομάζαμε επάξια, γιατί μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο άρχισαν να εκδίδονται, το ένα ύστερα από το άλλο, τρία δημοσιογραφικά φύλλα στα πιο σημαντικά αστικά κέντρα: τα Ελληνικά Χρονικά στο Μεσολόγγι, ο Φίλος του Νόμου στην Ύδρα, η Εφημερίς των Αθηνών στην Αθήνα. Οι δύο πρώτες είχαν συντάκτες δύο φιλέλληνες, τον Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ η εφημερίδα του Μεσολογγιού και τον Ιωσήφ Κιάππε η εφημερίδα της Ύδρας. Διευθυντής για το φύλλο που εκδόθηκε στην Αθήνα, ο νέος Γεώργιος Ψύλλας. Το έτος 1825 προστέθηκε και μια τέταρτη εφημερίδα, η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, που εκδόθηκε στο Ναύπλιο, στην έδρα δηλαδή της Ελληνικής Διοίκησης, την οποία άλλωστε επισήμως εκπροσωπούσε. Συντάκτης της ορίστηκε ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο οποίος και έμεινε σ’ αυτή την θέση ώς τον Ιούνιο του 1827. Τον ίδιο χρόνο, τον Ιούλιο δηλαδή του 1827, ιδρύθηκε από έναν ιδιώτη, τον ναυτικό Παντελή Παντελή, η Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος.

Η έκδοση των εφημερίδων αυτών μπόρεσε να πραγματοποιηθεί χάρη στην υλική και ιδίως στην τεχνική βοήθεια που έδωσε το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, που το εκπροσωπούσε ο συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ. Ένθερμος υποστηρικτής του Τύπου, ο άγγλος συνταγματάρχης έφερνε φθάνοντας στην Ελλάδα, μαζί με άλλα χρήσιμα εφόδια, φάρμακα, πολεμικό υλικό και τρεις τυπογραφίες, τις οποίες επρόκειτο να προσφέρει όχι στην κυβέρνηση, όπως γράφει, αλλά στο κοινό. Και προσθέτει: ικανοί και τίμιοι άνδρες πρέπει να ενισχυθούν ώστε να εκφράζουν και να δημοσιεύουν ελεύθερα τις σκέψεις τους. Τα τρία αυτά παραχωρήθηκαν, το ένα στην πόλη του Μεσολογγιού, και μάλιστα στον Μάγερ, το άλλο στην πόλη της Αθήνας και το τρίτο στη Διοίκηση που ήταν και υπεύθυνη για την έκδοση της Γενικής Εφημερίδoς. Η τέταρτη εφημερίδα, ο Φίλος του Νόμου, εκδόθηκε στην αρχή σ’ ένα πρόχειρο αυτοσχέδιο τυπογραφείο, ενώ λίγο αργότερα, με ενέργειες του Κοραή, ο γάλλος φιλέλληνας, λόγιος και τυπογράφος Ambroise - Firmin Didot έστειλε ένα σύγχρονο τυπογραφείο, στο οποίο έκτοτε τυπωνόταν η εφημερίδα της Ύδρας.

 

Τα Ελληνικά Χρονικά, η εφημερίδα της πολιορκίας

Τα Ελληνικά Χρονικά, η εφημερίδα του Μεσσολογγιού, είναι κατεξοχήν γνωστή ως η εφημερίδα της πολιορκίας, για την οποία αποτελεί μοναδική και αναντικατάστατη πηγή. Σ’ όλη τη διετία της κυκλοφορίας τους τα Ελληνικά Χρονικά δημοσίευαν ειδήσεις και πληροφορίες σχετικές με τις προετοιμασίες και τις προσπάθειες των Ελλήνων να κρατήσουν το Μεσολόγγι, την πόλη-κλειδί της Δυτικής Στερεάς, και με τον λυσσαλέο αγώνα των Τούρκων να την κυριεύσουν. Στους τελευταίους μήνες πριν από την έξοδο καταγράφεται ημερολογιακά πλέον, κάτω από τον σταθερό τίτλο Εγχώριοι ειδήσεις, καθετί που αναφέρεται στον αδυσώπητο αυτό πόλεμο, στις καθημερινές συγκρούσεις των αντιπάλων, στην αγωνία που συνείχε το Πανελλήνιο για την τελική τύχη του Μεσολογγιού και των υπερασπιστών του. Μια από τις εγγραφές σ’ ένα από τα τελευταία φύλλα της εφημερίδας εικονογραφεί καλά την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι ελεύθεροι πολιορκημένοι της πόλης του Μεσολογγιού:

Ο εχθρός έως της μεσημβρίας ηρεμεί παντάπασι και φαίνεται ότι βουλεύεται με στεναγμούς την χθεσινήν ήτταν του. Μετά δεν την μεσημβρίαν ίδομεν τον εν τη λίμνη μας εχθρικόν στολίσκον συγκείμενον από 32 λατζίνια, όστις αποπλεύσας της Αλυκής, διευθύνετο προς την πόλιν μας. Το σχήμα των πλοιαρίων τούτων μετήλλαξεν ο εχθρός· ούτε κατάρτια έχουν, ούτε πανιά, ούτε άλλο τι τοιούτον· και επειδή τα ίδομεν πλέοντα και εις νερά ελαχίστου βάθους, συμπεραίνομεν ότι δεν έχουν ούτε καρίναν. Τρεις ημέτεραι Πάσσαραι, μόλις τον είδον έδραμον εις απάντησίν του. Μετά ικανής δε ώρας αμοιβαίων πυροβολισμών, απεχωρίσθησαν πάλιν οι δύο αντιμαχόμενοι, και ο μεν στολίσκος του εχθρού απεσύρθη προς την νήσον Σκύλλαν, αι δε ημέτεραι Πάσσαραι επέστρεψαν εις την πόλιν. Προσετέθησαν σήμερον εις τον λιμένα μας και έτερα 27 εχθρικά πλοία ελθόντα από Νότον· ώστε ο λιμήν μας ήδη περικυκλούται από 49 καράβια των βαρβάρων.[iv]

Είναι γνωστό ότι το Μεσολόγγι στάθηκε το κέντρο της  φιλελληνικής κίνησης. Και μόνον η παρουσία του Λόρδου Βύρωνος ήταν αρκετή για να προσδώσει στην πόλη την αίγλη που της έφερνε το όνομα και η προσωπικότητα άου Άγγλου ποιητή. Ήταν φυσικό λοιπόν ο θάνατός του, τον Απρίλιο του 1824, να συγκλονίσει τη μικρή πολιτεία που τον είχε δεχτεί με τόση χαρά και αγαλλίαση.

Στην εφημερίδα, τα Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγιού, δεν είναι μόνον τα πολεμικά γεγονότα που ενδιαφέρουν. Δημοσιεύονται επίσης πολλά άρθρα για τις πολιτικές εξελίξεις, τη διοργάνωση του κράτους, του ελεύθερου ελληνικού κράτους, κείμενα θεωρητικά για τη συνταγματική τάξη και την ελευθεροτυπία που αποτελεί μια από τις ουσιαστικές μέριμνες του συντάκτη των Ελληνικών Χρονικών. Την εφημερίδα ενδιαφέρει ακόμη η πνευματική πρόοδος του έθνους, όπως δείχνουν πολλά άρθρα σχετικά με τα σχολεία, την κίνηση των βιβλίων, την ίδρυση καινούργιων σχολικών μονάδων τόσο στο Μεσολόγγι όσο και σε άλλες ελληνικές περιοχές.

Στις σελίδες των Ελληνικών Χρονικών σχολιάζεται επίσης η οχύρωση  του Μεσολογγιού γιατί αποτελεί το πιο ζωτικό θέμα για την πολιορκούμενη πόλη. Ο Μιχαήλ Π. Κοκκίνης, ο οχυροποιός, όπως τον αποκαλούν, ανταμείβεται για τις υπηρεσίες του, ονομάζεται πολίτης του Μεσολογγιού και η εφημερίδα τον τιμά δημοσιεύοντας τη σχετική είδηση.

Σημείωσα ήδη πως τα Ελληνικά Χρονικά, η εφημερίδα του Μεσολογγιού, είναι η κατεξοχήν εφημερίδα της πολιορκίας, αφού τους τελευταίους μήνες πριν διακόψει την έκδοσή της, τον Φεβρουάριο του 1826, δημοσίευε συνεχώς όσα διαδραματίζονταν στους προμαχώνες ανάμεσα στους πολιορκούμενους  Έλληνες και  τον εχθρό. Ο συντάκτης των Ελληνικών Χρονικών δεν διστάζει μάλιστα να κατηγορήσει τους γάλλους συμβούλους των Τούρκων και του Ιμπραήμ που με την παρουσία και τις στρατιωτικές γνώσεις τους ενισχύουν την πολεμική ισχύ των εχθρών

Ποικιλία και πλούτος ύλης είναι ό,τι χαρακτηρίζει τα Ελληνικά Χρονικά. Η στάση του εκδότη προσδιορίζεται επίσης από πνεύμα άκρατου φιλελευθερισμού, ενώ στην αρθρογραφία του εξετάζονται με πολλή συνέπεια και αναλύονται έννοιες όπως η δημοκρατία, η μοναρχία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο δεσποτισμός και άλλες ανάλογες, προσδίδοντας στην εφημερίδα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η ανασκόπηση εξάλλου του έτους 1824, που δημοσιεύεται στο τεύχος της 3ης Ιανουαρίου 1825, είναι ένα κείμενο όπου εξαίρονται οι προσπάθειες και οι αρετές των Ελλήνων, οι οποίοι με ευψυχία και αυτοθυσία αγωνίζονται απέναντι σε υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις για να κερδίσουν την ελευθερία τους.

 

Η Εφημερίς των Αθηνών του Γεωργίου Ψύλλα

Ο αναγνώστης που θα ξεφυλλίσει την Εφημερίδα των Αθηνών θα παρατηρήσει ότι τη θέση την οποία εύρισκαν σε τούτο το φύλλο ειδήσεις και νέα του πολέμου, την ίδια εύρισκαν και δημοσιεύματα για το πολίτευμα, τους νόμους, τους θεσμούς, καθώς και κείμενα για τα σχολεία και την παιδεία, σελίδες με φιλολογική ύλη, νέα από τον έξω κόσμο, ειδήσεις για το έργο της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών. Δηλαδή ύλη που αποβλέπει, εκτός από την ενημέρωση του πολίτη στην τρέχουσα επικαιρότητα, να τον εφοδιάζει επίσης με γνώσεις πάνω σε ενδιαφέροντα και ζωτικά θέματα της πολιτικής, πνευματικής και πολιτισμικής ζωής.

Ο Γεώργιος Ψύλλας ήταν Αθηναίος, σπούδασε στη Δύση, στα χρόνια αμέσως πριν από την Επανάσταση, και φάνηκε άξιος στη διεύθυνση της εφημερίδας. Πεπεισμένος για τη σπουδαιότητα του Τύπου ζητούσε  τη συνδρομή του κάθε λογίου ώστε, όπως έγραφε, να συνεργήσει, το κατά δύναμιν, εις την πρόοδον των ελευθέρων εφημερίδων, οι οποίες είναι οι άγγελοι της κοινής γνώμης και πρόδρομοι της ευτυχίας και ελευθερίας των λαών.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει άλλωστε το φύλλο αυτό δεν βρίσκεται πάντα στην πολεμική του ειδησεογραφία επειδή, καθώς πάλι παρατηρεί ο υπεύθυνος συντάκτης του, ο καθαυτό σκοπός της εφημερίδος δεν είναι και τόσον η ιστορική διήγησις των καθ΄ ημέραν συμβαινόντων εις την Ελλάδα, αλλά είναι ιδίως η παρουσίαση θεμάτων τα οποία αποσκοπούσαν να φωτίσουν και να διαφωτίσουν το κοινό.  Αυτή η επιδίωξη συντελείται με άρθρα πολιτικής θεωρίας, με τη δημοσίευση κειμένων γενικής παιδείας, με σχόλια του εκδότη για τη διαφώτιση του πολίτη ώστε να μπορέσει να συνειδητοποιήσει τη σημασία του ατόμου μέσα στο κοινωνικό σύνολο, να γνωρίσει τις υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματά του. Αυτή θεωρώ άλλωστε πως είναι η σημαντική προσφορά του Ψύλλα στην εφημερίδα αλλά και γενικότερα στον νεοελληνικό βίο.

Και μόνον διαβάζοντας την ειδοποίησιν που προτάσσεται στην έκδοση της εφημερίδας, μπορούμε να καταλάβουμε το πνεύμα του συντάκτη της:

Διά να φυλάξη το Ελληνικόν Έθνος την ελευθερίαν, όπου με τόσον αίμα ηγόρασεν και με έναν τόσον φρικτόν όρκον έμπροσθεν του Θεού και όλου του κόσμου απεφάσισεν να στερεώση, ανάγκη πάσα να φωτίση. Εις τούτο, έχοντες και ημείς χρέος να συνεργήσωμεν το κατά δύναμιν και στοχαζόμενοι ότι ένας από τους πολλούς δρόμους με τους οποίους τα έθνη φθάνουν εις τον φωτισμόν των είναι και η ελεύθερη κοινοποίησις των στοχασμών του ανθρώπου, αποφασίσαμεν να επιχειρισθούμε μίαν εφημερίδα, με το όνομα Εφημερίς Αθηνών.

Από την Εφημερίδα των Αθηνών, την τόσο πλούσια σε ύλη πολιτιστικού περιεχομένου, θα ήθελα να διαβάσω και μια είδηση σχετική με την ίδρυση σχολείου για κορίτσια, του Σχολείου Θηλέων, στην Αθήνα, στις αρχές του 1826. Πρόκειται για ένα γράμμα που έστειλε ο διευθυντής και ιδρυτής του σχολείου Νικήτας Νικητόπουλος: Κύριε Ψύλλα, γράφει ο Νικητόπουλος, παρακαλώ να εκδώσεις εις την εφημερίδα σου το ήσσον της αναφοράς μου, την οποίαν έδωσα προς τους εφόρους της Φιλομούσου Εταιρείας, σημείον της ευγνωμοσύνης εμού και των ανηλίκων κορασίων. Εύχομαι δε εκ ψυχής, ως πρωταίτιος εις την Ελλάδα τοιούτου αλληλοδιδακτικού σχολείου των κορασίων, ως από μέρους όλων των συνδρομητών να πολλαπλασιασθώσι τοιαύτα σχολεία διά να ευκολύνουν, μητέρες γενόμενες, την εκπαίδευσιν των τέκνων των και τα προς την πατρίδα χρέη των και ούτως κοινώς να απολαμβάνουν την ευδαιμονίαν της Ελλάδος. Τη  9η Ιανουαρίου 1826, Σχολείον του Παρθενώνος. 

Η παιδεία λοιπόν ενδιαφέρει τον εκδότη της Εφημερίδος των Αθηνών όπως και το θέατρο, η ποίηση και η λογοτεχνία. Οι θεατρικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων που θα έχουν ως σκοπό όχι μόνον την τέρψη αλλά και την ανύψωση του ηθικού των μαχόμενων Ελλήνων, παίρνουν τη θέση τους στις σελίδες της αθηναϊκής εφημερίδας.

Η Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών είχε ιδρυθεί στα προεπαναστατικά χρόνια (1813-14), με κύριο στόχο την προαγωγή της ελληνικής παιδείας και άμεση επιδίωξη τη διάσωση των ελληνικών, και ιδίως των αθηναϊκών, αρχαιοτήτων που είχαν υποστεί την απροκάλυπτη λεηλασία από τους ξένους αρχαιοκάπηλους και αρχαιολάτρες. Στα ενδιάμεσα χρόνια οι δραστηριότητες της Φιλομούσου Αθηνών είχαν ατονήσει για να ξαναζωντανέψουν τώρα που η πόλη είχε απελευθερωθεί από τον ζυγό.

Ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ο Ιωάννης Γκούρας βοήθησαν τους σκοπούς της Εταιρείας με μέτρα πρακτικά, προκειμένου π.χ. να διαφυλαχθούν οι αρχαιότητες, κατ’ αυτάς θέλει συστήσει η Φιλόμουσος Αθηνών, γράφει η εφημερίδα, μουσείον, επάνω εις τον Ναόν της Αθηνάς διά να συνάξη εκεί όλα τα διασκορπισμένα παλαιά, διά να τα βλέπη ο καθένας ελεύθερα. Αυτά γράφονται σε φύλλο  του Σεπτεμβρίου του 1824. Ο ίδιος ο Ανδρούτσος άλλωστε, κολακευόταν πολύ για τις φροντίδες και τη συμπαράστασή του να ιδρυθεί μουσείο πάνω στην Ακρόπολη. Η παρρησία είναι η ψυχή της Δικαιοσύνης, ήταν το γνωμικό που κοσμούσε τον τίτλο της Εφημερίδας των Αθηνών.

Εν τούτοις, ο πόλεμος εξακολουθούσε και η πόλη της Αθήνας αισθανόταν έντονα τις επιπτώσεις. Έτσι, μετά από ορισμένες ήττες και κακοτυχίες, οι Αθηναίοι είναι υποχρεωμένοι να εκκενώσουν την πόλη από τα γυναικόπαιδα και να τα μεταφέρουν στη γειτονική Σαλαμίνα, μακριά από τον κίνδυνο του εχθρού.

Μαζί με τα γυναικόπαιδα μεταφέρθηκε στη Σαλαμίνα η σύνταξη της εφημερίδας με το πολύτιμο πιεστήριο για να συνεχιστεί η έκδοσή της.

 

Ο Φίλος του Νόμου[v]

Υπάρχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στον Φίλο του Νόμου, στην εφημερίδα δηλαδή της Ύδρας, διότι σ’ αυτήν συνδυάστηκαν δύο ιδιότητες, του επίσημου και του ανεπίσημου δημοσιογραφικού φύλλου. Από την άποψη αυτή, ο Φίλος του Νόμου είναι μοναδικό παράδειγμα εφημερίδας των χρόνων 1821-1827, η οποία πρωτοεκδόθηκε ως ανεπίσημο φύλλο, ακολούθως εκπροσώπησε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα τη διοίκηση, για να καταλήξει πάλι, αφού αποδεσμεύθηκε από κάθε επίσημη ιδιότητα, να ασκεί έλεγχο και κριτική –κάποτε μάλιστα ιδιαιτέρως οξεία κριτική– στις πράξεις της εξουσίας. Να σημειωθεί πως και στις δύο περιπτώσεις, ο Φίλος του Νόμου υπήρξε το προσωπικό όργανο των αδελφών Γεωργίου και Λαζάρου Κουντουριώτη, αφού ιδρύθηκε με τη δική τους υποστήριξη και με δικές τους μέριμνες έλαβε το χρίσμα του επισήμου φύλλου της Διοικήσεως. Ωστόσο, ο Φίλος του Νόμου παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της έκδοσής του φύλλο με σαφή τον τοπικό χαρακτήρα. Σημαντικό, εν τούτοις, δημοσιογραφικό επίτευγμα και για τον λόγο ότι η Ύδρα διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη διεξαγωγή του Αγώνα.

Ο Φίλος του Νόμου στάθηκε η πιο μακρόβια εφημερίδα του Αγώνα. Φυσικά μιλούμε για τις εφημερίδες που άρχισαν να κυκλοφορούν στα 1824. Το πρώτο φύλλο της εκδόθηκε στις 10 Μαρτίου 1824 και το τελευταίο, με τον αριθμό 296, στις 27 Μαΐου 1827. Σ’ αυτό το διάστημα, ο Φίλος του Νόμου έβγαινε τακτικά δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Παρασκευή. Εκδότης και συντάκτης της, ο Ιταλός φιλέλληνας Ιωσήφ Κιάππε, ο οποίος  με επιστολή του στον Γεώργιο Κουντουριώτη, γραμμένη στις 28 Ιανουαρίου 1824, αναγγέλλει την πρόθεσή του να εκδώσει εφημερίδα. Γράφει ο Κιάππε: καυχώμενος κι εγώ να συναριθμηθώ  με τους καλούς πατριώτας θέλω να μεταχειρισθώ, και εγώ, το μόνον εις εμέ πρόχειρον μέσον, τον λόγον, διά της εκδόσεως τινός περιοδικής εφημερίδος.

Ταραγμένη στάθηκε η ζωή του Ιωσήφ Κιάππε στα χρόνια πριν έρθει στην Ελλάδα, όπου τον βρίσκουμε ήδη εγκατεστημένο, τον Ιούνιο του 1821, στην Ύδρα. Ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Ευρωπαίου της εποχής –του Ευρωπαίου επαναστάτη–, είχε σπουδάσει νομικά στη Γαλλία, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τις επαναστατικές ιδέες και θεωρίες. Πίστεψε, ως φαίνεται, τον Ναπολέοντα ως τον ελευθερωτή της Ευρώπης, τον ακολούθησε στις εκστρατείες του και μετά την ήττα του γάλλου αυτοκράτορα ξαναγύρισε στην πατρίδα του, την Ιταλία, εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο και εργάσθηκε ως δικηγόρος. Η επαναστατική ορμή του όμως δεν είχε σβήσει, όπως δεν είχαν σβήσει άλλωστε και τα επαναστατικά κινήματα των ευρωπαϊκών λαών. Ο Κιάππε αναμείχθηκε στην επανάσταση της Νάπολης, που ξέσπασε τον Ιούλιο του 1820, και ύστερα από την αιματηρή καταστολή της, τον Μάρτιο του 1821 από τους Αυστριακούς, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λιβόρνο και να καταφύγει στα Επτάνησα. Από εκεί ήρθε στην Ύδρα, όπου έζησε όλα τα χρόνια του Αγώνα. Δάσκαλος ξένων γλωσσών στην αρχή, σύμβουλος νομικός και γραμματέας του Τσαμαδού, ταξιδεύοντας με τον Στόλο, γραμματέας της Κοινότητας της Ύδρας όταν επέστρεψε στο νησί, σύμβουλος και έμπιστος του Λαζάρου Κουντουριώτη, έγινε δημότης του νησιού στα 1825 για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει και εξακολουθούσε να προσφέρει στον Αγώνα.

Μια από τις πρώτες καταχωρίσεις του Φίλου του Νόμου είναι η απόφαση της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος να ορίσει ως έδρα της το Ναύπλιο. Την υπογράφει ο Γεώργιος Κουντουριώτης, Πρόεδρος του Εκτελεστικού. Ωστόσο, στις αρχές του 1824 είχε ξεσπάσει ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος. Οι πολιτικές αντιθέσεις, οξυμένες ήδη μέσα στο 1823, ενδυναμώθηκαν τους πρώτους μήνες του 1824. Αντιμαχόμενοι, από τη μια μεριά οι στρατιωτικοί της Πελοποννήσου με αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και από την άλλη ο κύκλος του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Πρόεδρος του Εκτελεστικού, με έδρα το Κρανίδι, είχε οριστεί ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Η εγκύκλιος για την εγκατάσταση της έδρας της Διοικήσεως στο Ναύπλιο συνάντησε έντονη την αντίδραση της αντίθετης μερίδας, όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα.

Παραινέσεις προς τους Έλληνες, και ιδιαιτέρως προς τους Πελοποννησίους, να ομονοήσουν  και ενωμένοι να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό ως πραγματικοί συνεχιστές των έργων των προγόνων τους, απευθύνει η εφημερίδα σ’ αυτόν τον κρίσιμο καιρό της εθνικής διαμάχης. Ο εμφύλιος πόλεμος δεν έχει λήξει ακόμη.

Πλούσια όμως παρουσιάζεται η ύλη και η ειδησεογραφία του Φίλου του Νόμου, τόσο αυτή που αναφερόταν στη διεξαγωγή του πολέμου, με έμφαση μάλιστα στο ναυτικό πόλεμο αφού η Ύδρα αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα ναυτικά κέντρα, όσο και αυτή που αναφερόταν γενικότερα στον Αγώνα.

Για την καταστροφή των Ψαρών γράφει η εφημερίδα στο φύλλο της 23ης Ιουνίου του 1824. Το κείμενο εν τούτοις έχει συνταχθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε ακόμη και η απώλεια του νησιού, ο φοβερός αφανισμός του, να χρησιμεύσουν ως κίνητρο και ερέθισμα για τους Έλληνες και να τους παρακινήσουν σε αποφασιστικότερη αντιμετώπιση του εχθρού. Ακριβώς για ν’ αναπτερωθεί το ηθικό των μαχόμενων Ελλήνων δημοσιεύεται σε ολίγες ημέρες κείμενο με τίτλο Επίσημοι Ειδήσεις, εις το οποίο εξαίρονται τα κατορθώματα του ελληνικού στόλου στη θάλασσα και στον πόλεμο των Ελλήνων ναυτών εναντίον των Τούρκων ως εκδίκηση για την καταστροφή των Ψαρών.

Ο τρόπος με τον οποίον έκριναν, και εξακολουθούν ακόμη να κρίνουν οι ξένοι τον Ελληνικόν Αγώνα, απασχολεί πολύ τον συντάκτη του Φίλου του Νόμου. Είναι γνωστό ότι, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια του Αγώνα, οι ξένες κυβερνήσεις είχαν αποδοκιμάσει το επαναστατικό κίνημα των Ελλήνων, το είχαν χαρακτηρίσει ως ανταρσία εναντίον της νόμιμης εξουσίας, δηλαδή του Σουλτάνου, και όχι ως κίνημα απελευθερωτικό ενός λαού, μάλιστα χριστιανικού, εναντίον του αλλόθρησκου σκληρού δυνάστη. Πολλά διαβήματα και ενέργειες γίνονται σ’ αυτό το διάστημα με στόχο να πεισθεί η ευρωπαϊκή πολιτική και διπλωματία να ταχθεί με το μέρος των Ελλήνων. Η προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας απέβλεπε στο να παύσει ο αγώνας του ελληνικού λαού να θεωρείται από τους ξένους ως κίνημα εμπνευσμένο από τα σύγχρονα επαναστατικά ευρωπαϊκά κινήματα, ως έργο μυστικών συνωμοτικών οργανώσεων.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Η Αθήνα εκκενώνει τα γυναικόπαιδα στην Σαλαμίνα

Αθήναι 15η Μαΐου. Το θλιβερόν συμβεβηκός των Σαλώνων, μας έκαμε να ενθυμυθούμεν μίαν ώραν αρχύτερα το παλαιόν μας καταφύγιον, την Σαλαμίνα. Διά τούτο ευθύς μετά την θλιβεράν είδησιν της καταστροφής εκείνης της πόλεως, έγινε πάνδημος συνέλευσις των πολιτών εις την οποίαν απεφασίσθη:

1ον) Να αδειασθή η πόλις από γυναικόπαιδα και αδυνάτους ανθρώπους, περνώντας εις την Σαλαμίνα.

2ον) Να μείνουν προς φύλαξιν της πόλεως όλοι οι πολίται από 18 χρονών ηλικίας έως 50, χωρίς εξαίρεσιν.

3ον) Προς εξοικονόμησιν τροφών να πωληθούν μερικές χιλιάδες ξεστία λάδι από το μέλλον των ιδοκτήτων, έως να ιδεασθή περί τούτου η σεβαστή Διοίκησις.

Αγόρασε προς τούτοις ο τόπος και άλλες τροφές επ’ ονόματι της Διοικήσεως. Κανένα όμως από αυτά όλα δεν είχαν οικονομηθεί ακόμη, όταν μας ήλθεν  η τρομερά είδησις ότι Τούρκοι εβγήκαν από την Εύριπον και κατετάραξεν τόσον την πόλιν. Οι Τούρκοι αυτοί εβγήκαν έως εκατόν ή ως κατασκόποι της επαρχίας ή διά να αρπάξουν τίποτες από τα περίχωρα, τους οποίους τουφεκίζοντας μία μικρή ιδική μας φρουρά, διά να πάρη είδησιν ο κόσμος, έκανε να γεννηθεί εκείνη η ταραχή την οποίαν πρωτύτερα είχε σπείρει εις τας καρδίας των ανθρώπων ο χαλασμός των Σαλώνων.

Επαρατηρήσαμεν όμως εις αυτήν την περίστασιν ότι αυτό το ανακάτωμα έγινεν περισσότερον από την αναρχίαν, ήγουν να θέλη ο ένας και ο άλλος να γνωμοδοτή και να αποφασίζη χωρίς να προσμένη να ενεργήσουν εκείνοι τους οποίους ο λαός έχει διορισμένους κυβερνήτας του. Μάλιστα, εις τέτοιες περίστασες πρέπει να περιορίζεται η δύναμις της σκέψεως και των αποφάσεων εις όσον το δυνατόν ολιγότερα υποκείμενα, διά να ενεργούνται συντονότερα και ογληγορότερα τα συμφέροντα του τόπου. Και αν ετούτο εγίνετο, βέβαια δεν θα εβλέπαμεν τόσην ταραχήν και ανακάτωμα και κάτι άλλον ακόμη το οποίον εδώ το αποσιωπώμεν  χάριν της γενικής αμνηστίας. Και προς το εσπέρας, καθώς ηκολούθησεν, ηθέλαμεν βεβαιωθή διά τους Τούρκους λεπτομερώς, αλλ’ εμείς όταν είναι καιρός να συναχθούμε να δώσωμεν μικροί, μεγάλοι την γνώμην μας διά τα συμφέροντα της πατρίδος, τα αφήνομεν κατ’ ανέμου και μόνον όταν ο κίνδυνος μας πλακώση  τότε θέλομεν όλοι να φωνάζωμεν και ν’ αποφασίζωμεν και τούτο εστάθη ένα μεγάλον αίτιον του χαλασμού τόσων πόλεων και επαρχιών.

Ωφέλησε μολοντούτο κατά τι και αυτός ο θόρυβος επειδή έκαμε να ενεργηθή από λόγου της και πολλά ογλήγορα η πρώτη απόφασις της Συνελεύσεως, του  να  τραβηχτούν οι αδύνατοι  εις την Σαλαμίνα και η πόλις κατεστάθη με τούτον τον τρόπον επιτηδεία διά να αντιπαραταχθή εις τον εχθρόν εάν θελήση να την πολεμήση. Προς τούτοις έκαμεν τούτον και την Διοίκησιν να λάβη δι’ ενεργητικότερα μέτρα και να στείλη εδώ τροφές και πολεμοφόδια και τον στρατηγόν Βάσιον με χιλίους στρατιώτας.

 

---------------------------------- 

[i] Ο Τύπος στον Αγώνα, 1821-1827, επιμ.: Αικατερίνη Κουμαριανού, τ. Α΄: Χειρόγραφες εφημερίδες 1821-1822, Σάλπιγξ Ελληνική 1821, Εφημερίς των Αθηνών 1824-1826, τ. Β’: Ελληνικά Χρονικά 1824-1826, τ. Γ΄:  Ο Φίλος του Νόμου 1824-1827, Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 1825-1827, Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος 1827. Αθήνα 1971. Η έκδοση βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

[ii] Εκπομπή στο Β’ Πρόγραμμα, «Λαϊκό Πανεπιστήμιο»: Ο Τύπος στον Αγώνα, παρουσίαση - σχόλια: Αικατερίνη Κουμαριανού,  Τα κείμενα διαβάζει ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, μουσική φροντίδα: Ανακρέων Παπαγεωργίου, ρύθμιση ήχου: Γιώτα Κασσάρα. Παραγωγή: Κώστας Παπαγεωργίου, 15/3/1990.

[iii] http://83.212.169.185/123456789/2158. και http://repository.library.teiwest.gr/xmlui/handle/123456789/2159

[iv] Από την επόμενη παράγραφο και κάτω το κείμενο ανήκει στην δεύτερη εκπομπή της 23/3/1990. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη δεύτερη και στην τρίτη εκπομπή η Αικατερίνη Κουμαριανού έκανε εκτεταμένη αναφορά στις προηγούμενες, καθότι λογικά υπέθετε ότι κάποιοι ακροατές δεν θα είχαν ακούσει τις προηγούμενες. Οι αναφορές αυτές παραλείφθηκαν.

[v] Από το σημείο αυτό και κάτω το κείμενο είναι από την τρίτη εκπομπή.

03 Μαρτίου 2021

Η Κύπρος ως κέντρο διαφθοράς

Χρυσόστομος Περικλέους

Μακάριος Δρουσιώτης, Η Συμμορία. To διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας στην Κύπρο. Το κούρεμα και η διαπλοκή πολιτικών και δικηγόρων, Αλφάδι, Λευκωσία 2020, 300 σελ. (Το βιβλίο είναι διαθέσιμο online στο: www.makarios.eu)

Το νέο βιβλίο του ερευνητή δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη είναι το χρονικό της περιόδου της δεινής οικονομικής κρίσης στην Κύπρο που κορυφώθηκε το 2013, με το «κούρεμα» των τραπεζικών καταθέσεων. Η έρευνα του Δρουσιώτη τον οδηγεί στον ίδιο τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Καταγγέλλεται διαπλοκή με ρώσους ολιγάρχες και ξένα συμφέροντα και, σε όλη την πυραμίδα της πολιτικής ηγεσίας, φωτογραφίζεται ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα ανίκανο να αντιληφθεί, πόσο μάλλον να διαχειριστεί τις δραματικές συνθήκες των ημερών και τους κινδύνους που απειλούσαν τη χώρα. [ΤΒJ]

23 Φεβρουαρίου 2021

Fake news στην Επανάσταση

Λάκης Δόλγερας

Στο περιοδικό Πανδώρα[1]το 1868, ο Κωνσταντίνος Ν. Σάθας δημοσιεύει άρθρο με τίτλο «Ελληνικαί εφημερίδες», για τα φύλλα που παρουσιάστηκαν από το 1821 ώς το 1833 στο έδαφος της απελευθερωμένης Ελλάδας.

Ιδιαίτερη σημασία δίνει στη χειρόγραφη[2] Εφημερίδα του Γαλαξειδιού ή την ψευτο-εφημερίδα – ονομασία που δόθηκε στο φύλλο καθώς οι ειδήσεις που καταγράφει είναι ή υπερβολικές ή παντελώς μυθώδεις.

 

Το πρώτο γνωστό φύλλο της εφημερίδας φέρει ημερομηνία 27 Μαρτίου 1821, ταυτόχρονη με το ξέσπασμα της Επανάστασης. Είναι επίσης γνωστή η επίδρασή της στον ενθουσιασμό των αγωνιστών εκείνο τον πρώτο καιρό του Αγώνα. Το Γαλαξείδι ήταν ο τόπος καταγωγής της οικογένειας του Κωνσταντίνου Σάθα και είχε τη δυνατότητα να συγκεντρώσει πληροφορίες από ανθρώπους της περιοχής που είχαν μνήμες, άμεσες ή έμμεσες από τα γεγονότα. Έτσι δημοσιεύει σχετικά αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του πρώην γερουσιαστή Κ.Χ. Παπαπολίτη, που είχαν γραφεί από τον ίδιο, καθ’ υπαγόρευση του τελευταίου, επιστολή του Γαλαξιδιώτη, Σ. Σάθα, καθώς και ειδήσεις από το φύλλο της εφημερίδας.

 

Λόγω της συμμετοχής του BooksJournal στον εορτασμό των διακοσίων χρόνων, η στήλη επιλέγει να παρουσιάσει την επιστολή του Σ. Σάθα και τις ειδήσεις που αντιγράφει ο επιστολογράφος από φύλλο της εφημερίδας.

 

Εν Γαλαξειδίω 3 Σεπτεμβρίου 1868

Φίλε Κύριε!

Ευχαρίστως εκπληρών την αίτησίν σας ανακοινώ ό,τι γνωρίζω περί της ενταύθα εκδιδομένης κατά τας αρχάς του ελληνικού αγώνος χειρογράφου εφημερίδος.

Το Γαλαξείδιον, ένεκα της ναυτιλίας και των εμπορικών σχέσεων μετά της Πελοποννήσου και της Κωνσταντινουπόλεως εγκαίρως μυηθέν εις τα περί της ελληνικής επαναστάσεως, πρώτον της Στερεάς Ελλάδος ανεπέτασε την σημαίαν του Σταυρού συγχρόνως σχεδόν τη Πελοποννήσω, και δι’ εκτάκτων πεζοδρόμων ευηγγελίσατο το μέγα γεγονός εις πάντας τους μεμυημένους Στερεοελλαδίτας. Οι αποτελούντες την επαναστατικήν επιτροπήν του Γαλαξειδίου, δυσφορούντες επί τη απραξία των άλλων επαρχιών, επενόησαν εύλογόν τι τέχνασμα εις εξανάγκασιν των δισταζόντων και ενθάρρυνσιν των μαχομένων∙ έγραφον δηλαδή εφημερίδα διά της οποίας εβεβαίουν πάντας περί των συμπαθειών και ενεργειών της Ευρώπης, ιδία δε εις μεν τους Πελοποννησίους διεκοίνουν τας εν Στερεά μάχας, εις δε τους Στερεοελλαδίτας τας εν Πελοποννήσω, τερατωδώς ως επί το πλείστον παραμορφούντες τα πράγματα. Αρκετά αντίγραφα της εφημερίδος ταύτης απεστέλλοντο εις πολλούς, οίτινες παλλαπλασιάζοντες αυτά μετέδιδον και τοις απομεμακρυσμένοις. Κατοικούντες πόλιν μεταξύ κειμένην της Πελοποννήσου και Στερεάς ήσαν εις θέσιν να γιγνώσκωσι κάλλιον παντός τα συμβαίνοντα, αι δε μετά του εξωτερικού σχέσεις αυτών αρκετόν ήτο τοις πάσιν εχέγγυον ακριβούς γνώσεως των ευρωπαϊκών πραγμάτων. Όθεν μεγάλως επενήργησεν η εφημερίς των επί των πνευμάτων τυφλώς πιστευομένη υπό του λαού, υπό δε των ολίγων νοημόνων των δυναμένων να γνωρίζουν κάπως τα πράγματα επονομασθείσα ύστερον «ψευτο-εφημερίδα», διά τας εν αυτή γραφομένας τερατολογίας και ανυπόφορα ψεύδη. Όστις μελετήσει καλώς την ιστορίαν του ελληνικού αγώνος θέλει αναγνωρίσει, ότι και οι μάλλον φιλοπάτριδες και φιλαλήθεις ευρέθησαν πολλάκις εις την ανάγκην ίνα ψευσθώσιν, ίνα σώσωσι την πατρίδα.

 

Fake news του Αγώνα

Χάριν περιεργείας επισυνάπτω αντίγραφον ενός εις χείρας μου περιπεσόντος αριθμού της εν λόγω εφημερίδος, της οποίας έτερον αριθμόν έχει δημοσιεύσει ο κ. Ιω. Φιλήμων:[3]

«Αδελφοί Ρουμελιώται, προεστοί και καπεταναίοι του Λοιδορικιού, Μαλανδρίνου, Κράβαρι και όσοι εν Χριστώ αδελφοί.

Γαλαξείδι 27 Μάρτη 1821 .

Σήμερα μας ήρθαν είδησες από σημαντικά ποοσώπατα της Πόλης και του Μορέως και μας λένε το πώς οι Ρούσσοι επεράσαν τα Μπαλκάνια και τραβάνε ντρίτα στη Μπόλη. Το στράτευμα θα ήνε 200 χιλιάδες της στερηάς, και εκατό του πελάγου (Ν° 300.000). Η αρμάτα 8 βατσέλα, τοιπόντιδες και φοιγάδες 24 (Ν° 32). Οι Τούρκοι τραβιώνται στη πέρα πάντα.

Πέντε Ρούσικα καράβια εξεμπαρκάρισαν ασκέρι στη Μάνη και Νηόκαστρο, και τράβιξαν ντρίτα το κόρφο της Πάτρας για να βγάνουν το άλλο ασκέρι, το τσιμπιχανέ, και εκατό χιλιάδες φλωριά (Ν° 100.000), πεσκέσι της Ρουσσίας στους Ρωμαίους των αρμάτων.

Οι Μωραΐταις πήραν τη Τριπολιτσά, και οι Μανιάταις τη Καλαμάτα.

Αύριο μας έρχεται ο άρχοντας καπετάν Ανδρέας Λόντος με χίλιους πεντακόσιους Βοστιτζάνους, και ελπίζομε να εύρη ούλη τη Ρούμελη στ’ άρματα.

Την ώρα που γράφομε μας ήρθε γραφή από τον πιλότο των Ρούσσικων καραβιώνε Μαυροθαλασσίτη πως η αρμάτα άραξε στον Πάπα[4].

Ακόμη μας λέγει το πώς και η Φράντζα θέλει το Ρωμέικο.

Η βάρδιά μας[5] είδε τα καράβια στο κόρφο μας. Καλώς να μας έρθουνε».

 


[1] Κωνσταντίνος Ν. Σάθας, Πανδώρα, τόμος ΙΘ, Φυλλάδιον 343, 1 Σεπτεμβρίου 1868, σ. 212-216

[2] Για τη διακίνηση των εφημερίδων χρησιμοποιούσαν πεζοπόρους οι οποίοι μετέφεραν τα φύλλα σε διάφορους σχετικά κοντινούς παραλήπτες, αυτοί τα αντέγραφαν και με νέους πεζοπόρους τα προωθούσαν περαιτέρω. Ήταν σύστημα επιστολογραφίας των Βυζαντινών, οι οποίοι έγραφαν λόγιες και γενικού ενδιαφέροντος επιστολές, τις οποίες διέδιδαν και προωθούσαν, ακόμη και σε πάνω από χίλιους παραλήπτες, με τον τρόπο αυτό

[3] Ο Φιλήμων το δημοσίευσε στην εφημερίδα Χρόνος. Για την αναδημοσίευση εδώ, κρατήθηκε η ορθογραφία του κειμένου και μεταφέρθηκε στο μονοτονικό.

[4] Ακρωτήριον Άραξος, προ των Πατρών.

[5] Σκοπός.

22 Φεβρουαρίου 2021

Το μαγικό φίλτρο έκοψε

Γιάννης Παπαδόπουλος

Jean-Yves Ferri (σενάριο), Didier Conrad (σχέδιο), Αστερίξ (τχ. 38), Η κόρη του Βερσινζετορίξ, μετάφραση από τα γαλλικά: Σταματίνα Στρατηγού, Μαμούθ, Αθήνα 2020, 48 σελίδες

Το βασικό πρόβλημα με την τριακοστή όγδοη περιπέτεια του Αστερίξ είναι ότι έχει πέσει στην παγίδα του διδακτισμού, συχνά δανεικού από παλιότερες ιστορίες με τη σφραγίδα του Γκοσινύ, στο όνομα της πιο εξαπλουστευτικής αντίληψης για τη χειραφέτηση και την οικολογία. Κι αυτό τον κάνει προσδοκώμενο και ανιαρό. [ΤΒJ]

22 Φεβρουαρίου 2021
Σελίδα 1 από 2