Όταν πρωτοδιάβασα Λεόντιεφ, ένα απόσπασμα μελέτης του για τον Μεγάλο Ιεροεξεταστή (του Ντοστογιέφσκι), αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν η… θετική κριτική του. Στους Αδελφούς Καραμαζώφ, ο Κωνσταντίν Λεόντιεφ αναγνώριζε, ούτε λίγο-ούτε πολύ, για πρώτη φορά σε όλο το ντοστογιεφσκικό έργο, επιτέλους, το ξεγλίστρημα του Ντοστογιέφσκι από την ψυχολογία (ή τον ψυχολογισμό, αν προτιμάτε), από τον «ροζ χριστιανισμό», προς μια πραγματική εκ μέρους του κατανόηση του πολιτικού ρόλου της χριστιανικής Ορθοδοξίας, ενσαρκωμένης κυριολεκτικά στον «χριστοφόρο λαό» της Ρωσίας, στην ασίγαστη μάχη του κατά του δυτικού πολιτισμού, εκπροσωπούμενο αποκλειστικά από τον παρακμιακό ρωμαιοκαθολικισμό. Λίγο αργότερα διάβασα το εξαιρετικό δοκίμιο του Νικολάι Μπερντιάεφ για τον Λεόντιεφ, το οποίο (συνοψίζοντας και το κείμενό του «Ο βυζαντινισμός και οι Σλαύοι») αναλύει διεισδυτικά την πολιτική σκέψη του μεγάλου αντιδραστικού ρώσου συγγραφέα[1]. Τέλος, το δοκίμιο του Λεόντιεφ για τον «Μέσο Ευρωπαίο. Ιδεώδες και όργανο της οικουμενικής καταστροφής»[2], είναι κάτι σαν γενεαλογία της σκέψης του που καταλήγει στη ριζική καταδίκη του μικροαστισμού και των φορέων του, τόσο του «φιλελευθερισμού» όσο και του «αναρχοκομμουνισμού». Όλα αυτά, μου είχαν δώσει την εντύπωση ότι εδώ έχουμε μάλλον να κάνουμε με έναν πράγματι αντιδραστικό συγγραφέα με ρωσικά χρώματα και μάλιστα με θρησκευτική θεμελίωση.
Ο μεταφραστικός άθλος της δίτομης έκδοσης του Οδυσσέα Πολυχρονιάδη, αυτού του γόνου μιας κοσμοπολίτικης, αν και όχι ιδιαίτερα πλούσιας, οικογένειας της Ηπείρου, από το Ζαγόρι, οι νεανικές του περιπέτειες ενηλικίωσης στα «πολυπολιτισμικά» Γιάννενα στα μέσα του 19ου αιώνα, φέρνοντας στην επιφάνεια έναν ολόκληρο κόσμο, με τις πολύπλοκες κάθετες αλλά και οριζόντιες σχέσεις του, αν δεν μου την διασκέδασε, τουλάχιστον μου την υπονόμευσε μία τέτοια φιλύποπτη πρόσληψη του πολιτικού Λεόντιεφ. Όχι ότι ο Λεόντιεφ δεν είναι «αντιδραστικός», είναι, αλλά με την ιδιόμορφη σκέψη του, μοναδικό φαινόμενο, κατά Μπερντιάεφ, στην ιστορία της ρωσικής σκέψης. Αλλά ποιες είναι αυτές οι σχέσεις τις οποίες αναδεικνύει ο Λεόντιεφ μέσα στον ελληνικό κόσμο της εποχής του; Αναφέρομαι στις αμφίσημες σχέσεις στο εσωτερικό της ελληνορθόδοξης κοινότητας καθώς και στη σχέση της με την κυρίως Ελλάδα, το νεοπαγές ελληνικό κράτος, τις μορφές της τουρκικής επικυριαρχίας στην Ήπειρο και τη νεοελληνική πρόσληψη του «άλλου», το ρόλο των ξένων επιρροών (της Αγγλίας, της Γαλλίας κ.ά.), με πρώτη, βέβαια, αυτή της Ρωσίας, που κυρίως εκπροσωπούνταν από τη χαρισματική φιγούρα του ρώσου προξένου. Ένας ολόκληρος κόσμος με τα πάθη και τις χάρες του, τις ιδιοτέλειές του και τις προσδοκίες του, τις διαιρέσεις του, μια από τις βασικότερες, τις πιο κεντρικές και ιδεολογικές, αυτή μεταξύ (ορθόδοξης) Ανατολής και ορθολογικής (ρωμαιοκαθολικής) Δύσης. Ένας Λεόντιεφ όμως απίστευτα ανοικτός, εχθρός της διανοητικής μιζέριας, του αρνητικού στερεότυπου απ’ όπου και αν αυτά προέρχονται και, συνάμα, ευφυής υπερασπιστής της δικής του σκοπιμότητας, της (ρωσικής) ορθοδοξίας του. Ένας στοχαστής των σχέσεων του προσωπικού με το συλλογικό, του ιδιαίτερου και του ομαδικού, του κοινοτικού με το ανοικτό και το κοσμοπολιτικό και, για το λόγο αυτόν, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι αφηγήσεις του για βασικές πλευρές της νεοελληνικής ταυτότητας. Όπως αυτή που παρατίθεται στις πρώτες κιόλας σελίδες (α΄ τόμος, σ. 25-26) του δοκιμίου του, στο γράμμα που στέλνει ο νεαρός Οδυσσέας σε συνομήλικο φίλο του στην Αθήνα (ολόκληρη η αφήγηση είναι δομημένη με τη μορφή «επιστολών» που ο Οδυσσέας στέλνει στο φίλο του):
[…] Πάνω από σαράντα χωριά ευημερούν στο Ζαγόρι μας. Και μη νομίζεις ότι είναι φτωχά χωριά, όπως στη Θράκη ή σε κάποιες ημιάγριες αλβανικές περιοχές. Θυμάμαι με πόση περιφρόνηση μιλούσες για τις κίτρινες βουλγάρικες καλύβες, για το πώς σε έβαλαν σ’ αυτές να κοιμηθείς πάνω στο υγρό έδαφος, δίπλα σ’ ένα τζάκι της κακιάς ώρας, όταν πήγες τον χειμώνα στους συγγενείς σου στη Φιλιππούπολη. Δεν σου άρεσαν οι απλοϊκοί θρακιώτες Βούλγαροι, τους αποκαλούσες θηρία με μορφή ανθρώπου, κατέκρινες τις προβατίσιες γούνες τους που δεν ήταν καλυμμένες με ύφασμα, τους μαύρους τσαλμάδες τους, τα μελαψά αδύνατα πρόσωπά τους. Στα χαρακτηριστικά αυτών των προσώπων έψαχνες προσεκτικά κάποια σημάδια τουρανικού αίματος. Θυμάμαι πώς αγανακτούσες με τους κληρικούς όλων των προγόνων σου για το ότι δεν φρόντισαν «έγκαιρα» ή δεν κατάφεραν, όπως έλεγες τότε, «να ελληνοποιήσουν (προς δόξα του ιερού μας γένους!) αυτούς τους αγράμματους και άξεστους τουρμπανοφόρους!» Να χαίρεσαι, Έλληνα. Οι Ζαγοριανοί μας δεν είναι τέτοιοι. Κι εδώ (δεν θα το κρύψω αυτό) κυλάει πολύ σλαβικό αίμα. Όμως τι σημαίνει αίμα; Εδώ είναι Ελλάδα στο πνεύμα, Ελλάδα στη γλώσσα και στις επιδιώξεις. […] Να χαίρεσαι, Έλληνα Αθηναίε!... Τα ζαγοριανά χωριά μας αν και φέρουν παλαιοσλαβικά ονόματα, είναι όμως χωριά ελληνικά, είναι πλούσια, όμορφα, φωτισμένα. «Ντοβρά, Τσεπέλοβο, Σουδενά, Λέσκοβατς…» Ας μη σε συγχύζουν αυτοί οι ήχοι. Μη φοβάσαι. Ήδη και οι Κουτσόβλαχοι των δασών του Ζαγορίου άρχισαν να μαθαίνουν και να αγαπάνε τα ονόματα του Θεμιστοκλή, του Αισχύλου και του Πλάτωνα.[3]
Σαν Έλληνας, εντέλει Έλληνας
Έτσι μιλούσε ο αντιδραστικός Κωνσταντίν Λεόντιεφ για τη νεοελληνική ταυτότητα. Και όχι μόνον. Μιλάει σαν Έλληνας, γίνεται Έλληνας, το έλεγε άλλωστε ο Μπερντιάεφ με τον τρόπο του:
Ο Λεόντιεφ εκτιμούσε ότι το μεγάλο μυθιστόρημα που αφιέρωσε στα ελληνικά ήθη, Οδυσσέας Πολυχρονιάδης, ήταν το καλύτερο έργο του. Δεν είμαι υποχρεωμένος να συμμερισθώ τη γνώμη του συγγραφέα. Σε αυτό το έργο υπάρχουν εξαιρετικές σελίδες που μαρτυρούν βαθιά γνώση της ελληνικής ψυχής. Αλλά είναι τόσο μακροσκελές που φαίνεται κουραστικό.
Κουραστικό, κατά τη γνώμη μας, όχι, εξαρτάται πώς και γιατί το διαβάζει κάποιος. Πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα που κινείται ταυτοχρόνως σε πολλά επίπεδα, και σε αυτό της μακρο- και σε εκείνο της μικροϊστορίας. Στη δεύτερη χωνεύονται πάντα σχεδόν με επιτυχία οι «ιδέες», χωρίς να εκμηδενίζουν το άτομο. Αν η «ιδέα» είναι, ας πούμε, η υπεράσπιση του κοινοτικού προσώπου, δηλαδή του προσώπου μέσα στην κοινότητα, ο αναγνώστης θα βρει εδώ όλες τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις που απειλούν να την τινάξουν στον αέρα ανά πάσα στιγμή.
Μέσα στην ελληνορθόδοξη κοινότητα, για παράδειγμα, συνυπάρχουν ο πονηρός με τον αγαθό, ο απατεώνας με τον πιστό, ο Ελλαδίτης με τον οικουμενικό Έλληνα, ο δυτικόφιλος με τον ρωσόφιλο, το πνεύμα και η ύλη, ο έμπορος και ο δάσκαλος (αυτό, άλλωστε, είναι και το βασικό δίλημμα του Οδυσσέα: τι να επιλέξει να γίνει στην ενήλικη ζωή του; έμπορος ή δάσκαλος;). Ταυτόχρονα, όλοι αυτοί οι χαρακτήρες είναι, περισσότερο ή λιγότερο, διχασμένοι, κανένας τους δεν εκπροσωπεί το απόλυτο καλό ή το απόλυτο κακό. Ακόμα και οι κακοί, κάτι καλό έχουν μέσα τους, κάποιο καλό έκαναν στη ζωή τους. Καμία άμεση ή μονταρισμένη εξιδανίκευση πρώτου επιπέδου, κανένας εξωραϊσμός, όταν η ιδέα ανακατεύεται με την πραγματικότητα χάνει την υπεροψία της και ο λογοτέχνης, αν είναι «έντιμος», την «παρακολουθεί». Τα θυμωμένα λόγια του Επισκόπου (Ιωαννίνων) προς τον πατέρα του Οδυσσέα είναι, και από την άποψη αυτή, εύγλωττα, έπειτα από μία συνάντησή του με τους προεστούς της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Το εντυπωσιακό είναι ότι τα βάζει με όλους, πλούσιους και φτωχούς:
– Τους είδες; Τούς είδες;… Διχόνοιες, απληστία, φθόνος, προσωποληψία. Αλίμονο! Ευλογημένε μου εσύ!... Να ήξερε κανείς από σας πόσο δύσκολη και κοπιαστική είναι η θέση του χριστιανού επισκόπου στην Τουρκία!
– Ξέρουμε, άγιε πατέρα, ξέρουμε! Είπε ο πατέρας. Ο επίσκοπος εδώ δεν είναι μόνο ποιμένας της Εκκλησίας, είναι και εθνάρχης… Γνωρίζουμε τη θλίψη σας!
– Όχι, δεν γνωρίζεις τις θλίψεις μας… Νομίζεις ότι γνωρίζεις, γιατί έχεις καρδιά μαλακή, χριστιανική, ευσεβή. Γι’ αυτό και λυπάσαι μερικές φορές τον Γέροντα. Σκέφτεσαι, «είναι δύσκολα για τον φτωχό Γέροντα!». Αλλά πόσο δύσκολα, ούτε κι εσύ δεν μπορείς να καταλάβεις την καρδιά μου… Τη θλίψη μου εσύ, ένας κοσμικός άνθρωπος, είναι αμφίβολο ότι μπορείς να την καταλάβεις. Κοίτα αυτούς τους πλούσιους Γιαννιώτες. Διενέξεις, έχθρα, σου λέω, φθόνος! Τα ποσά που δωρίζονται από τους ευεργέτες της Ηπείρου για αγαθά έργα δεν δαπανώνται καλά. Φοβερό αμάρτημα! Ο απλός λαός μας των Ιωαννίνων είναι και αυτός κακομαθημένος από τη διανομή αυτών των χρημάτων. Ολο παραπονιέται ότι είναι φτωχός. Οι νεαροί εργάτες μας είναι αδιόρθωτοι άνθρωποι: Ληστές, μαχαιροβγάλτες. (α΄ τόμος, σ. 188-189).
Χαρακτήρες λοιπόν, άνθρωποι με σάρκα και οστά, με «άποψη» βέβαια, αλλά ζωντανοί, έτοιμοι αν όχι να αλλάξουν γνώμη, τουλάχιστον να αναστοχαστούν τους φανατισμούς τους. Όπως ο ελληνοκεντρικός δάσκαλος Νεστορίδης, ο «αντιπατριώτης» κοσμοπολίτης γιατρός Κοεβίνο, αλλά και οι ρωσόφιλοι πατήρ Ευλάμπιος και πατήρ Αρσένιος, καθώς και τόσοι άλλοι πρωταγωνιστές έμποροι, δημοσιογράφοι εξ Αθηνών κ.λπ. Ένα εργαστήρι της νεοελληνικής ταυτότητας μέσα στη διασταύρωση ιδεών, επιθυμιών, ατομικών και συλλογικών, ευγενών και ιδιοτελών, με τον Οδυσσέα να προσπαθεί να μαντέψει προς τα πού πρέπει να πορευθεί, πάντα διχασμένος ανάμεσα στο καλό, την ιδέα του θρησκευτικού και εθνικού συμφέροντος (άλλωστε, η οικογένειά του είναι σαφώς ορθόδοξη και ρωσόφιλη) και την ατομική διαδρομή, αυτήν του υλικού πλούτου.
Αναζητώντας την ταυτότητα
Ενίοτε, αναρωτιέται ο αναγνώστης αν υπάρχει και ποιος είναι ο πρωταγωνιστής του δαιδαλώδους πράγματι αυτού μυθιστορήματος, που αδίκως ωστόσο, να το ξαναπούμε, ο Μπερντιάεφ το ονόμασε «κουραστικό». Δεν ξέρω αν υπάρχει πρωταγωνιστής, αναρωτιέμαι αν είναι ο Οδυσσέας. Η μόνη βεβαιότητά μου είναι, θα έλεγα, ότι το επίκεντρο είναι η ύφανση της νεοελληνικής ταυτότητας εν τοις πράγμασι, με δεσπόζουσα όντως την ορθόδοξη φιγούρα του ρώσου προξένου Μπλάγκοφ, υπερασπιστή της ορθοδοξίας, που παλεύει, για παράδειγμα, να κρεμάσει και να κάνει να ξαναχτυπήσει η καμπάνα σε χριστιανική εκκλησία της Άρτας ή της Πρέβεζας, για πρώτη φορά ύστερα από εκατοντάδες χρόνια, σύμβολο έγερσης της ορθόδοξης ελληνικής ψυχής. Ή όταν μαστιγώνει ο ίδιος προσωπικά τους τούρκους χωροφύλακες που τόλμησαν να προπηλακίσουν τον Οδυσσέα, ενώ αυτός ήταν άμεσα προστατευόμενός του, ουσιαστικά ο κηδεμόνας του.
Η ατμόσφαιρα είναι πάντα ορθόδοξη, χωρίς ωστόσο να επιβάλει με διδακτικό τρόπο κάποια παγιωμένη θέση. Σε αρκετά σημεία της παρεμβάλλονται εμφανώς οι «φιλοσοφικές» σκέψεις του συγγραφέα απόλυτα δεμένες με την αφηγηματική ροή, όπως η ακόλουθη, που παρουσιάζει τη σχέση του παγανισμού με τη χριστιανική ορθοδοξία, τον διαρκή πειρασμό του πρώτου που ανά πάσα στιγμή, με τη σαγήνη του, απειλεί την ορθόδοξη τάξη. Μιλάει τώρα, εδώ, και κηρύσσει την «υποταγή» ο «αληθινός» Λεόντιεφ, ο ορθόδοξος καλόγερος, η ίδια η ασκητική ορθοδοξία:
Αχ, φίλε μου, βέβαια δεν συνέτριβε μάταια το σφυρί τόσων πατέρων της Εκκλησίας μας τα υπέροχα γλυπτά των ειδωλολατρικών θεών!... Φυσικά, δεν μαινόταν μάταια τόσους αιώνες η πάλη των καλαίσθητων, αλλά φιλήδονων δαιμόνων του Ολύμπου εναντίον των αυστηρών και καθαρών διακόνων του σταυρωμένου Χριστού. Οι σμιλευτοί ορατοί θεοί του κακού και της ηδονής έγιναν ανίσχυροι και όχι φοβεροί. Μ’ αυτούς μπορείς να στολίζεις τις πλούσιες αίθουσες χωρίς να φοβάσαι ότι λόγω της παρουσίας του ειδώλου πιθανόν θα πιστέψεις στο αόρατο φαύλο ιδανικό, το κρυμμένο πίσω από το θαυμάσιο γλυπτό, χωρίς να φοβάσαι ότι θα το πιστέψεις και θα το προσκυνήσεις. Όμως το το ίδιο αυτό αόρατο ιδανικό είναι θελκτικό και αποπλανητικό… Πέθανε άραγε για πάντα; Άραγε δεν πρέπει κάθε μέρα, κάθε ώρα, καλέ μου φίλε, να το τρέμουμε; Και άραγε δεν πρέπει να βγαίνουμε οπλισμένοι με εκείνη την πανοπλία της μάχης [Προς Εφεσίους], με την οποία μπορεί να μας ντύσει και να μας καλύψει μόνο η διδασκαλία του εκκλησιαστικού ασκητισμού (διότι δεν είναι εκ του κόσμου τούτου) στον πολύβουο αγώνα αυτής της παντού απαστράπτουσας και αιώνια εξαντλητικής ζωής; Από μόνες τους οι βαρετές ομιλίες περί ηθικού καθήκοντος δεν μπορούν να ικανοποιήσουν την ανήσυχη καρδιά και την κοχλάζουσα σάρκα της νεότητάς μας, όταν δεν υπάρχει πάνω από τα κεφάλια μας κι ένας άλλος ακόμα νόμος, ένας νόμος, που να μην απαιτεί κάθε λεπτό τη λογική συναίνεσή μας, αλλά να μας λέει μόνο: «Υπάκουσε, γιατί το είπα Εγώ»… (β΄ τόμος, σ. 420-421)
Τείνω να πιστέψω ότι όλος ο Λεόντιεφ «συνοψίζεται» στο ανωτέρω απόσπασμα. Και, κυρίως, να υποθέσω, σε ό,τι αφορά το μυθιστόρημά του για τον Οδυσσέα, ότι οι διεισδυτικές του περιγραφές (για την νεοελληνική ταυτότητα και τις διαφορετικές ατομικές βιογραφίες που συναρτώνται με αυτήν) έχουν αφετηρία, ακριβώς, την «καθαρή» ασκητική του ματιά, είναι «καθαρές», απαλλαγμένες από «προκαταλήψεις» (εννοώ, κυρίως, τις παγιωμένες ηθικολογικές εμμονικές προσταγές του ροζ χριστιανισμού), γιατί είναι περιγραφές από τα μέσα και από τα πάνω ταυτόχρονα. Από την απόσταση που φτιάχνει την οικείωση. Διπλός και υπερβατικός ταυτόχρονα, όπως τον χαρακτηρίζει ο Μπερντιάεφ. Διπλός: και με τον Αλκιβιάδη και με τον Γολγοθά. Υπερβατικός: με τον Θεό-Πατέρα περισσότερο παρά με τον Θεό-Υιό. Διότι, πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι μιλάει για τους Έλληνες και την ψυχή τους «σαν» Έλληνας; Δεν «ξέρει» μόνο τα «πάντα» για τους Έλληνες, μπαίνει στο πετσί τους, γίνεται Έλληνας, είναι Έλληνας, όντας ταυτόχρονα ξένος. Ρώσος ορθόδοξος. Καλύτερα: ρώσος (ορθόδοξος) ασκητής. Δεν είναι του κόσμου τούτου η σκέψη του Λεόντιεφ. Οι νεοελληνικές σπουδές, με το δίτομο αυτό μυθιστόρημα, έχουν στα χέρια τους ένα πολύτιμο εργαλείο για την «αφηγηματική» ταυτοτοποίηση της νεοελληνικής εξαίρεσης.
[1] Nicolas Berdiaev, Constantin Leontiev. Un penseur religieux russe du dix-neuvième siècle, Παρίσι, Berg International, 1993.
[2] Konstantin Leontiev, L’Européen moyen. Idéal et outil de la destruction universelle, μετάφραση από τα ρωσικά και πρόλογος: Danielle Beaune-Gray, Λωζάννη, L’Age d’Homme, 1999.
[3] Η υπογράμμιση δική μου.