Ακολούθησαν διαδοχικά ξεδιαλέγματα, κι εντέλει δίστασα ανάμεσα σε τρία ποιήματα.
Πρώτον, στην «Ξανακουσμένη μουσική» του 2000. Ο Φωκάς αγαπά πολύ –είναι φανερό στην ποίησή του– τη μουσική. Είναι εξάλλου ποιητής όλων των αισθήσεων: όραση και ακοή (ακούστε, και δείτε: «Το τζιτζίκι στην ακμή του, διάφανο, / Ενωμένο με το δέντρο, / Να επιμένει: ζήσε, ζήσε»)· μα και γεύση και όσφρηση («Τ’ άρωμα του δυόσμου πώς να επιστρέψει στο κενό;») – ίσως μόνον να υπολείπεται η πρώτη και η πιο δύσκολη να μπει σε λέξεις: η αφή.
Πυρήνας σ’ αυτό το ποίημα είναι η φράση: «η μουσική δεν είναι μόνο μια αίσθηση / Αλλά και μια πραγματικότητα άλλη» – και αυτή τη σύλληψη αναπτύσσει το ποίημα: «η μνήμη κάποτε δεν καταθέτει απλώς σαν μάρτυρας / Μα γίνεται η ίδια μια ενεργή πραγματικότητα» κι έτσι «ανταγωνίζεται τον θάνατο […] σαν ελπίδα».
Δεύτερο υποψήφιο ποίημα, για μένα, η «Διακόσμηση με μπαλόνια» του 1982: περιγραφή μιας στιγμής υπερβατικής, η οποία γεννιέται απ’ την πλήξη που νιώθει ο ποιητής, «παιδί και μάντης ταυτόχρονα», εν μέσω μιας υπαίθριας γιορτής.
Επιλέγω όμως, ένα τρίτο: το «πεζοποίημα» –μία λέξη, την θέλει ο Φωκάς– του 1949 «Θυμάσαι τον ουρακοτάγκο;», από την πρώτη συλλογή που θέλησε ο ίδιος να «διασώσει» στη συγκεντρωτική έκδοση του 2002, το Κυνήγια από σύγχρονα γεγονότα του 1954: πρόκειται στην πραγματικότητα για το δεύτερο βιβλίο του, μετά το πρώτο που τιτλοφορείται Ποίημα και εκδίδεται το 1947. Διαλέγω το ποίημα αυτό (στα πεζοποιήματα, θα επιστρέψει εντατικά πολύ αργότερα: την πενταετία 1997-2002) επειδή περιέχει, τόσο νωρίς (ο ποιητής είναι 22 χρονών όταν το γράφει), πολλές από τις αρετές και τα χαρακτηριστικά της ποίησής του: και τη σημασία της μουσικής, που προανέφερα· καί την, κυρίαρχη στο έργο του, περίπλοκη και αμφίθυμη σχέση του ανθρώπου με την υπόλοιπη φύση· το χιούμορ (σπανιότατο, φευ, στη νεοελληνική ποίηση – ιδιαίτερα δε μεταξύ των εν γένει σοβαροφανών συγχρόνων του Φωκά)· έναν μη τετριμμένο στοχασμό που φυτρώνει πάνω σε πρωτότυπες εικόνες (ακόμα κι όταν διαπιστώνουμε με έκπληξη ότι δεν είναι σπάνιες και στη δική μας εμπειρία – δεν είναι, βέβαια, η περίπτωση εδώ, όπως θα διαβάσετε)· μια ζηλευτή μουσικότητα, δηλαδή μιαν άκρα φροντίδα για την ακουστική αξία των λέξεων (κι ας παρουσιάζονται ως πεζό κείμενο)· τη δαιμόνια αφηγηματικότητα (πολύ πριν απ’ το απολαυστικότατο έμμετρο μυθιστόρημά του Παρτούζα ή Ένα κλείσιμο ματιού)· καλά χωνεμένες τις πιθανές αναφορές σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα· τέλος, μια στιγμή υπέρβασης που μεταμορφώνει το όλον, και μας καλεί να το ξαναδιαβάσουμε.
ΘΥΜΑΣΑΙ ΤΟΝ ΟΥΡΑΚΟΤΑΓΚΟ;
(πεζοποίημα)
Το καμάρι το πρώτο μέσα στη χώρα ξεκίνησε μιαν αυγή για κόσμους δαρμένους από παράξενους υπερανθρώπινους οργανισμούς. Όπως πήγαινε, όμοιος στα κάλλη με τη φύση, θαμπώνοντας τους ανθρώπους, αίφνης πετάγεται ένας ανυπόφορος ουρακοτάγκος και τον τσιμπάει στα πλευρά. Τότε μια θεϊκιά εμπιστοσύνη ξεπρόβαλε στο πρόσωπό του και τραβώντας από τη μέση ένα γερό ραβδί αρχίζει να τον χτυπάει βαριά, χωρίς οίκτο, στα μάτια κι ύστερα αμέσως στο κεφάλι και παντού, ενώ ο ουρακοτάγκος, με την εσωτερική του δυστυχία, ρίχνεται δεξιά κι αριστερά μη μπορώντας να την ανταλλάξει με λίγη δύναμη ή χάρη της ζωής. Και μόνο το κακό τούτο τον στενάζει βαθιά κι αφήνει από το αχάριστο, πελώριο κορμί του, δυσανάλογα, μακριούς τόνους χωρίς αντίσταση, ενώ σε μια στιγμή δείχνει το παληκάρι πως θα βγάλει και περίστροφο να ρίξει πάνω του.
Εμπρός το περίστροφο περίμενε τώρα το σμπάρο κι ο ουρακοτάγκος χανόταν. Μα τότε σαν πουλάκια αναστέναξαν από πάνω και βήματα παλιά πηγαίνανε κι ερχόνταν. Μια ταραχή συνέβαινε στα στόματα σαν να πάθαιναν από κάποια μουσική ολόγυρα, Χαιρετισμός άγνωστος είχε αρχίσει.