Πώς μπορεί να συναντηθούν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 (από το 1950 μέχρι και το 1953) ένας ζωγράφος που χαλάει ξαφνικά τις σχέσεις του με έναν σημαντικό οικονομικό παράγοντα, μια πλούσια κόρη με άστατη καρδιά, ένας βιομήχανος χαλβά, ένας επιχειρηματίας με αδιαφανές δίκτυο δραστηριοτήτων, ένας κεντροαριστερός δικηγόρος που εκλέγεται βουλευτής, ένας πιτσιρικάς που είναι βυθισμένος στις σεξουαλικές του φαντασιώσεις, ένα πρώην στέλεχος της ΟΠΛΑ που είναι πλέον έτοιμο να αναλάβει οποιαδήποτε ύποπτη δουλειά, δυο αδέλφια με αιμομικτικό δεσμό, ένας στρατιωτικός που αγωνίζεται πάση θυσία να αποφύγει τη συμμετοχή του στον πόλεμο της Κορέας και ένας παράξενος πρωτοπρόσωπος αφηγητής που ξέρει όσο κανένας άλλος την τέχνη των μεταμορφώσεων; Κι επιπροσθέτως, τι ακριβώς κάνουν κοντά σε ανθρώπους σαν κι αυτούς μορφές της ιστορίας και της λογοτεχνίας, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Γεώργιος Καρτάλης, ο Νικόλαος Πλαστήρας, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μ. Καραγάτσης και ο Στράτης Μυριβήλης; Και επίσης πώς θα συνδεθούν όλα αυτά με τα καλλιστεία και την παρουσίασή τους από φιλόδοξες νεαρές ηθοποιούς, με τις εκτελέσεις των κομμουνιστών ή με τον βασιλιά, τον ρόλο της Αυλής, τις παρεμβάσεις των Αμερικανών και τη δράση της κατασκοπείας;
Η ΑΘΗΝΑ ΑΤΕΝΙΖΕΙ
Τα Ελαφρά ελληνικά τραγούδια (2018)[1] του Αλέξη Πανσέληνου (γεν. 1943) δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα (αν και έχουν κάθε προϋπόθεση για να λειτουργήσουν με τέτοιο τρόπο) ούτε τοιχογραφία μιας περιόδου και κάποιων γενεών (αν και διαθέτουν το αναπεπταμένο πεδίο για να κοιτάξουν και προς αυτή την κατεύθυνση). Ο συγγραφέας ξεκινάει από τα τραγούδια και τις μουσικές που ακούγονται αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (από τους στίχους του Μενεστρέλ μέχρι τα κομμάτια του Βαμβακάρη, του Μητσάκη και του Σουγιούλ), βάζοντας επίσης στο παιχνίδι κέντρα διασκέδασης, εμπορικά μαγαζιά, ζαχαροπλαστεία, τυπογραφεία, ταβέρνες και ξενοδοχεία, χωρίς εκ παραλλήλου να παραλείψει δημοφιλή αναγνώσματα, μάρκες τσιγάρων και αστυνομικά περιοδικά, συνδυασμένα με τη μόδα που ντύνει άντρες και γυναίκες ή με τους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας και τις συνοικίες της[2].
Η αφήγηση δεν τείνει προς την πύκνωση και τη σύνθεση, αλλά προς την πολυκεντρικότητα και την πολυμέρεια, καθώς οι ιστορίες τις οποίες στεγάζει αποφεύγουν να συνταιριαστούν οργανικά μεταξύ τους, περιορισμένες είτε σε μια συγκυριακή είτε σε μιαν απλώς τυχαία επαφή. Παραμένοντας σε αυτή την ελλειπτική τροχιά θα αποκτήσουν γρήγορα μεγάλη αυτονομία (κάποτε είναι δυνατόν να τις διαβάσουμε σαν ξεχωριστά διηγήματα), χωρίς από την άλλη μεριά να πάψουν να αποτελούν ένα σαφώς συγκολλητικό υλικό, όπου τον λόγο διεκδικεί και η αυτοβιογραφία μείον τον οποιοδήποτε νοσταλγικό εκβιασμό (ο μικρός Στάθης εκπροσωπεί την παιδική ηλικία του Πανσέληνου και ο κεντροαριστερός δικηγόρος που έχει γίνει βουλευτής δεν είναι άλλος από τον πατέρα του Ασημάκη). Και τι αναδεικνύει αυτό το υλικό; Μα, μιαν Αθήνα που, μολονότι εξακολουθεί να βρίσκεται στη μέγγενη του Εμφυλίου, προσπαθεί απεγνωσμένα να ατενίσει την ελπίδα, πλέκοντας εκ νέου το ατομικό και το συλλογικό στην προοπτική ενός ριζικά καινούργιου κόσμου. Ο κόσμος βέβαια αυτός δεν θα ανατείλει ποτέ, εκτός κι αν εμπιστευτούμε την απογειωτική φαντασία των τελευταίων αράδων του βιβλίου που δείχνουν τι θα μπορούσε όντως να σημαίνει μια άλλη διάταξη των πραγμάτων.[3] Ο Πανσέληνος κεντάει στον καμβά του τα πιο διαφορετικά στοιχεία (από το έλασσον στο μείζον και τανάπαλιν) δίχως να χάνει ούτε στιγμή τον έλεγχο της οικονομίας του και κατορθώνοντας να μας μεταδώσει το σημαντικότερο: την αίσθηση της ζωής πάνω στο ακατάπαυστο κύλισμά της.
Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΑΦΑΝΕΙΑΣ
Το Λάδι σε καμβά (2022)[4] έχει κεντρικό ήρωα ένα ζωγράφο ο οποίος αρχίζει τις σπουδές του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών στα μέσα της δεκαετίας του 1960 (η επόμενη δεκαετία από το χρόνο αναφοράς των Ελαφρών ελληνικών τραγουδιών), δεν κατορθώνει να προχωρήσει μετά την κατάρρευση της δικτατορίας: καθηλωμένος σε έναν άχαρο επαγγελματικό ρόλο, πιστό αντίγραφο της παράδοσης του πατέρα του, από τον οποίο θα κληρονομήσει και τη μοίρα της πτώσης και της αφάνειας, είναι αναγκασμένος να ακολουθήσει μια πορεία πλήρους διάψευσης των φιλοδοξιών του, που δεν θα αποκτήσουν κατά κανέναν τρόπο σάρκα και οστά. Ο ήρωας είναι περίπου συνομήλικος του συγγραφέα και το διάστημα που καλύπτει ο μυθιστορηματικός χρόνος από την «καχεκτική δημοκρατία» της προδικτατορικής περιόδου και τη χούντα φτάνει μέχρι και τον 21ο αιώνα. Στα ιστορικά μυθιστορήματα του Πανσέληνου, η πολιτική και η Ιστορία συναντιούνται με την τέχνη, είτε εκφράζοντας μια εξεγερμένη συνείδηση είτε κάνοντας λόγο για τη μετωπική αντιπαράθεση του χιτλερισμού με τον μουσικό μοντερνισμό.
Το Λάδι σε καμβά επικεντρώνεται όχι σε πολλές και διαφορετικές, αλλά σε μία και μοναδική ιστορία. Εκείνο που συμβαίνει τώρα είναι η ισχύς του συνόλου εν τη ενώσει των επιμέρους. Τον Αύγουστο του 1966, στο νησί της οικογένειας του ζωγράφου Φαίδωνα Καραλή, ένα κορίτσι με κοψιά ώριμης γυναίκας, η Γωγώ, και η μεγαλύτερη αδελφή της, η Ειρήνη, ερωτεύονται τον Σπύρο, τον επίδοξο ζωγράφο από την Αθήνα, με αποτέλεσμα την τραυματική απογοήτευση της Ειρήνης, αλλά και την αρχή του ξετυλίγματος του μίτου πρώτα για την καλλιτεχνική αποτυχία του Σπύρου και κατόπιν για τη μετατροπή του σε έμπορο ηλεκτρικών ειδών. Στα μυθιστορήματά του Βραδιές μπαλέτου (1991), Ζαϊδα ή Η καμήλα στα χιόνια (1996) και Ο κουτσός άγγελος (2002), ο συγγραφέας καταφεύγει στο παρελθόν προκειμένου να σκηνοθετήσει μέσω των ιστορικών του προσώπων μια συνεύρεση της μουσικής και της τέχνης με την πολιτική σε αναπεπταμένο πεδίο, που θα καταλήξει μακριά από την οικοδόμηση οιουδήποτε εθνικού ιδανικού: από μπαλέτο μέχρι Μότσαρτ, Σένμπεργκ και Σκαλκώτα.[5] Πληθώρα μουσικών αναφορών διακρίνουμε και στο Λάδι σε καμβά. Από Ντεμπισί, Πουλένκ και Μπετόβεν μέχρι Rolling Stones και Mικ Τζάγκερ. Αυτά με τη μουσική. Με τη ζωγραφική, όμως; Σε συνομιλία που είχα με τον Πανσέληνο για το ζήτημα της ζωγραφικής, μου δήλωσε απερίφραστα: «Αναφέρομαι στους ‘’νέους Έλληνες ρεαλιστές’’ και στη γενιά της Κλεοπάτρας Δίγκα, του Κυριάκου Κατζουράκη και του Χρόνη Μπότσογλου και πρέπει να πω πως η ζωγραφική με ενδιέφερε από παιδί. Ήθελα να μπω στο πετσί του ζωγράφου, να καταλάβω τον τρόπο που δουλεύει, να αποκτήσω επαφή με τα μέσα που χρησιμοποιεί και με το εργαστήριό του. Ο ήρωάς μου, βέβαια, στο Λάδι σε καμβά, διαγράφει μια διαδρομή ακύρωσης και ματαίωσης».
Το πέρασμα από τη δεκαετία του 1960 στη χούντα γίνεται υπό τους ήχους των Rolling Stones, που είναι σαν να προαναγγέλλουν την τροχιά την οποία θα διαγράψει στο μέλλον ο Σπύρος. Μένοντας πιστός στο κλίμα του μαγικού καλοκαιριού του 1966 και στον νεανικό του έρωτα, που είναι η ανέγγιχτη Γωγώ και όχι η πλήρης εφήμερων υποσχέσεων αδελφή της, ο Σπύρος θα σταθεί μακριά από τη φοιτητική δράση της δικτατορίας, θα ρίξει την τέχνη του στο μαγκανοπήγαδο των καθημερινών αναγκών και θα καταλήξει πρωταγωνιστής της μοναξιάς και του αποκλεισμού από οιαδήποτε ζείδωρη πηγή. Εκπρόσωπος μιας γενιάς που είδε το δυναμισμό και την ορμή της να τσακίζονται στα βράχια της δικτατορίας και στο αποπνικτικό κλίμα το οποίο επιβλήθηκε στους πολλά υποσχόμενους γόνους της εποχής.[6] Κι όλα αυτά διαμέσου μιας αλυσίδας των αφηγηματικών και των ιστορικών γεγονότων με τον Πανσέληνο να γράφει γρήγορα, χωρίς καθυστερήσεις και με πυκνές εναλλαγές του ατομικού βίου των ηρώων. Βίος που προβάλλεται έτσι σε ολόκληρες δεκαετίες ενώ τα πρόσωπα συσχετίζονται πάντοτε αιτιωδώς με τις δημόσιες εξελίξεις: μια επίτομη εξιστόρηση της μετάβασης από τη δεκαετία του 1960 στη χούντα και από τη χούντα στη μεταπολίτευση. Ο Πανσέληνος ξέρει πώς να επιτρέψει σε όλα τα ξέχωρα νήματα του μυθιστορήματος (χωρίς, εντούτοις, να το κάνει μηχανικά ή πιεστικά) να συγκλίνουν προς τον δεσμό του Σπύρου με τη Γωγώ και, το κυριότερο όλων, πώς να κρατήσει μέχρι και την τελευταία αράδα ολοζώντανη τη σπίθα που άναψε ανάμεσα στους δύο τον Αύγουστο του 1966, χωρίς έκτοτε να σβήσει ποτέ, τουλάχιστον για τον Σπύρο.
[1] Αλέξης Πανσέληνος, Ελαφρά ελληνικά τραγούδια. Μυθιστόρημα. Μεταίχμιο 2018.
[2] Σημειώνει η Μαρία Στασινοπούλου στην κριτική της για το βιβλίο, Εφημερίδα των Συντακτών, ένθετο «Ανοιχτό Βιβλίο», 30 Ιουνίου 2018: «Ενδιαφέρον παρουσιάζει η χωροταξική και τοπογραφική απεικόνιση του κέντρου της Αθήνας (Εξάρχεια, Ομόνοια, Σύνταγμα, Πειραιώς), αλλά και οι εξοχές της Κηφισιάς και οι εργατικές συνοικίες του Πειραιά, με ακρίβεια φωτογραφικής αποτύπωσης υψηλής ανάλυσης».
[3] Επισημαίνει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης στην κριτική του για τα Ελαφρά ελληνικά τραγούδια, ηλεκτρονικό περιοδικό Book Press, 18 Ιουνίου 2018: «Ο Αλέξης Πανσέληνος συλλαμβάνει αυτήν την αμφιθυμία, αφού αφενός προβάλλει τόσο με τα ελαφρά τραγούδια της εποχής όσο και με το ανάλαφρο ύφος του μια τέτοια χαλαρή διάθεση. Αφετέρου, ωστόσο, πίσω από αυτόν τον αδόκητο ρομαντισμό δεν κρύβονται τα βαθιά τραύματα, οι απόηχοι της Κατοχής, ο πόλεμος της Κορέας, ο πολιτικός διχασμός, ο αντικομουνισμός, ο μικροαστισμός των επαρχιωτών πρωτευουσιάνων κι η λουσάτη βιτρίνα των πλούσιων, οι αναζητήσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού κ.λπ. Ένα πανόραμα, λοιπόν, της μεταπολεμικής καθημερινής ζωής που αντανακλά την Ιστορία, μια πολύμορφη προσωπογραφία της Αθήνας, ένα πολύπτυχο φωτογραφιών που απαθανατίζουν την εποχή είναι το μυθιστόρημα του πολύπειρου συγγραφέα, ο οποίος δοκιμάζει συνεχώς νέες μυθοπλαστικές εκδοχές». Και η Κατερίνα Σχινά αναρωτιέται στη δική της κριτική, εφημερίδα Η Καθημερινή, 22 Απριλίου 2018: «Ο συγγραφέας περιγράφει το βιβλίο του ως τοιχογραφία ‘‘για μια εποχή δύσκολης ανάρρωσης ενός κόσμου που μάτωσε’’. Ανέρρωσε όμως, πράγματι, αυτός ο κόσμος; Ή η θεραπεία απάλειψε απλώς τα συμπτώματα, αφήνοντας την ασθένεια να λανθάνει, με κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να ξαναφουντώσει; Το συγκλονιστικό τέλος του βιβλίου υποδεικνύει, μ’ έναν ελιγμό προς τον μαγικό ρεαλισμό, ποια θα μπορούσε να είναι η οδός προς την ίαση».
[4] Αλέξης Πανσέληνος, Λάδι σε καμβά, μυθιστόρημα. Μεταίχμιο, 2022.
[5] Για την πεζογραφική πορεία του Πανσέληνου εν συνόλω, βλ. Βαγγέλης Χατζηβασιλείου Η κίνηση του εκκρεμούς. Άτομα και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία 1974-2017, Πόλις 2018, και Ελισάβετ Κοτζιά Ελληνική πεζογραφία 1974-2010. Το μέτρο και τα σταθμά, Πόλις 2020.
[6] Γράφει η Άννα Αφεντουλίδου, «Η ουτοπία του απαγορευμένου», ηλεκτρονικό περιοδικό Ο αναγνώστης, 28 Απριλίου 2023: «Το εδώ του ‘‘αληθινού’’ κόσμου, ο κόσμος της ανάγκης, του ιδεολογικού προτάγματος, της στράτευσης και της Ιστορίας φαίνεται αρχικά να ανοίγεται και στην Τέχνη, με τρόπο ελπιδοφόρο και γεμάτο προοπτικές -ωστόσο είχε από την αρχή για τον Σπύρο το στοιχείο του ανοίκειου και του ξένου». Και ο Ηλίας Καφάογλου στην κριτική του για το βιβλίο, Εφημερίδα των Συντακτών, ένθετο «Ανοιχτό βιβλίο», 26 Νοεμβρίου 2002: «Ο Σπύρος και οι συνομήλικοί του θήλασαν τη μελαγχολία της Ιστορίας, που είναι ένας μεγάλος προβολέας του μέλλοντος. Αλλά είναι πιθανόν το μέλλον να απαιτεί όλα όσα θα έπρεπε να είχαμε ρωτήσει στο παρελθόν».