Ακολουθώντας τα διδάγματα του μεγάλου γάλλου συγγραφέα, ο Πεντζίκης συμφύρει εδώ λέξεις και εικόνες σ’ έναν αδιάκοπο συνειρμό. Θέμα του –που κι αυτό συνδέεται με τον Προυστ– είναι η φθορά που οδηγεί μοιραία στο θάνατο και ταυτόχρονα η θαυματουργή αναστροφή του χρόνου, το ξανακέρδισμά του, η ανάσταση. «Πώς θα μπορέσω να πιστέψω την απ’ τον τάφο ανάσταση του Χριστού; Δεν μπορώ να καταλάβω τη βεβαιότητα μιας αναμονής της ενδόξου ανάστασης, την ώρα που το σώμα κρέμεται από το ξύλο σταυρωμένο, καταστρέφοντας κάθε υπόσχεση χαράς. Πώς μπορώ να εννοήσω ότι ο θάνατος είναι η συνέχεια που μας συμπληρώνει, ενώ βλέπω όρθιο τον παπά πάνω απ’ τον τάφο, να ρίχνει με το φκυάρι το πρώτο χώμα που θα κρύψει το πρόσωπο; Βροντούν τα σβολάκια του χώματος κατρακυλώντας ανακατωμένα με το κρασί που αδειάσαν, σχηματίζοντας λάσπη που λερώνει τ’ άσπρο βαμβάκι, πού ’ναι στριμωγμένο στο στόμα. “Χριστός Ανέστη”, ακούω ξανά εγώ ο άπιστος δούλος, ο αρνητής. “Χριστός Ανέστη” την ώρα που βλέπω όλη τη ζωή μου, και την ξανακερδίζω με τη μνήμη. “Χριστός Ανέστη”, η φωνή των αιώνων επιμένει και καταλαβαίνω το χρέος μου. Δεν πρέπει ν’ αφήσω μέσα στο χώμα τον νέο που αυτοκτόνησε, να τον ξεχάσω όπως ξεχνιούνται όλα όσα παρασέρνει το ρεύμα του χρόνου. Πρέπει να γεφυρώσω το μεγάλο χάσμα που η προσωρινή μας αντίληψη ανοίγει ανάμεσα στον καθημερινό βίο και στο θάνατο, χωρίζοντας τον ζωντανό από τον πεθαμένο. Πρέπει, το καταλαβαίνω ως χρέος μου, ο νέος που πέθανε να θελήσω ν’ αναστηθεί, γιατί αλλιώς η ζωή μένει αδικαιολόγητη» (σελ. 69).
Ο Πεντζίκης συνθέτει μ’ έναν παράδοξο, εντελώς δικό του τρόπο την αισθητιστική αναζήτηση του Προυστ –ο οποίος προσπαθεί να διασώσει, μέσω της μνήμης, ακριβώς «όλα όσα παρασέρνει το ρεύμα του χρόνου»– με την πίστη στο Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Η Ανάσταση, κατά τον Πεντζίκη, είναι ο ξανακερδισμένος χρόνος του Προυστ: «“Χριστός Ανέστη” την ώρα που βλέπω όλη τη ζωή μου, και την ξανακερδίζω με τη μνήμη». Ο Πεντζίκης, ο πιστός μαθητής του Προυστ, διδάσκεται απ’ τον δάσκαλό του πως ο χρόνος χάνεται και οδηγεί στο θάνατο, αλλά η αναζήτηση του χαμένου χρόνου μέσω της μνήμης μπορεί να οδηγήσει στο αναστάσιμο ξανακέρδισμά του.