Σύνδεση συνδρομητών

Όταν ο Ντοστογιέφσκι συνάντησε τον Νετσάγιεφ

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2021 00:46
Το πορτρέτο του Ντοστογιέφσκι από τον Βασίλι Περόφ (1872). Η πιο διάσημη απεικόνιση του συγγραφέα.   
Google Art Project
Το πορτρέτο του Ντοστογιέφσκι από τον Βασίλι Περόφ (1872). Η πιο διάσημη απεικόνιση του συγγραφέα.  

J.M. Coetzee, Ο άρχοντας της Πετρούπολης, μετάφραση από τα αγγλικά: Γιώργος Τσακνιάς, Νεφέλη, Αθήνα 1999, 275 σελ.

Το 1868, ο συγγραφέας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι πηγαίνει στην Πετρούπολη, για να δει τι έγινε με τον θετό γιο του Πάβελ, φοιτητή στην πόλη, ο οποίος βρέθηκε νεκρός. Από την αστυνομία μαθαίνει ότι ο Πάβελ είχε χειρόγραφους καταλόγους προγραφών με προγραμματισμένες δολοφονίες. Κι από τον αναρχικό επαναστάτη Νετσάγιεφ, στην ομάδα του οποίου ο Πάβελ είχε ενταχθεί, μαθαίνει ότι ο επαναστάτης «διεισδύει στον κόσμο του κράτους, των τάξεων και της λεγόμενης κουλτούρας και ζει σε αυτόν μόνο επειδή πιστεύει στη γρήγορη και ολοσχερή καταστροφή του». Ο Τζ.Μ. Κουτσί ανασυνθέτει μυθιστορηματικά το επεισόδιο της ζωής του Ντοστογιέφσκι που οδήγησε στους Δαιμονισμένους. [ΤΒJ]

«Η λογοτεχνία ψεύδεται τα αληθή λέγουσα». 

Δημήτρης Ραυτόπουλος

Τον Φεβρουάριο του 1857, ο  Ντοστογιέφσκι  παντρεύεται τη χήρα Μαρία Ισάγιεβα στο Σεμιπαλάτινσκ της Σιβηρίας, όπου υπηρετεί υποχρεωτικά το στρατό, ως συνέχεια της αρχικής θανατικής ποινής που του είχε επιβληθεί η οποία μετατράπηκε σε  φυλάκιση και εξορία στη Σιβηρία, για την συμμετοχή του στον αντικαθεστωτικό αλλά ουσιαστικά ακίνδυνο φιλελεύθερο  «Κύκλο του Πετρασέφσκι». Η εικονική εκτέλεσή του, που έχει προηγηθεί, είναι η αφορμή για να εκδηλωθεί η κληρονομική επιληψία που θα τον βασανίσει σε όλη του τη ζωή.

Το 1859 απολύεται από το στρατό, λόγω  προβλημάτων υγείας, και του επιτρέπεται να επιστρέψει στην Ευρωπαϊκή Ρωσία. Το 1854 είχαν πεθάνει διαδοχικά ο αδερφός του Μικάιλι και η σύζυγός του Μαρία. Έτσι ο Ντοστογιέφσκι παρέμεινε ο μοναδικός προστάτης του επτάχρονου  θετού γιου του,  Πάβελ.

Το 1866 εκδίδεται από το λογοτεχνικό περιοδικό Ρούσσκιι Βέστνικ το Έγκλημα και Τιμωρία. Λίγο μετά, ο συγγραφέας επιστρέφει στην Πετρούπολη. Εκεί του συστήνουν  την εικοσάχρονη στενογράφο Άννα Σνίτκινα, η οποία θα τον βοηθήσει να ολοκληρώσει τον  Παίκτη σε κάτι λιγότερο από μήνα. Τον Φεβρουάριο του 1869, η γυναίκα αυτή που την είχε προσλάβει  για να βάλει τάξη στα χειρόγραφά του θα γίνει γυναίκα του και, με τα μερικές χιλιάδες ρούβλια από τα δικαιώματα των πωλήσεων των βιβλίων ως παρακαταθήκη, θα ξεκινήσουν ταξίδι μέλιτος και αυτογνωσίας στην Ευρώπη.

Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκι στα περισσότερα έργα του είναι αποτυπώσεις της προσωπικής ζωής του ίδιου του συγγραφέα: ο επιληπτικός Μίσκιν στον Ηλίθιο, το πάθος τού για πολλά χρόνια τρόφιμου των καζίνων στον Παίκτη, η εμπειρία του από την εξορία στην Σιβηρία στο Σπίτι των πεθαμένων. Την ανάλυση των χαρακτήρων στα μυθιστορήματά του πραγματεύτηκαν ουσιαστικά ο Μιχαήλ Μπαχτίν[1] και ο ρωσικής καταγωγής γερμανός καθηγητής σλαβολογίας στο Πανεπιστήμιο του Γκαίτιγκεν, Μαξιμίλιαν Μπράουν[2]. Βαθιά και ουσιαστική είναι και η ανάγνωση στον Ντοστογιέφσκι του νομπελίστα Τζον Μάξγουελ Κουτσί, κυρίως στην επιθεώρηση The New York Review of Books[3]. Γοητευμένος από την περίπτωσή του, ο Κουτσί κάνει τον ρώσο συγγραφέα κεντρικό ήρωα και σε ένα δικό του μυθιστόρημα, τον Άρχοντα της Πετρούπολης.

 

Στην Πετρούπολη των επαναστατών

Το 1868, ο Ντοστογιέφσκι χάνει τη μόλις τριών μηνών κόρη του Σοφία από πνευμονία. Το ζεύγος φεύγει από τη Γενεύη και διασχίζει την Ιταλία για να καταλήξει στη Δρέσδη, όπου τον Σεπτέμβριο του 1869  γεννιέται η  Λιουμπόφ, η δεύτερη κόρη του. Εκεί, τον Οκτώβριο, φτάνει η είδηση της αυτοκτονίας του θετού του γιου, Πάβελ, φοιτητή στην Πετρούπολη, η οποία σιγοβράζει από τις επαναστατικές εξεγέρσεις στις οποίες πρωτοστατεί ο αναρχικός επαναστάτης Σεργκέι Νετσάγιεφ, γόνος ταπεινής και φτωχής οικογένειας σε αντίθεση με τους αριστοκράτες επαναστάτες της εποχής, Μπακούνιν και Κροπότκιν.

Η άφιξη του Ντοστογιέφσκι στην Πετρούπολη είναι και η εναρκτήρια σκηνή της αφήγησης. Στην οδό Σβενσόι 63, μπροστά σε μια λαϊκή πολυκατοικία με διαμερίσματα για υπαλλήλους, φοιτητές και εργάτες, σταματάει μια άμαξα. Ο επιβάτης κατεβαίνει.

Είναι μεσήλικας, σκυφτός, με γενειάδα, με φαρδύ μέτωπο και μεγάλα φρύδια που του δίνουν έναν αέρα νηφάλιας αυτοσυγκέντρωσης. Φοράει ένα κοστούμι, κάπως ντεμοντέ.

Στο διαμέρισμα του νεκρού γιου του, ο Ντοστογιέφσκι συνομιλεί με το πνεύμα του και αναζητά τα ίχνη του στα χειρόγραφα και τα ρούχα του. Διασχίζει κρυφά τους δρόμους της Πετρούπολης, δεν θέλει να δει κανέναν γνωστό, αν και η σπιτονοικοκυρά του Πάβελ τον αναγνωρίζει – οι Φτωχοί, το πρώτο  έργο του συγγραφέα, ήταν το αγαπημένο βιβλίο του άνδρα της. Επισκέπτεται την αστυνομία και, έκπληκτος, ακούει τον επιθεωρητή Μαξίμοφ να του ανακοινώνει ότι τα χειρόγραφα του Πάβελ που διεκδικεί ως θετός  του πατέρας δεν είναι παρά  χειρόγραφοι κατάλογοι προγραφών με προγραμματισμένες δολοφονίες. Ο γιος του έχει σχέση με την οργάνωση του Νετσάγιεφ Εκδίκηση του Λαού – ή, αλλιώς, Εταιρεία του Τσεκουριού, που φυσικά δεν παραπέμπει σε δασοπονικές εργασίες. Αμήχανος ο Ντοστογιέφσκι θυμάται ότι τον είχε συναντήσει στη Γενεύη:

Έναν αντιπαθητικό, σκυθρωπό, διανοητικώς μέτριο και αναμφισβήτητα συνηθισμένο νεαρό. Εν πάση περιπτώσει, σε αυτό το αμφίβολο όχημα επιβιβάστηκε ένα πνεύμα, [...] ένα πνεύμα χαζό, μνησίκακο και δολοφονικό. Γιατί διάλεξε αυτόν τον συγκεκριμένο νεαρό; Δεν ξέρω.

Θυμάται και ένα σχόλιο που έκανε γι’ αυτόν η πριγκίπισσα Ομπολένσκαγια: ότι μπορεί να είναι το enfant terrible  της αναρχίας αλλά πρέπει να κάνει κάτι για τα σπυράκια του.  

Τον Ιανουάριο του 1869, την εποχή που κυκλοφόρησε ο Ηλίθιος, ο Νετσάγιεφ φεύγει κρυφά στη Γενεύη όπου συναντά τον Μιχαήλ Μπακούνιν, τον φημισμένο θεωρητικό του αναρχισμού. Εκείνος εντυπωσιάζεται με τον νεαρό φανατικό, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει έναν εκπρόσωπο της ρωσικής νεολαίας που ό ίδιος θεωρεί την πιο επαναστατική στο κόσμο. Η Κατήχηση του επαναστάτη, που μάλλον γράφουν μαζί, κυκλοφορεί την άνοιξη του 1869.

Ο Ντοστογιέφσκι θυμάται ξανά τον Πάβελ, καθισμένος μόνος στο δωμάτιο του θετού γιου του. Καθόταν πίσω από τον Μπακούνιν στη σκηνή εκείνου του συνεδρίου για την ειρήνη. Θυμάται και το φυλλάδιο. «Ο επαναστάτης είναι ένας άνθρωπος καταδικασμένος», αρχίζει. Και συνεχίζει: «δεν έχει ενδιαφέροντα, δεν έχει αισθήματα, δεν έχει υποχρεώσεις, δεν έχει καν όνομα». Αλλά ένα από τα καθήκοντα του επαναστάτη, στην παράγραφο για τη θέση του απέναντι στην κοινωνία, είναι και η σύνταξη καταλόγων με τα πρόσωπα που πρέπει να δολοφονηθούν ως εχθροί του λαού. 

Τελικά, αυτή η νοητική αναζήτηση και η συνομιλία με τον κόσμο του Νετσάγιεφ, όπου αιωρείται η σκιά του θανάτου του Πάβελ –μια ατμόσφαιρα καθαρά ντοστογιεφσκική– καταλήγει σε μια πραγματική συνάντηση. Σε μια μικρή γιάφκα που κρύβεται πίσω από  ένα ατελιέ γυναικείων καπέλων και  του θυμίζει ισπανικό μοναστήρι της εποχής του Λογιόλα. Εκεί όπου  κοπέλες των καλών οικογενειών, με αφρούς στο στόμα, νηστεύουν, προσεύχονται ώρες ατελείωτες και διψούν για την έκσταση του θανάτου – να σκοτώσουν ή να πεθάνουν, αδιάφορο ποιο από τα δυο. 

Ως λογοτεχνικοί ήρωες πια, πρόσωπο με πρόσωπο ο Ντοστογιέφσκι με τον Νετσάγιεφ, ο τελευταίος ντυμένος με γυναικεία ρούχα και μέσα από  οργισμένους αλλά και ταυτόχρονα σπαρακτικούς  διαλόγους, δάνειους από το λογοτεχνικό σύμπαν του συγγραφέα Ντοστογιέφσκι, ξεπηδούν οι σχέσεις της επανάστασης με τη θεολογία:

Από πού προέρχεται αυτό; Από τον Τσερνισέφσκι σίγουρα, αλλά πέρα απ’ αυτόν προέρχεται από τα Ευαγγέλια, από τον Ιησού, από μια χοντροκομμένη και στρεβλή απομίμηση αυτού του άθεου Νετσάγιεφ, που μαζεύει μια ομάδα αποστόλων και τους στέλνει  σε θελήματα θανάτου.

Ως βασικός εισηγητής στη θεωρία της επανάστασης, της κυνικής σκέψης των Ιησουιτών για τον σκοπό που αγιάζει τα μέσα, ο Νετσάγιεφ αποκαλύπτει στον Ντοστογιέφσκι ότι ο γιος του δεν αυτοκτόνησε αλλά δολοφονήθηκε από τη Μυστική Αστυνομία και, ταυτόχρονα, του ζητάει, με «επιχείρημα» το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» της Παλαιάς Διαθήκης, να υπογράψει ένα κείμενο καταγγελίας. Ο Κουτσί παραπέμπει σε μια επιστολή του Μπακούνιν προς τον Νετσάγιεφ: «δεν σας στοιχίζει τίποτα να λέτε ψέματα, όταν πιστεύετε  ότι το ψέμα μπορεί να είναι χρήσιμο για την υπόθεση», γράφει[4]. Η Πρώτη Διεθνής, καθοδηγούμενη από τον Μαρξ, μπορεί να  αποκήρυξε τον Νετσάγιεφ, ο Λένιν όμως πλήρως και στα μουλωχτά τον υιοθέτησε.

Την αφήγηση συμπληρώνουν ορισμένα ακόμα πρόσωπα. Η σπιτονοικοκυρά Άννα Σεργκέγιεβνα με την οποία πλαγιάζει ο πάντα ερωτιδέας Ντοστογιέφσκι, η κόρη της Ματριόνα (δίνοντας αυτό το όνομα στο κορίτσι, ίσως ο Κουτσί παραπέμπει στο γνωστό διήγημα του Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, «Το σπίτι της Ματριόνα», η ηρωίδα του οποίου είναι «η μόνη πραγματική χριστιανή και η μόνη πραγματική κομμουνίστρια») και ένας Ιβάνοφ, πρώην δημόσιος υπάλληλος σε ρόλο ζητιάνου, που βρίσκεται δολοφονημένος μετά τη γνωριμία του με τον Ντοστογιέφσκι – παραπομπή αυτή τη φορά στην πραγματική δολοφονία του Ιβάν Ιβάνοφ, φοιτητή και μέλους της Εκδίκησης του Λαού, τον οποίο σχεδόν λιντσάρανε οι σύντροφοί του, και ο Νετσάγιεφ έδωσε τη χαριστική βολή, επειδή είχε παραβιάσει ένα από τα άρθρα της Κατήχησης του επαναστάτη, την τυφλή υπακοή. Σημειώνει ο Κουτσί: «Φαντάζομαι ότι ήθελε να στείλει ένα μήνυμα σε όλον τον κόσμο: ότι κανείς δεν μπορεί να παίζει με τον Σεργκέι Γκεννάντιεβιτς Νετσάγιεφ».

 

Προφητεύοντας την Επανάσταση

Κυνηγημένος από την αστυνομία, ο Νετσάγιεφ εγκαταλείπει την Πετρούπολη, αφήνοντας στα χέρια της εφηβικά αθώας Ματριόνας για φύλαξη την τρίχρωμη σημαία της οργάνωσης, ένα αμερικανικό πιστόλι, φυλλάδια της Κατήχησης και αμπούλες με δηλητήριο. Ο Ντοστογιέφσκι μαζεύει αυτά τα αντικείμενα, τα τυλίγει μ’ ένα σεντόνι και τα παίρνει για να τα πετάξει στο ποτάμι.

Στη συνέχεια, μόνος στο δωμάτιο του Πάβελ, λίγο πριν επιστρέψει στη Δρέσδη, «κάθεται με την πένα στο χέρι, συγκρατώντας τον εαυτό του να μην πέσει σε απεικονίσεις που δεν έχουν θέση στον κόσμο, στο χείλος του γκρεμού, έγκλειστος μέσα σε μια στιγμή κατά την οποία ολάκερη η δημιουργία είναι στα πόδια του». Η πένα αρχίζει να τρέχει πάνω στο χαρτί. Αρχίζουν να γράφονται οι Δαιμονισμένοι. Θα κυκλοφορήσουν το 1872, πάλι από τις εκδόσεις του περιοδικού Ρούσσκιι Βέστνικ.

Σήμερα, διακόσια χρόνια από τη γέννηση του ρώσου συγγραφέα και εκατόν πενήντα από την έκδοσή τους, οι Δαιμονισμένοι είναι παγκόσμιο σημείο αναφοράς της πολιτικής, και όχι μόνο, λογοτεχνίας. Ένα προφητικό μυθιστόρημα που περιγράφει τον επερχόμενο ζόφο της επανάστασης των μπολσεβίκων, πενήντα χρόνια πριν αυτή ξεσπάσει.

Επίκαιρη παραμένει και η Κατήχηση του επαναστάτη, που συνεχίζει να  ζεσταίνει τις καρδιές των σημερινών «Δαιμονισμένων», γιατί τα υλικά της οργάνωσης που ο Ντοστογιέφσκι δίπλωσε στο σεντόνια για να τα πετάξει στο ποτάμι ο Κουτσί τα στέλνει συμβολικά να προσγειωθούν στην άκρη της όχθης. Ίσως εκείνο το αμερικανικό πιστόλι να είναι το μηδέποτε ευρεθέν σαρανταπεντάρι του Κουφοντίνα, που σήμερα επικαλείται την αστική δικαιοσύνη για να κόβει βόλτες ανενόχλητος στο Σύνταγμα. Γιατί, όπως επισήμανε τότε ο Σεργκέι Νετσάγιεφ και υιοθέτησε ο Λένιν,

Ο επαναστάτης διεισδύει στον κόσμο του κράτους, των τάξεων και της λεγόμενης κουλτούρας και ζει σε αυτόν μόνο επειδή πιστεύει στη γρήγορη και ολοσχερή καταστροφή του. Δεν είναι επαναστάτης αν νιώθει οίκτο για οτιδήποτε ανήκει στον κόσμο αυτό.[5]  

Ένας Ντοστογιέφσκι, στη λογοτεχνική εκδοχή του Κουτσί, επίκαιρος όσο ποτέ.       

                  

[1] Μιχαήλ Μπαχτίν, Ζητήματα της ποιητικής του Ντοστογιέφσκι, μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Πόλις, Αθήνα 2008.

[2] Μαξιμίλιαν Μπράουν, Ντοστογιέφσκι.  Η ζωή του μέσα από το έργο του, μετάφραση: Ν.Μ. Σκουτερόπουλος, Εκκρεμές, Αθήνα 2008.

[3] Στο βιβλίο του J.M.Coetzee, Ξένα ακρογιάλια, μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, περιλαμβάνεται το δοκίμιό του για τον Ντοστογιέφσκι, ανάμεσα σε πολλά ακόμα δοκίμια για πολλούς ακόμα αγαπημένους του συγγραφείς.

[4] Σεργκέι Νετσάγιεφ, Η κατήχηση του επαναστάτη, Μιχαήλ Μπακούνιν, Η απάντηση στον Νετσάγιεφ, μετάφραση: Ζήσης Σαρίκας, Πανοπτικόν, Αθήνα 2004.

[5] Νετσάγεφ, Η κατήχηση του επαναστάτη, ό.π.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.