Σύνδεση συνδρομητών

Ο Τύπος στον Αγώνα

Τετάρτη, 03 Μαρτίου 2021 21:35
Το φύλλο των Ελληνικών Χρονικών, της 9ης Απριλίου 1924, που τύπωνε ο Μάγερ στο Μεσολόγγι, στο οποίο αναγγέλλεται ο θάνατος του λόρδου Μπάυρον. Το πρωτοσέλιδο βασικό θέμα αρχίζει ως εξής: «Απαρηγόρητα θρηνεί μεταξύ των χαρμοσύνων του Πάσχα ημερών η Ελλάς, διότι αιφνιδίως στερείται από τας αγκάλας της τον πολύτιμον αυτής ευεργέτην, τον Λαμπρόν Λόρδον Νόελ Βύρωνα. Ο Υπέρτιμος ούτος ανήρ μετά δεκαήμερον ασθένειαν φλογιστικού ρευματικού πυρετού, όστις είχεν εισέλθει έως τον εγκέφαλον, εξέπνευσε σήμερον περί το εσπέρας εις τας ώρας 11λ. 40 (5 λ. 40)»
Βιβλιοθήκη της Βουλής
Το φύλλο των Ελληνικών Χρονικών, της 9ης Απριλίου 1924, που τύπωνε ο Μάγερ στο Μεσολόγγι, στο οποίο αναγγέλλεται ο θάνατος του λόρδου Μπάυρον. Το πρωτοσέλιδο βασικό θέμα αρχίζει ως εξής: «Απαρηγόρητα θρηνεί μεταξύ των χαρμοσύνων του Πάσχα ημερών η Ελλάς, διότι αιφνιδίως στερείται από τας αγκάλας της τον πολύτιμον αυτής ευεργέτην, τον Λαμπρόν Λόρδον Νόελ Βύρωνα. Ο Υπέρτιμος ούτος ανήρ μετά δεκαήμερον ασθένειαν φλογιστικού ρευματικού πυρετού, όστις είχεν εισέλθει έως τον εγκέφαλον, εξέπνευσε σήμερον περί το εσπέρας εις τας ώρας 11λ. 40 (5 λ. 40)»

H ερευνήτρια και ιστορικός Αικατερίνη Κουμαριανού εξέδωσε το 1971, κατά τον εορτασμό των 150 χρόνων από την Επανάσταση,  τρίτομο έργο με τίτλο: Ο Τύπος του Αγώνα.[i] Το έργο είχε παρεμβατικό χαρακτήρα, καθώς επισήμαινε και τόνιζε την ιδιαίτερη επίδραση των εφημερίδων στη συνείδηση, τη συνοχή αλλά και τον ενθουσιασμό του επαναστατημένου έθνους. Η παρέμβαση ήταν ακριβής, λεπτομερής  και τεκμηριωμένη. Είχε προηγηθεί εκτεταμένη ιστορική έρευνα. Αποκάλυπτε με σαφήνεια πόσο αλληλένδετη ήταν η εκδοτική προσπάθεια με την αγωνιστική, φωτίζοντας  μια σημαντική,  και ίσως παραγνωρισμένη, πτυχή της Ελληνικής Επανάστασης: τον Τύπο του Αγώνα. Με αφορμή τον εορτασμό της επετείου της 25ης  Μαρτίου, ο ποιητής  Κώστας Παπαγεωργίου επιμελείται και παρουσιάζει, τον Μάρτιο του 1990, στο πλαίσιο της ραδιοφωνικής σειράς «Λαϊκό Πανεπιστήμιο»[ii] του Β΄ προγράμματος της ΕΡΑ, τρεις εκπομπές, με προσκεκλημένη την Αικατερίνη Κουμαριανού. Οι εκπομπές αυτές δανείστηκαν τον τίτλο τους από το βιβλίο της Ο Τύπος στον Αγώνα. Το ραδιόφωνο, μέσο υψηλής και άμεσης επικοινωνίας, χρησιμοποιείται εδώ για τη μετάδοση πολύτιμης ιστορικής γνώσης. Ο Γιώργος Ζεβελάκης είχε τότε ηχογραφήσει αυτές τις εκπομπές, τις περιέλαβε στην ψηφιοποίηση της  Φωνοθήκης του, το 2018,  και τις προσφέρει για απομαγνητοφώνηση και δημοσίευση. Ευχαριστούμε τον Κώστα Παπαγεωργίου που συμφώνησε στη δημοσίευση του περιεχομένου των εκπομπών. Παρακάτω, παρουσιάζονται οι τρεις αυτές εκπομπές, μετά από μικρές παρεμβάσεις στον προφορικό λόγο. Έχοντας την τύχη να βρισκόμαστε ενώπιον συνοπτικής παρουσίασης του βιβλίου από την ίδια την συγγραφέα και καθώς ο ραδιοφωνικός λόγος της ήταν καλά οργανωμένος, η άρθρωσή της εξαιρετική και εκφραστική, το μόνο που απαιτήθηκε ήταν η απάλειψη επαναλήψεων, καθώς ήταν φυσικό να υποθέσει η συγγραφέας ότι οι ακροατές της 2ης και της 3ης  εκπομπής μπορεί να μην είχαν ακούσει τις προηγούμενες οπότε έκρινε αναγκαίες ορισμένες επαναλήψεις.  Ορισμένα κείμενα από εφημερίδες τα διαβάζει η ίδια η συγγραφέας, ενώ παρεμβάλλονται και άλλα, πάλι από εφημερίδες, που ακούγονται από τον ηθοποιό Αλέξανδρο Αντωνόπουλο. Τα τελευταία παραλείφθηκαν γιατί τα περισσότερα βρίσκονται στο διαδίκτυο[iii] – εκτός από ένα που παρουσιάζεται ενδεικτικά και αφορά την εκκένωση των Αθηνών στην Σαλαμίνα, δημοσιευμένο στην Εφημερίδα των Αθηνών.  Λάκης Δόλγερας

 

 

Ο Τύπος στον Αγώνα

Από την Αικατερίνη Κουμαριανού

Ο ελληνικός Τύπος, τα ελληνικά δημοσιογραφικά φύλλα που κυκλοφόρησαν την περίοδο του Αγώνα, δηλαδή από το 1821 έως το 1827, θα είναι το αντικείμενο της σημερινής <θεματολογίας>. Ο Τύπος –οι εφημερίδες κυρίως, για λόγους πολλούς– συνιστά μία από τις πολλές και προωθημένες λειτουργίες που δημιουργήθηκαν μέσα στον Αγώνα – με την έναρξη του Αγώνα μάλιστα– με κύριο στόχο να τον στηρίξει, τόσο στο εσωτερικό όσο και προς τα έξω, ενημερώνοντας και διαδίδοντας τα συντελούμενα και όχι μόνο εκείνα των πολεμικών μετώπων. Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του στη διάρκεια του Αγώνα για την ανεξαρτησία αφού, μέσα από τις πλούσιες καταγραφές του, ενημέρωνε το κοινό για τις εξελίξεις των πολεμικών και των πολιτικών πραγμάτων, για τις αντιδράσεις και τις στάσεις των ξένων, φιλελλήνων και μη, απέναντι στον ελληνικό ξεσηκωμό.

Συγχρόνως, κι αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερη και σημαντική προσφορά των εφημερίδων αυτής της περιόδου, υπάρχει η έντονη θέληση των υπευθύνων συντακτών να τροφοδοτήσουν το ελληνικό κοινό με άρθρα ποικίλης ύλης που απέβλεπαν στη διαπαιδαγώγηση των πολιτών, στην προετοιμασία τους για τον ελεύθερο, σωστά οργανωμένο βίο· συνεπώς στη διαμόρφωση των συνειδήσεων. Πράγματι, καθώς φυλλομετρούμε τις εφημερίδες των χρόνων 1821-1827, θα παρατηρήσουμε πως την ίδια ξεχωριστή θέση που εύρισκαν στις σελίδες τους ειδήσεις και νέα από τα πολεμικά μέτωπα ή από ενέργειες πολιτικού χαρακτήρα, εύρισκαν και δημοσιεύματα αναφερόμενα στο πολίτευμα, στους νόμους και τους θεσμούς, στον Τύπο και την ελευθεροτυπία, στη συνταγματική τάξη, στα δημόσια λειτουργήματα. Μ’ αυτό τον τρόπο, τα φύλλα της δημοσιότητας προετοίμαζαν τον αγωνιστή για τη σωστή συμμετοχή του στα κοινά, ως πολίτη πλέον, την περίοδο που θα ακολουθούσε μετά το αίσιο πέρας του Αγώνα.

Υπάρχει όμως κι ένας ακόμη πρόσθετος λόγος που αναδεικνύει τη σπουδαιότητα των εφημερίδων αυτής της εποχής, γιατί το υλικό που μας έχει κληροδοτήσει παρέχει τις δυνατότητες της άμεσης επικοινωνίας με τις ενέργειες του μαχόμενου έθνους σε πολλαπλά επίπεδα, μας επιτρέπει να αισθανόμαστε τον παλμό του – και το κυριότερο είναι ότι αυτό το υλικό μάς έχει παραδοθεί αυτούσιο, χωρίς να έχει υποστεί αλλοιώσεις που οφείλονται σε φροντίδες μεταγενέστερες. Κατέχουμε λοιπόν έτσι ένα αξεπέραστο εργαλείο μελέτης για την αποτίμηση της ιστορικής αυτής περιόδου, ένα εργαλείο που μας επιτρέπει να παρακολουθούμε, μέρα με τη μέρα, τα γεγονότα όπως συμβαίνουν, αλλά και να αισθανόμαστε συνάμα τους κραδασμούς που δημιουργούνται μέσα στην ελληνική κοινωνία από τον ένοπλο Αγώνα και τις συνέπειές του στον βίο των ανθρώπων. Επίσης, μπορούμε να παρακολουθούμε τον τρόπο με τον οποίο θα περάσει κάποια στιγμή ο ελληνικός λαός από την υπόδουλη ζωή στη μορφή ενός βίου ειρηνικού, που απαιτούσε τη γρήγορη οργάνωση και την αποτελεσματικότητα όλων των φορέων της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής.

 

Οι προεπαναστατικές εφημερίδες

Ωστόσο, πριν προχωρήσω θα ήθελα ν’ αναφέρω για να το επισημάνω ότι ο ελληνισμός, αν και υπόδουλος σε ξένο δυνάστη, είχε ήδη δημιουργήσει, έντονη μάλιστα, δημοσιογραφική δραστηριότητα στα χρόνια πριν από την Επανάσταση του 1821. Ήδη, στα 1784, ο Ζακύνθιος Γεώργιος Βεντέτης, ένας λόγιος συγγραφέας και μεταφραστής βιβλίων για τη χρήση του ελληνικού κοινού, είχε επιχειρήσει να εκδώσει μια εφημερίδα στη Βιέννη, όπου είχε το δικό του τυπογραφείο. Αυτό το φύλλο για το οποίο δεν έχουμε παρά μόνο έμμεσες πληροφορίες, κι αυτές προέρχονται από έγγραφα των κρατικών αρχείων της Βιέννης, δεν έζησε παρά ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, αφού οι τουρκικές αρχές, με διαβήματά τους στην αυστριακή διοίκηση, κατόρθωσαν να σταματήσουν την έκδοσή του. Όμως, τον Δεκέμβριο του 1790, επίσης στη Βιέννη, όπου εκδόθηκαν και άλλες προεπαναστατικές εφημερίδες και φιλολογικά περιοδικά, οι Μακεδόνες αδελφοί Μαρκίδες Πουλίου, εκδότες- τυπογράφοι, κυκλοφόρησαν την ελληνική εφημερίδα που είχε τον τίτλο Εφημερίς, με την οποία μπορούμε να πούμε ότι εγκαινιάστηκε πια η ελληνική δημοσιογραφία αφού έκτοτε συνεχίστηκε αδιάλειπτα.

 

Η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού

Με αυτήν την ήδη αποκτημένη εμπειρία, αλλά και με την επίγνωση της σπουδαιότητας του Τύπου στη ζωή ενός έθνους, μάλιστα ενός μαχόμενου έθνους, όπως ήταν το ελληνικό τον Μάρτιο του 1821, υπήρξε αμέσως η ετοιμότητα ώστε να λειτουργήσει η ενημέρωση προς το εσωτερικό και προς τα έξω, μέσα από δημοσιογραφικά φύλλα. Απόδειξη ότι τον ίδιο μήνα που κηρύχτηκε η Επανάσταση κυκλοφόρησε, σε ελληνικό πλέον έδαφος, με ημερομηνία 27 Μαρτίου 1821, η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού, η ψευτοεφημερίδα όπως την απεκάλεσαν – και θα δούμε γιατί. Γιατί σε τούτο το προδρομικό δημοσιογραφικό όργανο έχουν καταγραφεί, όσον τουλάχιστον μπορούμε να κρίνουμε από τα ελάχιστα περιεχόμενα που έχουν φτάσει ως εμάς, ειδήσεις από την πρόοδο του Αγώνα, ειδήσεις σχετικές με τη βοήθεια των ξένων, οι οποίες όμως είτε είναι παραποιημένες είτε είναι εντελώς φανταστικές. Αλλά αυτές ακριβώς οι ειδήσεις όπως έχουν καταγραφεί μας φέρνουν ίσως πολύ κοντά στο κλίμα που επικρατούσε την ώρα εκείνη του ξεσηκωμού.

Η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού καθώς και δύο άλλες, η Αιτωλική που έβγαινε στο Μεσολόγγι τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1821 και ο Αχελώος που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1822 στο Βραχώρι, δηλαδή στο Αγρίνιο, δεν ήταν φύλλα έντυπα, αλλά χειρόγραφες, χειρογραμμένες, όπως τις αποκαλούσαν. Σίγουρα ξεπερασμένη μορφή πληροφόρησης η χειρόγραφη εφημερίδα, η εμφάνισή της όμως –και όχι εντελώς μεμονωμένη αφού αναφέραμε κιόλας τρία χειρογραμμένα δημοσιογραφικά φύλλα του πρώτου καιρού– δείχνει όχι μόνο τη σπουδαιότητα του Τύπου ως πηγής ενημέρωσης και πληροφόρησης αλλά και την προτεραιότητα που έδιναν κάποιοι υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή του Αγώνα στη διάδοση ειδήσεων και στη γνωστοποίηση των πρώτων γεγονότων προς τους συμπατριώτες τους. Η προσπάθεια μάλιστα να παρέχονται ειδήσεις υπερβολικά αισιόδοξες, και κάποτε εντελώς φανταστικές, όπως ήταν η κάθοδος  π.χ των Ρώσων στη Βαλκανική, την οποία αναγγέλλει η Εφημερίδα του Γαλαξειδιού, υποδηλώνει, κοντά στα άλλα, και την πρόθεση του συντάκτη να βοηθήσει ώστε να υπερνικηθούν οι πρώτοι ενδοιασμοί, και οι αντιρρήσεις ακόμη, των φρονίμων για το εύθετο του ξεσηκωμού. Έπρεπε να πεισθούν οι αναποφάσιστοι αλλά και να τονωθούν οι παράτολμοι και οι γενναίοι. Μ’ ένα λόγο, να ενισχυθεί το ηθικό των ανθρώπων που είχαν αρχίσει έναν αγώνα πολύ πάνω από τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον τις υλικές και τις αριθμητικές.

Η Αιτωλική

Ειδήσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα έχουν την πρόθεση να εμψυχώσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς σε τούτες τις πρώτες δύσκολες ώρες. Μπορούμε να φανταστούμε, καθώς διαβάζουμε ή καθώς ακούμε τέτοιας λογής κείμενα, τη συγκίνηση που επικρατούσε, τον ενθουσιασμό των απλών ανθρώπων οι οποίοι, ύστερα από μία τόσον μακρά δουλεία, μπορούσαν ελεύθεροι να διαλαλούν με μια φωνή, εν μέσω του κτύπου των όπλων της φρουράς, Κύριε Ελέησον και Ζήτω το Έθνος.

Τα κατορθώματα των μαχόμενων Ελλήνων καταγράφονται επίσης σε τούτα τα πρώτα φύλλα της δημοσιότητας. Στην ίδια χειρόγραφη εφημερίδα, την Αιτωλική, περιγράφονται μάχες και ελληνικές επιτυχίες, ακόμη και τιμωρίες σκληρές και παραδειγματικές όχι μόνον για όσους από τους Έλληνες μπήκαν στην υπηρεσία του εχθρού αλλά και για όσους παρέμειναν αναποφάσιστοι.

Συνεχίζοντας την εξιστόρηση της μάχης της Πλάκας που απέτρεψε την κάθοδο του εχθρού προς την Αιτωλοακαρνανία και περιγράφοντας τη στάση των στρατηγών που έτρεξαν ως αετοί για να προλάβουν την επικράτηση των Τούρκων, ο συντάκτης της εφημερίδας δεν παραλείπει να ελέγξει πράξεις επιπόλαιες των Ελλήνων, καθώς και πράξεις που δεν είναι διόλου σύμφωνες με το πνεύμα που θα έπρεπε να επικρατεί. Εδώ μάλιστα μνημονεύει, για να την καυτηριάσει, την τάση για λαφυραγώγηση που είχε εκδηλωθεί. Τι τρέχετε λαφυραγωγούντες; γράφει, επισημαίνοντας σ’ αυτούς τους οποίους αποκαλεί ανδρείους απογόνους των Ελλήνων ότι ο πόλεμος τούτος πρέπει να αποφασίσει την ύπαρξή μας είτε ελευθέραν και ένδοξον ως των άλλων εθνών ή τον παντελή αφανισμόν.

Όμως, το ηθικό των μαχόμενων Ελλήνων ήταν ανάγκη να ενισχυθεί με κάθε τρόπο και όχι μόνο από τις συγκρούσεις των Ελλήνων στην ξηρά. Τα ελληνικά καράβια έχουν κι αυτά το μερτικό τους στον Αγώνα του έθνους έστω και με φανταστικά, ως προς το παρόν τουλάχιστον, κατορθώματα. Γράφει λοιπόν η Αιτωλική μια είδηση για τις ενέργειες του ελληνικού στόλου στις 31 Ιουλίου 1821: Από αξιοπίστους ειδήσεις μανθάνομεν ότι ο εχθρικός στόλος ηφανίσθη εξ ολοκλήρου εις το Αρχιπέλαγος, δηλαδή στο Αιγαίο, και ούτως η φοβερά δύναμις του τυράννου μας έγινε παίγνιο των εμπορικών πλοίων των θαλασσίων αετών και ανδρείων ηρώων Ελλήνων. Μ’ αυτό το πνεύμα της αισιοδοξίας, της υπερβολής αλλά και του φρονηματισμού συντάσσονται αυτές οι πρώτες ελληνικές χειρογραμμένες εφημερίδες του Αγώνα. Πρωταγωνιστές του ξεσηκωμού, που θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή του, βρίσκουν επίσης τη θέση τους σε τούτες τις πρώιμες δημοσιογραφικές καταγραφές, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος του οποίου τη συμβολή στην απελευθέρωση της Λεβαδιάς περιγράφει η Αιτωλική.  

Δεν έλειψε όμως και η ποίηση, η ηρωική ποίηση απ’ αυτές τις χειρογραμμένες εφημερίδες. Ποιήματα που εξυμνούν τις ανδραγαθίες των στρατιωτικών ή θρηνούν για τον θάνατο γενναίων πολεμιστών, όπως του Αθανασίου Διάκου, δημοσιεύτηκαν σε ένα από τα τελευταία φύλλα της Αιτωλικής.

 

Ο Αχελώος

Η τρίτη στη σειρά χειρόγραφη εφημερίδα είχε τον τίτλο Ο Αχελώος και έβγαινε, όπως είπα, στο Βραχώρι, δηλαδή στο Αγρίνιο, τον Φεβρουάριο του 1822. Είναι πολύ πιθανό αυτές οι χειρόγραφες εφημερίδες να είχαν κυκλοφορήσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και τα σχετικά φύλλα να έχουν καταστραφεί. Η μοίρα άλλωστε των εφημερίδων τις προορίζει για γρήγορη  καταστροφή, ακόμη και τις έντυπες, πολύ περισσότερο τις χειρόγραφες που κυκλοφορούσαν μάλιστα σε περίοδο κρίσιμη, περίοδο αιχμής και με τρόπους εντελώς υποτυπώδεις. Για το πώς ακριβώς κυκλοφορούσαν σε μια εποχή που δεν υπήρχε ταχυδρομείο, οι σχετικές πληροφορίες μας λένε ότι ο συντάκτης έγραφε με το χέρι έναν περιορισμένο αριθμό αντιτύπων τις οποίες εξαπέστελλε με πεζοδρόμους στα γύρω χωριά και στις γύρω περιοχές ή στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου. Οι παραλήπτες αυτών των φύλλων τα αντέγραφαν και τα προωθούσαν με τον ίδιο τρόπο προς άλλες κοντινές περιοχές. Ο Αχελώος μπορεί να ονομασθεί πρόδρομος των επίσημων κυβερνητικών φύλλων γιατί ουσιαστικά επιτελούσε το ίδιο έργο με τις μεταγενέστερες εφημερίδες της Διοικήσεως, δημοσιεύοντας ψηφίσματα και αποφάσεις της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος.

Εδώ, σε τούτη την εφημερίδα, γνωρίζουμε και τον υπεύθυνο συντάκτη και εκδότη της, που ήταν ο Νικόλαος Λουριώτης, ο αρχιγραμματεύς της Δυτικής Ελλάδος, ο οποίος και υπογράφει πολλά από τα κείμενα. Χωριστά από τα επίσημα κείμενα, στον Αχελώο δημοσιεύονταν διάφορες ειδήσεις πάντα εντούτοις σχετικές με μέτρα της Διοίκησης, διορισμούς Επιτρόπων, μετακινήσεις, λόγους πολιτικών ή ακόμα εγκυκλίους όπως αυτή την οποία απέστειλε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, στις 4 Νοεμβρίου του 1822, προς την Συνέλευσιν των Σαλώνων.

 

Σάλπιγξ Ελληνική

Πρώτη ελληνική έντυπη εφημερίδα, υπήρξε η Σάλπιγξ Ελληνική, που εκδόθηκε στην Καλαμάτα τον Αύγουστο του 1821. Συντάκτης της ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο άνθρωπος που είχε ήδη δημοσιογραφική πείρα, αφού από το 1813 είχε αναλάβει τη σύνταξη του Λογίου Ερμού, του ελληνικού φιλολογικού περιοδικού που έβγαινε στη Βιέννη. Βραχύβιο φύλλο, η Σάλπιγξ τυπωνόταν σε ένα μικρό ξύλινο τυπογραφείο που είχε φέρει μαζί του ο Δημήτριος Υψηλάντης, όταν κατέβηκε στην Ελλάδα. Εντελώς χαρακτηριστική για τη σημασία που έδιναν, ορισμένοι τουλάχιστον Έλληνες, στην προσφορά και στο έργο του Τύπου για τη διεξαγωγή του Αγώνα είναι η «Ανακήρυξις», όπως τιτλοφορείται το κείμενο που προτάσσεται στο πρώτο φύλλο της Ελληνικής Σάλπιγγος.

Από την ύλη της Ελληνικής Σάλπιγγος είναι ενδιαφέρον ν’ ακουστούν ορισμένα κείμενα όχι μόνο για το περιεχόμενο αλλά και για το ύφος τους. Κοντά στην εξιστόρηση των διαδραματιζομένων, όπως π.χ. στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα, σε ένα άλλο κείμενο απευθυνόμενο στους κατοίκους της Λιβαδειάς, να διαπιστώσει τη θέληση του συντάκτη να εμψυχώσει  και να τονώσει το ηθικό των μαχόμενων Ελλήνων, να προβάλει τα αναντίρρητα δίκαια, όπως σημειώνει, του πολέμου μας και να προτρέψει τους Έλληνες σε ομόνοια και ομοψυχία για να μπορέσουν να καταβάλουν γρήγορα τον εχθρό.

Στο τρίτο φύλλο της εφημερίδας (20 Αυγούστου 1821), αναγγέλλεται νίκη ελληνική κάπου κοντά στις Θερμοπύλες. Είναι μια ευκαιρία για τον εφημεριδογράφο ν’ ανακαλέσει μνήμες αρχαίες και να εξάρει τα κατορθώματα των προγόνων, τα οποία συνεχίζουν οι Έλληνες στον πόλεμο εναντίον των καινούργιων βαρβάρων: Γενναιότατοι καπετάνιοι της Ελλάδος και ο τροπαιούχος Ελληνικός Στρατός, γράφει στη Σάλπιγγα ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ενίκησαν νεωστί τους βαρβάρους κατά τον αυτόν τόπον, όπου και ο ήρως Λεωνίδας κατετρόπωσε τους Πέρσας, υπέρ πατρίδος και των πατρώων νόμων πολεμών. Αι λαμπραί, λοιπόν, Θερμοπύλαι έμελλε να δοξασθώσιν και κατά τον παρόντα ιερόν Αγώνα, τον υπέρ πίστεως και πατρίδος, διά νέων τροπαίων των απογόνων των ενδόξων εκείνων Ελλήνων των κατανικητών των Περσών. Τας λαμπράς ταύτας νίκας μανθάνομεν εκ της ακολούθου των καλών κατοίκων του Γαλαξειδίου επιστολής, την οποίαν μετά χαράς εκδίδομεν δια της εφημερίδος. Επιστολές προς τους εφημεριδογράφους, ειδήσεις και πληροφορίες που έφθαναν στις εφημερίδες από αυτόπτες μάρτυρες των πολεμικών συγκρούσεων ήταν οι τρόποι με τους οποίους γινόταν η συλλογή της ύλης.

 

Η ανάπαυλα και η νέα προσπάθεια

Ο βίος της Σάλπιγγος δεν ήταν μακρύς. Πολύ σύντομα, η σύγκρουση που εκδηλώθηκε ανάμεσα στον Φαρμακίδη, υπεύθυνο συντάκτη, και τον Δημήτριο Υψηλάντη, αρχιστράτηγο του Ελληνικού Στρατού, είχε αποτέλεσμα τη διακοπή της. Λόγος της σύγκρουσης ήταν η τάση του Υψηλάντη, η θέληση μάλλον του Υψηλάντη, να επιβάλει κάποιας μορφής λογοκρισία στην ύλη της εφημερίδας και η κατηγορηματική άρνηση του Φαρμακίδη να δεχτεί την επέμβαση της εξουσίας στο έργο του. Οπωσδήποτε, η διχογνωμία αυτή στάθηκε η αφορμή να ανασταλεί πρόωρα η έκδοσή της. Έτσι ο δρόμος που μόλις χαράχτηκε ξανάκλεισε. Στα δύο επόμενα χρόνια το πανελλήνιο έμεινε χωρίς εφημερίδες, συνεπώς απληροφόρητο για όσα συνέβαιναν μέσα κι έξω απ’ την Ελλάδα. Αυτή η εκδοτική ανάπαυλα που οφείλεται σε διάφορους λόγους, τους οποίους δεν χρειάζεται ν’ αναλύσουμε εδώ, κράτησε, όπως σημείωσα, δύο περίπου χρόνια. Ας πούμε μόνο πως άλλες πολύ περισσότερο επείγουσες προτεραιότητες απορροφούσαν τους υπεύθυνους ηγέτες σε μια περίοδο που χρειαζόταν επίμονη και συστηματική προσπάθεια, οργάνωση και περισυλλογή για να επιτύχει ο Αγώνας. Οι αυτοσχεδιασμοί δεν είχαν πια τη θέση τους. Για την επιβίωση του έθνους και τη ευόδωση του Αγώνα έπρεπε να οργανωθούν η διοίκηση, ο στρατός, η οικονομία. Απαιτήσεις άμεσες τις οποίες έπρεπε να ικανοποιήσει η εξουσία στα χρόνια 1822 και 1823.

Η ώρα εν τούτοις της ελληνικής δημοσιογραφίας μπορούμε να πούμε ότι σήμανε μέσα στο έτος 1824. Έτος της ελληνικής δημοσιογραφίας θα το ονομάζαμε επάξια, γιατί μέσα σ’ αυτόν τον χρόνο άρχισαν να εκδίδονται, το ένα ύστερα από το άλλο, τρία δημοσιογραφικά φύλλα στα πιο σημαντικά αστικά κέντρα: τα Ελληνικά Χρονικά στο Μεσολόγγι, ο Φίλος του Νόμου στην Ύδρα, η Εφημερίς των Αθηνών στην Αθήνα. Οι δύο πρώτες είχαν συντάκτες δύο φιλέλληνες, τον Ιωάννη Ιάκωβο Μάγερ η εφημερίδα του Μεσολογγιού και τον Ιωσήφ Κιάππε η εφημερίδα της Ύδρας. Διευθυντής για το φύλλο που εκδόθηκε στην Αθήνα, ο νέος Γεώργιος Ψύλλας. Το έτος 1825 προστέθηκε και μια τέταρτη εφημερίδα, η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, που εκδόθηκε στο Ναύπλιο, στην έδρα δηλαδή της Ελληνικής Διοίκησης, την οποία άλλωστε επισήμως εκπροσωπούσε. Συντάκτης της ορίστηκε ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο οποίος και έμεινε σ’ αυτή την θέση ώς τον Ιούνιο του 1827. Τον ίδιο χρόνο, τον Ιούλιο δηλαδή του 1827, ιδρύθηκε από έναν ιδιώτη, τον ναυτικό Παντελή Παντελή, η Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος.

Η έκδοση των εφημερίδων αυτών μπόρεσε να πραγματοποιηθεί χάρη στην υλική και ιδίως στην τεχνική βοήθεια που έδωσε το Φιλελληνικό Κομιτάτο του Λονδίνου, που το εκπροσωπούσε ο συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ. Ένθερμος υποστηρικτής του Τύπου, ο άγγλος συνταγματάρχης έφερνε φθάνοντας στην Ελλάδα, μαζί με άλλα χρήσιμα εφόδια, φάρμακα, πολεμικό υλικό και τρεις τυπογραφίες, τις οποίες επρόκειτο να προσφέρει όχι στην κυβέρνηση, όπως γράφει, αλλά στο κοινό. Και προσθέτει: ικανοί και τίμιοι άνδρες πρέπει να ενισχυθούν ώστε να εκφράζουν και να δημοσιεύουν ελεύθερα τις σκέψεις τους. Τα τρία αυτά παραχωρήθηκαν, το ένα στην πόλη του Μεσολογγιού, και μάλιστα στον Μάγερ, το άλλο στην πόλη της Αθήνας και το τρίτο στη Διοίκηση που ήταν και υπεύθυνη για την έκδοση της Γενικής Εφημερίδoς. Η τέταρτη εφημερίδα, ο Φίλος του Νόμου, εκδόθηκε στην αρχή σ’ ένα πρόχειρο αυτοσχέδιο τυπογραφείο, ενώ λίγο αργότερα, με ενέργειες του Κοραή, ο γάλλος φιλέλληνας, λόγιος και τυπογράφος Ambroise - Firmin Didot έστειλε ένα σύγχρονο τυπογραφείο, στο οποίο έκτοτε τυπωνόταν η εφημερίδα της Ύδρας.

 

Τα Ελληνικά Χρονικά, η εφημερίδα της πολιορκίας

Τα Ελληνικά Χρονικά, η εφημερίδα του Μεσσολογγιού, είναι κατεξοχήν γνωστή ως η εφημερίδα της πολιορκίας, για την οποία αποτελεί μοναδική και αναντικατάστατη πηγή. Σ’ όλη τη διετία της κυκλοφορίας τους τα Ελληνικά Χρονικά δημοσίευαν ειδήσεις και πληροφορίες σχετικές με τις προετοιμασίες και τις προσπάθειες των Ελλήνων να κρατήσουν το Μεσολόγγι, την πόλη-κλειδί της Δυτικής Στερεάς, και με τον λυσσαλέο αγώνα των Τούρκων να την κυριεύσουν. Στους τελευταίους μήνες πριν από την έξοδο καταγράφεται ημερολογιακά πλέον, κάτω από τον σταθερό τίτλο Εγχώριοι ειδήσεις, καθετί που αναφέρεται στον αδυσώπητο αυτό πόλεμο, στις καθημερινές συγκρούσεις των αντιπάλων, στην αγωνία που συνείχε το Πανελλήνιο για την τελική τύχη του Μεσολογγιού και των υπερασπιστών του. Μια από τις εγγραφές σ’ ένα από τα τελευταία φύλλα της εφημερίδας εικονογραφεί καλά την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι ελεύθεροι πολιορκημένοι της πόλης του Μεσολογγιού:

Ο εχθρός έως της μεσημβρίας ηρεμεί παντάπασι και φαίνεται ότι βουλεύεται με στεναγμούς την χθεσινήν ήτταν του. Μετά δεν την μεσημβρίαν ίδομεν τον εν τη λίμνη μας εχθρικόν στολίσκον συγκείμενον από 32 λατζίνια, όστις αποπλεύσας της Αλυκής, διευθύνετο προς την πόλιν μας. Το σχήμα των πλοιαρίων τούτων μετήλλαξεν ο εχθρός· ούτε κατάρτια έχουν, ούτε πανιά, ούτε άλλο τι τοιούτον· και επειδή τα ίδομεν πλέοντα και εις νερά ελαχίστου βάθους, συμπεραίνομεν ότι δεν έχουν ούτε καρίναν. Τρεις ημέτεραι Πάσσαραι, μόλις τον είδον έδραμον εις απάντησίν του. Μετά ικανής δε ώρας αμοιβαίων πυροβολισμών, απεχωρίσθησαν πάλιν οι δύο αντιμαχόμενοι, και ο μεν στολίσκος του εχθρού απεσύρθη προς την νήσον Σκύλλαν, αι δε ημέτεραι Πάσσαραι επέστρεψαν εις την πόλιν. Προσετέθησαν σήμερον εις τον λιμένα μας και έτερα 27 εχθρικά πλοία ελθόντα από Νότον· ώστε ο λιμήν μας ήδη περικυκλούται από 49 καράβια των βαρβάρων.[iv]

Είναι γνωστό ότι το Μεσολόγγι στάθηκε το κέντρο της  φιλελληνικής κίνησης. Και μόνον η παρουσία του Λόρδου Βύρωνος ήταν αρκετή για να προσδώσει στην πόλη την αίγλη που της έφερνε το όνομα και η προσωπικότητα άου Άγγλου ποιητή. Ήταν φυσικό λοιπόν ο θάνατός του, τον Απρίλιο του 1824, να συγκλονίσει τη μικρή πολιτεία που τον είχε δεχτεί με τόση χαρά και αγαλλίαση.

Στην εφημερίδα, τα Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγιού, δεν είναι μόνον τα πολεμικά γεγονότα που ενδιαφέρουν. Δημοσιεύονται επίσης πολλά άρθρα για τις πολιτικές εξελίξεις, τη διοργάνωση του κράτους, του ελεύθερου ελληνικού κράτους, κείμενα θεωρητικά για τη συνταγματική τάξη και την ελευθεροτυπία που αποτελεί μια από τις ουσιαστικές μέριμνες του συντάκτη των Ελληνικών Χρονικών. Την εφημερίδα ενδιαφέρει ακόμη η πνευματική πρόοδος του έθνους, όπως δείχνουν πολλά άρθρα σχετικά με τα σχολεία, την κίνηση των βιβλίων, την ίδρυση καινούργιων σχολικών μονάδων τόσο στο Μεσολόγγι όσο και σε άλλες ελληνικές περιοχές.

Στις σελίδες των Ελληνικών Χρονικών σχολιάζεται επίσης η οχύρωση  του Μεσολογγιού γιατί αποτελεί το πιο ζωτικό θέμα για την πολιορκούμενη πόλη. Ο Μιχαήλ Π. Κοκκίνης, ο οχυροποιός, όπως τον αποκαλούν, ανταμείβεται για τις υπηρεσίες του, ονομάζεται πολίτης του Μεσολογγιού και η εφημερίδα τον τιμά δημοσιεύοντας τη σχετική είδηση.

Σημείωσα ήδη πως τα Ελληνικά Χρονικά, η εφημερίδα του Μεσολογγιού, είναι η κατεξοχήν εφημερίδα της πολιορκίας, αφού τους τελευταίους μήνες πριν διακόψει την έκδοσή της, τον Φεβρουάριο του 1826, δημοσίευε συνεχώς όσα διαδραματίζονταν στους προμαχώνες ανάμεσα στους πολιορκούμενους  Έλληνες και  τον εχθρό. Ο συντάκτης των Ελληνικών Χρονικών δεν διστάζει μάλιστα να κατηγορήσει τους γάλλους συμβούλους των Τούρκων και του Ιμπραήμ που με την παρουσία και τις στρατιωτικές γνώσεις τους ενισχύουν την πολεμική ισχύ των εχθρών

Ποικιλία και πλούτος ύλης είναι ό,τι χαρακτηρίζει τα Ελληνικά Χρονικά. Η στάση του εκδότη προσδιορίζεται επίσης από πνεύμα άκρατου φιλελευθερισμού, ενώ στην αρθρογραφία του εξετάζονται με πολλή συνέπεια και αναλύονται έννοιες όπως η δημοκρατία, η μοναρχία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, ο δεσποτισμός και άλλες ανάλογες, προσδίδοντας στην εφημερίδα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η ανασκόπηση εξάλλου του έτους 1824, που δημοσιεύεται στο τεύχος της 3ης Ιανουαρίου 1825, είναι ένα κείμενο όπου εξαίρονται οι προσπάθειες και οι αρετές των Ελλήνων, οι οποίοι με ευψυχία και αυτοθυσία αγωνίζονται απέναντι σε υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις για να κερδίσουν την ελευθερία τους.

 

Η Εφημερίς των Αθηνών του Γεωργίου Ψύλλα

Ο αναγνώστης που θα ξεφυλλίσει την Εφημερίδα των Αθηνών θα παρατηρήσει ότι τη θέση την οποία εύρισκαν σε τούτο το φύλλο ειδήσεις και νέα του πολέμου, την ίδια εύρισκαν και δημοσιεύματα για το πολίτευμα, τους νόμους, τους θεσμούς, καθώς και κείμενα για τα σχολεία και την παιδεία, σελίδες με φιλολογική ύλη, νέα από τον έξω κόσμο, ειδήσεις για το έργο της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών. Δηλαδή ύλη που αποβλέπει, εκτός από την ενημέρωση του πολίτη στην τρέχουσα επικαιρότητα, να τον εφοδιάζει επίσης με γνώσεις πάνω σε ενδιαφέροντα και ζωτικά θέματα της πολιτικής, πνευματικής και πολιτισμικής ζωής.

Ο Γεώργιος Ψύλλας ήταν Αθηναίος, σπούδασε στη Δύση, στα χρόνια αμέσως πριν από την Επανάσταση, και φάνηκε άξιος στη διεύθυνση της εφημερίδας. Πεπεισμένος για τη σπουδαιότητα του Τύπου ζητούσε  τη συνδρομή του κάθε λογίου ώστε, όπως έγραφε, να συνεργήσει, το κατά δύναμιν, εις την πρόοδον των ελευθέρων εφημερίδων, οι οποίες είναι οι άγγελοι της κοινής γνώμης και πρόδρομοι της ευτυχίας και ελευθερίας των λαών.

Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που παρουσιάζει άλλωστε το φύλλο αυτό δεν βρίσκεται πάντα στην πολεμική του ειδησεογραφία επειδή, καθώς πάλι παρατηρεί ο υπεύθυνος συντάκτης του, ο καθαυτό σκοπός της εφημερίδος δεν είναι και τόσον η ιστορική διήγησις των καθ΄ ημέραν συμβαινόντων εις την Ελλάδα, αλλά είναι ιδίως η παρουσίαση θεμάτων τα οποία αποσκοπούσαν να φωτίσουν και να διαφωτίσουν το κοινό.  Αυτή η επιδίωξη συντελείται με άρθρα πολιτικής θεωρίας, με τη δημοσίευση κειμένων γενικής παιδείας, με σχόλια του εκδότη για τη διαφώτιση του πολίτη ώστε να μπορέσει να συνειδητοποιήσει τη σημασία του ατόμου μέσα στο κοινωνικό σύνολο, να γνωρίσει τις υποχρεώσεις αλλά και τα δικαιώματά του. Αυτή θεωρώ άλλωστε πως είναι η σημαντική προσφορά του Ψύλλα στην εφημερίδα αλλά και γενικότερα στον νεοελληνικό βίο.

Και μόνον διαβάζοντας την ειδοποίησιν που προτάσσεται στην έκδοση της εφημερίδας, μπορούμε να καταλάβουμε το πνεύμα του συντάκτη της:

Διά να φυλάξη το Ελληνικόν Έθνος την ελευθερίαν, όπου με τόσον αίμα ηγόρασεν και με έναν τόσον φρικτόν όρκον έμπροσθεν του Θεού και όλου του κόσμου απεφάσισεν να στερεώση, ανάγκη πάσα να φωτίση. Εις τούτο, έχοντες και ημείς χρέος να συνεργήσωμεν το κατά δύναμιν και στοχαζόμενοι ότι ένας από τους πολλούς δρόμους με τους οποίους τα έθνη φθάνουν εις τον φωτισμόν των είναι και η ελεύθερη κοινοποίησις των στοχασμών του ανθρώπου, αποφασίσαμεν να επιχειρισθούμε μίαν εφημερίδα, με το όνομα Εφημερίς Αθηνών.

Από την Εφημερίδα των Αθηνών, την τόσο πλούσια σε ύλη πολιτιστικού περιεχομένου, θα ήθελα να διαβάσω και μια είδηση σχετική με την ίδρυση σχολείου για κορίτσια, του Σχολείου Θηλέων, στην Αθήνα, στις αρχές του 1826. Πρόκειται για ένα γράμμα που έστειλε ο διευθυντής και ιδρυτής του σχολείου Νικήτας Νικητόπουλος: Κύριε Ψύλλα, γράφει ο Νικητόπουλος, παρακαλώ να εκδώσεις εις την εφημερίδα σου το ήσσον της αναφοράς μου, την οποίαν έδωσα προς τους εφόρους της Φιλομούσου Εταιρείας, σημείον της ευγνωμοσύνης εμού και των ανηλίκων κορασίων. Εύχομαι δε εκ ψυχής, ως πρωταίτιος εις την Ελλάδα τοιούτου αλληλοδιδακτικού σχολείου των κορασίων, ως από μέρους όλων των συνδρομητών να πολλαπλασιασθώσι τοιαύτα σχολεία διά να ευκολύνουν, μητέρες γενόμενες, την εκπαίδευσιν των τέκνων των και τα προς την πατρίδα χρέη των και ούτως κοινώς να απολαμβάνουν την ευδαιμονίαν της Ελλάδος. Τη  9η Ιανουαρίου 1826, Σχολείον του Παρθενώνος. 

Η παιδεία λοιπόν ενδιαφέρει τον εκδότη της Εφημερίδος των Αθηνών όπως και το θέατρο, η ποίηση και η λογοτεχνία. Οι θεατρικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων που θα έχουν ως σκοπό όχι μόνον την τέρψη αλλά και την ανύψωση του ηθικού των μαχόμενων Ελλήνων, παίρνουν τη θέση τους στις σελίδες της αθηναϊκής εφημερίδας.

Η Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών είχε ιδρυθεί στα προεπαναστατικά χρόνια (1813-14), με κύριο στόχο την προαγωγή της ελληνικής παιδείας και άμεση επιδίωξη τη διάσωση των ελληνικών, και ιδίως των αθηναϊκών, αρχαιοτήτων που είχαν υποστεί την απροκάλυπτη λεηλασία από τους ξένους αρχαιοκάπηλους και αρχαιολάτρες. Στα ενδιάμεσα χρόνια οι δραστηριότητες της Φιλομούσου Αθηνών είχαν ατονήσει για να ξαναζωντανέψουν τώρα που η πόλη είχε απελευθερωθεί από τον ζυγό.

Ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος, ο Ιωάννης Γκούρας βοήθησαν τους σκοπούς της Εταιρείας με μέτρα πρακτικά, προκειμένου π.χ. να διαφυλαχθούν οι αρχαιότητες, κατ’ αυτάς θέλει συστήσει η Φιλόμουσος Αθηνών, γράφει η εφημερίδα, μουσείον, επάνω εις τον Ναόν της Αθηνάς διά να συνάξη εκεί όλα τα διασκορπισμένα παλαιά, διά να τα βλέπη ο καθένας ελεύθερα. Αυτά γράφονται σε φύλλο  του Σεπτεμβρίου του 1824. Ο ίδιος ο Ανδρούτσος άλλωστε, κολακευόταν πολύ για τις φροντίδες και τη συμπαράστασή του να ιδρυθεί μουσείο πάνω στην Ακρόπολη. Η παρρησία είναι η ψυχή της Δικαιοσύνης, ήταν το γνωμικό που κοσμούσε τον τίτλο της Εφημερίδας των Αθηνών.

Εν τούτοις, ο πόλεμος εξακολουθούσε και η πόλη της Αθήνας αισθανόταν έντονα τις επιπτώσεις. Έτσι, μετά από ορισμένες ήττες και κακοτυχίες, οι Αθηναίοι είναι υποχρεωμένοι να εκκενώσουν την πόλη από τα γυναικόπαιδα και να τα μεταφέρουν στη γειτονική Σαλαμίνα, μακριά από τον κίνδυνο του εχθρού.

Μαζί με τα γυναικόπαιδα μεταφέρθηκε στη Σαλαμίνα η σύνταξη της εφημερίδας με το πολύτιμο πιεστήριο για να συνεχιστεί η έκδοσή της.

 

Ο Φίλος του Νόμου[v]

Υπάρχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στον Φίλο του Νόμου, στην εφημερίδα δηλαδή της Ύδρας, διότι σ’ αυτήν συνδυάστηκαν δύο ιδιότητες, του επίσημου και του ανεπίσημου δημοσιογραφικού φύλλου. Από την άποψη αυτή, ο Φίλος του Νόμου είναι μοναδικό παράδειγμα εφημερίδας των χρόνων 1821-1827, η οποία πρωτοεκδόθηκε ως ανεπίσημο φύλλο, ακολούθως εκπροσώπησε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα τη διοίκηση, για να καταλήξει πάλι, αφού αποδεσμεύθηκε από κάθε επίσημη ιδιότητα, να ασκεί έλεγχο και κριτική –κάποτε μάλιστα ιδιαιτέρως οξεία κριτική– στις πράξεις της εξουσίας. Να σημειωθεί πως και στις δύο περιπτώσεις, ο Φίλος του Νόμου υπήρξε το προσωπικό όργανο των αδελφών Γεωργίου και Λαζάρου Κουντουριώτη, αφού ιδρύθηκε με τη δική τους υποστήριξη και με δικές τους μέριμνες έλαβε το χρίσμα του επισήμου φύλλου της Διοικήσεως. Ωστόσο, ο Φίλος του Νόμου παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια της έκδοσής του φύλλο με σαφή τον τοπικό χαρακτήρα. Σημαντικό, εν τούτοις, δημοσιογραφικό επίτευγμα και για τον λόγο ότι η Ύδρα διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη διεξαγωγή του Αγώνα.

Ο Φίλος του Νόμου στάθηκε η πιο μακρόβια εφημερίδα του Αγώνα. Φυσικά μιλούμε για τις εφημερίδες που άρχισαν να κυκλοφορούν στα 1824. Το πρώτο φύλλο της εκδόθηκε στις 10 Μαρτίου 1824 και το τελευταίο, με τον αριθμό 296, στις 27 Μαΐου 1827. Σ’ αυτό το διάστημα, ο Φίλος του Νόμου έβγαινε τακτικά δύο φορές την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα και Παρασκευή. Εκδότης και συντάκτης της, ο Ιταλός φιλέλληνας Ιωσήφ Κιάππε, ο οποίος  με επιστολή του στον Γεώργιο Κουντουριώτη, γραμμένη στις 28 Ιανουαρίου 1824, αναγγέλλει την πρόθεσή του να εκδώσει εφημερίδα. Γράφει ο Κιάππε: καυχώμενος κι εγώ να συναριθμηθώ  με τους καλούς πατριώτας θέλω να μεταχειρισθώ, και εγώ, το μόνον εις εμέ πρόχειρον μέσον, τον λόγον, διά της εκδόσεως τινός περιοδικής εφημερίδος.

Ταραγμένη στάθηκε η ζωή του Ιωσήφ Κιάππε στα χρόνια πριν έρθει στην Ελλάδα, όπου τον βρίσκουμε ήδη εγκατεστημένο, τον Ιούνιο του 1821, στην Ύδρα. Ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Ευρωπαίου της εποχής –του Ευρωπαίου επαναστάτη–, είχε σπουδάσει νομικά στη Γαλλία, όπου είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τις επαναστατικές ιδέες και θεωρίες. Πίστεψε, ως φαίνεται, τον Ναπολέοντα ως τον ελευθερωτή της Ευρώπης, τον ακολούθησε στις εκστρατείες του και μετά την ήττα του γάλλου αυτοκράτορα ξαναγύρισε στην πατρίδα του, την Ιταλία, εγκαταστάθηκε στο Λιβόρνο και εργάσθηκε ως δικηγόρος. Η επαναστατική ορμή του όμως δεν είχε σβήσει, όπως δεν είχαν σβήσει άλλωστε και τα επαναστατικά κινήματα των ευρωπαϊκών λαών. Ο Κιάππε αναμείχθηκε στην επανάσταση της Νάπολης, που ξέσπασε τον Ιούλιο του 1820, και ύστερα από την αιματηρή καταστολή της, τον Μάρτιο του 1821 από τους Αυστριακούς, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Λιβόρνο και να καταφύγει στα Επτάνησα. Από εκεί ήρθε στην Ύδρα, όπου έζησε όλα τα χρόνια του Αγώνα. Δάσκαλος ξένων γλωσσών στην αρχή, σύμβουλος νομικός και γραμματέας του Τσαμαδού, ταξιδεύοντας με τον Στόλο, γραμματέας της Κοινότητας της Ύδρας όταν επέστρεψε στο νησί, σύμβουλος και έμπιστος του Λαζάρου Κουντουριώτη, έγινε δημότης του νησιού στα 1825 για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει και εξακολουθούσε να προσφέρει στον Αγώνα.

Μια από τις πρώτες καταχωρίσεις του Φίλου του Νόμου είναι η απόφαση της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος να ορίσει ως έδρα της το Ναύπλιο. Την υπογράφει ο Γεώργιος Κουντουριώτης, Πρόεδρος του Εκτελεστικού. Ωστόσο, στις αρχές του 1824 είχε ξεσπάσει ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος. Οι πολιτικές αντιθέσεις, οξυμένες ήδη μέσα στο 1823, ενδυναμώθηκαν τους πρώτους μήνες του 1824. Αντιμαχόμενοι, από τη μια μεριά οι στρατιωτικοί της Πελοποννήσου με αρχηγό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και από την άλλη ο κύκλος του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Πρόεδρος του Εκτελεστικού, με έδρα το Κρανίδι, είχε οριστεί ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Η εγκύκλιος για την εγκατάσταση της έδρας της Διοικήσεως στο Ναύπλιο συνάντησε έντονη την αντίδραση της αντίθετης μερίδας, όπως μας πληροφορεί η εφημερίδα.

Παραινέσεις προς τους Έλληνες, και ιδιαιτέρως προς τους Πελοποννησίους, να ομονοήσουν  και ενωμένοι να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό ως πραγματικοί συνεχιστές των έργων των προγόνων τους, απευθύνει η εφημερίδα σ’ αυτόν τον κρίσιμο καιρό της εθνικής διαμάχης. Ο εμφύλιος πόλεμος δεν έχει λήξει ακόμη.

Πλούσια όμως παρουσιάζεται η ύλη και η ειδησεογραφία του Φίλου του Νόμου, τόσο αυτή που αναφερόταν στη διεξαγωγή του πολέμου, με έμφαση μάλιστα στο ναυτικό πόλεμο αφού η Ύδρα αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα ναυτικά κέντρα, όσο και αυτή που αναφερόταν γενικότερα στον Αγώνα.

Για την καταστροφή των Ψαρών γράφει η εφημερίδα στο φύλλο της 23ης Ιουνίου του 1824. Το κείμενο εν τούτοις έχει συνταχθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε ακόμη και η απώλεια του νησιού, ο φοβερός αφανισμός του, να χρησιμεύσουν ως κίνητρο και ερέθισμα για τους Έλληνες και να τους παρακινήσουν σε αποφασιστικότερη αντιμετώπιση του εχθρού. Ακριβώς για ν’ αναπτερωθεί το ηθικό των μαχόμενων Ελλήνων δημοσιεύεται σε ολίγες ημέρες κείμενο με τίτλο Επίσημοι Ειδήσεις, εις το οποίο εξαίρονται τα κατορθώματα του ελληνικού στόλου στη θάλασσα και στον πόλεμο των Ελλήνων ναυτών εναντίον των Τούρκων ως εκδίκηση για την καταστροφή των Ψαρών.

Ο τρόπος με τον οποίον έκριναν, και εξακολουθούν ακόμη να κρίνουν οι ξένοι τον Ελληνικόν Αγώνα, απασχολεί πολύ τον συντάκτη του Φίλου του Νόμου. Είναι γνωστό ότι, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια του Αγώνα, οι ξένες κυβερνήσεις είχαν αποδοκιμάσει το επαναστατικό κίνημα των Ελλήνων, το είχαν χαρακτηρίσει ως ανταρσία εναντίον της νόμιμης εξουσίας, δηλαδή του Σουλτάνου, και όχι ως κίνημα απελευθερωτικό ενός λαού, μάλιστα χριστιανικού, εναντίον του αλλόθρησκου σκληρού δυνάστη. Πολλά διαβήματα και ενέργειες γίνονται σ’ αυτό το διάστημα με στόχο να πεισθεί η ευρωπαϊκή πολιτική και διπλωματία να ταχθεί με το μέρος των Ελλήνων. Η προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας απέβλεπε στο να παύσει ο αγώνας του ελληνικού λαού να θεωρείται από τους ξένους ως κίνημα εμπνευσμένο από τα σύγχρονα επαναστατικά ευρωπαϊκά κινήματα, ως έργο μυστικών συνωμοτικών οργανώσεων.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Η Αθήνα εκκενώνει τα γυναικόπαιδα στην Σαλαμίνα

Αθήναι 15η Μαΐου. Το θλιβερόν συμβεβηκός των Σαλώνων, μας έκαμε να ενθυμυθούμεν μίαν ώραν αρχύτερα το παλαιόν μας καταφύγιον, την Σαλαμίνα. Διά τούτο ευθύς μετά την θλιβεράν είδησιν της καταστροφής εκείνης της πόλεως, έγινε πάνδημος συνέλευσις των πολιτών εις την οποίαν απεφασίσθη:

1ον) Να αδειασθή η πόλις από γυναικόπαιδα και αδυνάτους ανθρώπους, περνώντας εις την Σαλαμίνα.

2ον) Να μείνουν προς φύλαξιν της πόλεως όλοι οι πολίται από 18 χρονών ηλικίας έως 50, χωρίς εξαίρεσιν.

3ον) Προς εξοικονόμησιν τροφών να πωληθούν μερικές χιλιάδες ξεστία λάδι από το μέλλον των ιδοκτήτων, έως να ιδεασθή περί τούτου η σεβαστή Διοίκησις.

Αγόρασε προς τούτοις ο τόπος και άλλες τροφές επ’ ονόματι της Διοικήσεως. Κανένα όμως από αυτά όλα δεν είχαν οικονομηθεί ακόμη, όταν μας ήλθεν  η τρομερά είδησις ότι Τούρκοι εβγήκαν από την Εύριπον και κατετάραξεν τόσον την πόλιν. Οι Τούρκοι αυτοί εβγήκαν έως εκατόν ή ως κατασκόποι της επαρχίας ή διά να αρπάξουν τίποτες από τα περίχωρα, τους οποίους τουφεκίζοντας μία μικρή ιδική μας φρουρά, διά να πάρη είδησιν ο κόσμος, έκανε να γεννηθεί εκείνη η ταραχή την οποίαν πρωτύτερα είχε σπείρει εις τας καρδίας των ανθρώπων ο χαλασμός των Σαλώνων.

Επαρατηρήσαμεν όμως εις αυτήν την περίστασιν ότι αυτό το ανακάτωμα έγινεν περισσότερον από την αναρχίαν, ήγουν να θέλη ο ένας και ο άλλος να γνωμοδοτή και να αποφασίζη χωρίς να προσμένη να ενεργήσουν εκείνοι τους οποίους ο λαός έχει διορισμένους κυβερνήτας του. Μάλιστα, εις τέτοιες περίστασες πρέπει να περιορίζεται η δύναμις της σκέψεως και των αποφάσεων εις όσον το δυνατόν ολιγότερα υποκείμενα, διά να ενεργούνται συντονότερα και ογληγορότερα τα συμφέροντα του τόπου. Και αν ετούτο εγίνετο, βέβαια δεν θα εβλέπαμεν τόσην ταραχήν και ανακάτωμα και κάτι άλλον ακόμη το οποίον εδώ το αποσιωπώμεν  χάριν της γενικής αμνηστίας. Και προς το εσπέρας, καθώς ηκολούθησεν, ηθέλαμεν βεβαιωθή διά τους Τούρκους λεπτομερώς, αλλ’ εμείς όταν είναι καιρός να συναχθούμε να δώσωμεν μικροί, μεγάλοι την γνώμην μας διά τα συμφέροντα της πατρίδος, τα αφήνομεν κατ’ ανέμου και μόνον όταν ο κίνδυνος μας πλακώση  τότε θέλομεν όλοι να φωνάζωμεν και ν’ αποφασίζωμεν και τούτο εστάθη ένα μεγάλον αίτιον του χαλασμού τόσων πόλεων και επαρχιών.

Ωφέλησε μολοντούτο κατά τι και αυτός ο θόρυβος επειδή έκαμε να ενεργηθή από λόγου της και πολλά ογλήγορα η πρώτη απόφασις της Συνελεύσεως, του  να  τραβηχτούν οι αδύνατοι  εις την Σαλαμίνα και η πόλις κατεστάθη με τούτον τον τρόπον επιτηδεία διά να αντιπαραταχθή εις τον εχθρόν εάν θελήση να την πολεμήση. Προς τούτοις έκαμεν τούτον και την Διοίκησιν να λάβη δι’ ενεργητικότερα μέτρα και να στείλη εδώ τροφές και πολεμοφόδια και τον στρατηγόν Βάσιον με χιλίους στρατιώτας.

 

---------------------------------- 

[i] Ο Τύπος στον Αγώνα, 1821-1827, επιμ.: Αικατερίνη Κουμαριανού, τ. Α΄: Χειρόγραφες εφημερίδες 1821-1822, Σάλπιγξ Ελληνική 1821, Εφημερίς των Αθηνών 1824-1826, τ. Β’: Ελληνικά Χρονικά 1824-1826, τ. Γ΄:  Ο Φίλος του Νόμου 1824-1827, Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 1825-1827, Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος 1827. Αθήνα 1971. Η έκδοση βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών.

[ii] Εκπομπή στο Β’ Πρόγραμμα, «Λαϊκό Πανεπιστήμιο»: Ο Τύπος στον Αγώνα, παρουσίαση - σχόλια: Αικατερίνη Κουμαριανού,  Τα κείμενα διαβάζει ο Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, μουσική φροντίδα: Ανακρέων Παπαγεωργίου, ρύθμιση ήχου: Γιώτα Κασσάρα. Παραγωγή: Κώστας Παπαγεωργίου, 15/3/1990.

[iii] http://83.212.169.185/123456789/2158. και http://repository.library.teiwest.gr/xmlui/handle/123456789/2159

[iv] Από την επόμενη παράγραφο και κάτω το κείμενο ανήκει στην δεύτερη εκπομπή της 23/3/1990. Πρέπει να σημειωθεί ότι στη δεύτερη και στην τρίτη εκπομπή η Αικατερίνη Κουμαριανού έκανε εκτεταμένη αναφορά στις προηγούμενες, καθότι λογικά υπέθετε ότι κάποιοι ακροατές δεν θα είχαν ακούσει τις προηγούμενες. Οι αναφορές αυτές παραλείφθηκαν.

[v] Από το σημείο αυτό και κάτω το κείμενο είναι από την τρίτη εκπομπή.

Αικατερίνη Κουμαριανού

(1919-2012) Ιστορικός, ειδικευμένη σε θέματα του νεότερου ελληνισμού. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πήρε το πτυχίο της το 1942, στην Κατοχή. Υπήρξε φιλοξενούμενη εταίρος στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Κ.Θ. Δημαρά, το 1961. Διετέλεσε καθηγήτρια της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Paris IV – Σορβόνη και διευθύντρια, το διάστημα 1978-83, του Institut Neohellenique του ίδιου Πανεπιστημίου. Υπήρξε επίσης επισκέπτρια καθηγήτρια στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Εκτός από τον Τύπο στον Αγώνα, εξέδωσε πολλά ακόμα έργα. Μεταξύ άλλων την Αλληλογραφία των Θεόκλητου Φαρμακίδη - Κωνσταντίνου Ασώπιου 1819-1932 (Κέρκυρα 1980), την Αλληλογραφία Δημητρίου Φιλιππίδη - Barbie du Bocage - Ανθίμου Γαζή 1794-1819, Το ελληνικό βιβλίο 1476-1830 (1986), μαζί με τη Λουκία Δρούλια και την E. Layton, την Ιστορία του ελληνικού Τύπου (Ερμής, 2010). Μετείχε ακόμα στην εκδοτική ομάδα της Αλληλογραφίας του Αδαμαντίου Κοραή 1774-1833, που εκδόθηκε σε έξι τόμους (1964-1984). 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.