Η απάντηση των ναζιστικών αρχών υπήρξε άμεση και ενταγμένη στη λογική των μαζικών αντιποίνων. Στο πλαίσιο της κατοχικής πολιτικής «αντίποινα για κάθε απώλεια», αποφασίστηκε η εκτέλεση 200 κρατουμένων από το Χαϊδάρι, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν μεταφερθεί από την Ακροναυπλία. Η εκτέλεση πραγματοποιήθηκε την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή.
Τι «εξυπηρετούσε» η ενέργεια των Μολάων;
Αν το ερώτημα είναι πολιτικό, «άξιζε το τίμημα;», τότε εισερχόμαστε σε πεδίο ηθικής φιλοσοφίας του πολέμου και όχι απλής καταγραφής γεγονότων. Η Αντίσταση σε όλη την Ευρώπη κινήθηκε σε αυτή την τραγική εξίσωση: πλήγμα στον κατακτητή με κίνδυνο αντιποίνων σε αμάχους ή κρατουμένους. Η ιστορία δεν δίνει εύκολες απαντήσεις σε τέτοια διλήμματα. Περιγράφει τα γεγονότα, αναλύει τις στρατηγικές και αφήνει χώρο στη συνείδηση να κρίνει.
Κάθε φορά που μια φωτογραφία από τα χρόνια της Κατοχής επανέρχεται στη δημόσια σφαίρα, γεννιέται ένα γνώριμο αντανακλαστικό: ποιος θα αφηγηθεί το γεγονός; ποιος θα το εντάξει στη δική του παράδοση; ποιος θα το μετατρέψει σε σύμβολο; Η συγκίνηση είναι αυθόρμητη και δικαιολογημένη. Η πολιτική αξιοποίηση, όμως, υπακούει σε λογικές ισχύος. Τελικά ποιος «δικαιούται» τη μνήμη;
Η απάντηση ως προς τα καθ’ ημάς είναι σαφής. Η πολιτική θεολογία του σκληρού σταλινικού ΚΚΕ τραμπουκίζει τη μνήμη, ιδιοποιείται την ερμηνεία και εντέλει βεβηλώνει ζώντες και τεθνεώτες προκειμένου να οικειοποιηθεί την κατοχική αντίσταση, καλύπτοντας τον πραγματικό στόχο της ηγεσίας του να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία και να μετεξελίξει εντέλει τον πατριωτικό αγώνα σε κοινωνική επανάσταση, ανταλλάσσοντας τη ναζιστική κτηνωδία με τη σοβιετική φρικαλεότητα.
Η πλειονότητα των εκτελεσθέντων πατριωτών ήταν κομμουνιστές κρατούμενοι της Ακροναυπλίας. Το στοιχείο αυτό είναι ιστορικό δεδομένο. Παράλληλα, ανάμεσά τους βρίσκονταν και άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι, τροτσκιστές, αρχειομαρξιστές, άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές αναφορές. Το γεγονός αυτό φωτίζει μια ουσιώδη διάσταση: η θυσία τους εντάσσεται στην εθνική τραγωδία της Κατοχής, όχι σε κομματικό κατάλογο.
Η συζήτηση όμως μετατοπίζεται συχνά από την απόδοση τιμής στη διεκδίκηση ταυτότητας. Ο χαρακτηρισμός «κομμουνιστές πατριώτες» εμφανίζεται ως αυτονόητος. Η έμφαση στον πρώτο όρο λειτουργεί διαχωριστικά. Ο πατριωτισμός αποκτά ιδεολογικό πρόσημο, λες και η αντίσταση στην Κατοχή προϋπέθετε συγκεκριμένη κομματική ένταξη. Έτσι η μνήμη μετατρέπεται σε πολιτικό κεφάλαιο.
Η υπόθεση της Ακροναυπλίας προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο προβληματισμού. Η αποχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης τον Απρίλιο του 1941 άφησε πίσω εκατοντάδες πολιτικούς κρατουμένους. Η απελευθέρωσή τους μπορούσε να διαταχθεί πριν από την κατάρρευση του μετώπου. Η επιλογή αυτή δεν έγινε κι η ευθύνη εκείνης της απόφασης βαραίνει την τότε κρατική εξουσία.
Ταυτόχρονα, μαρτυρίες πρώην κρατουμένων και μεταγενέστερες μελέτες θέτουν ερωτήματα για τις εσωτερικές επιλογές της κομματικής ηγεσίας στο στρατόπεδο. Υπήρξαν προτάσεις για μαζική απόδραση, ιδίως όταν η φρουρά είχε αποδιοργανωθεί. Ο Παντελής Πουλιόπουλος και άλλοι υποστήριξαν την ιδέα της δραπέτευσης. Η πρόταση απορρίφθηκε από τη σταλινική καθοδήγηση, με το επιχείρημα της αποφυγής «προβοκάτσιας» και της αναμονής πολιτικών εξελίξεων. Οι μαρτυρίες των Γιαννόγκωνα, Μανούσακα, Ποδαρά και Έξαρχου συγκλίνουν στην άποψη ότι υπήρξαν πραγματικές δυνατότητες διαφυγής.
Το ζήτημα απαιτεί νηφάλια αποτίμηση. Το διεθνές πλαίσιο του 1939–1941 περιλάμβανε το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, που επηρέασε βαθιά την αντίληψη των κομμουνιστικών κομμάτων για τον χαρακτήρα του πολέμου. Μέχρι την επίθεση της ναζιστικής Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης, η ιδεολογική ανάγνωση του πολέμου διέφερε από την επόμενη φάση. Οι πολιτικές επιλογές της περιόδου εκείνης οφείλουν να εξεταστούν υπ’ αυτό το πρίσμα. Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσουμε ότι υπήρξε ιδεολογική αμηχανία απέναντι στη ναζιστική Γερμανία το πρώτο διάστημα του πολέμου.
Η ιστορία οφείλει να θέτει τα ερωτήματα. Όχι να τα αποσιωπά.
Η απελευθέρωση 27 στελεχών του ΚΚΕ από την Ακροναυπλία τον Ιούνιο του 1941, με παρέμβαση της βουλγαρικής πρεσβείας, καταγράφεται σε υπηρεσιακά έγγραφα και μεταγενέστερες πηγές. Το γεγονός έχει χρησιμοποιηθεί ως τεκμήριο συνεργασίας. Η ιστορική έρευνα οφείλει να εξετάσει τις συνθήκες, τα κίνητρα και τις συνέπειες εκείνης της ενέργειας, αποφεύγοντας τόσο τη δαιμονοποίηση όσο και την αποσιώπηση. Το ζήτημα εδώ δεν είναι η απλή αναφορά του περιστατικού, αλλά η ερμηνεία του. Ήταν συγκυριακή αξιοποίηση βουλγαρικών κινήσεων; Ήταν συνειδητή πολιτική επιλογή; Ποιος ήταν ο βαθμός εμπλοκής; Πώς συνδέθηκε με τις μετέπειτα εξελίξεις στη Μακεδονία και τις σχέσεις με τον Τίτο;
Στις βαλκανικές συνθήκες της εποχής, η βουλγαρική πολιτική επιδίωκε την ενίσχυση επιρροής στη Μακεδονία και τη Θράκη. Οι επιλογές των εμπλεκόμενων πλευρών εντάσσονται σε ένα περίπλοκο πλέγμα εθνικών και ιδεολογικών στρατηγικών.
Η Κατοχή υπήρξε πεδίο πολλαπλών αντιστάσεων. Ο ΕΛΑΣ υπήρξε η μαζικότερη ένοπλη οργάνωση. Δίπλα του έδρασαν άλλες οργανώσεις, όπως ο ΕΔΕΣ, η ΕΚΚΑ και πλήθος τοπικών ομάδων. Χιλιάδες άνθρωποι εντάχθηκαν στον αγώνα χωρίς κομματική στράτευση. Η μνήμη της Αντίστασης αποκτά ακρίβεια όταν αναγνωρίζει αυτή την πολυφωνία.
Τα εγκλήματα της Κατοχής, από το Κοντομαρί και την Κάνδανο έως τα Καλάβρυτα και το Δίστομο, αποτελούν τεκμηριωμένες θηριωδίες του ναζιστικού καθεστώτος. Η ιστορική συνέπεια απαιτεί καθαρή ονομασία των εγκλημάτων και καθολική τιμή στα θύματα. Παράλληλα, ο 20ός αιώνας γνώρισε και άλλα ολοκληρωτικά καθεστώτα, με δικές τους μαζικές εκκαθαρίσεις, τα γκουλάγκ, το Κατύν, τα στρατόπεδα εξόντωσης και καταναγκαστικής εργασίας, τον μαοϊκό λιμό, την Καμπότζη του Πολ Ποτ.. Η σύγκριση φωτίζει το φαινόμενο του ολοκληρωτισμού, χωρίς συμψηφισμούς, χωρίς εξισώσεις πόνου.
Η σύγχρονη δημόσια συζήτηση οφείλει να αναγνωρίζει ταυτόχρονα τον ηρωισμό και τα σφάλματα. Αναγνωρίζει ότι άνθρωποι με κομμουνιστική ταυτότητα έδωσαν τη ζωή τους απέναντι στον ναζισμό. Αναγνωρίζει επίσης ότι πολιτικές ηγεσίες λαμβάνουν αποφάσεις που υπόκεινται σε ιστορική κρίση. Η τιμή προς τα θύματα συνυπάρχει με την κριτική αποτίμηση των ηγεσιών.
Η μνήμη της Καισαριανής ανήκει σε ολόκληρη τη χώρα. Η τραγωδία της Ακροναυπλίας αποτελεί αντικείμενο ιστορικής έρευνας. Η Αντίσταση υπήρξε εθνική υπόθεση με ιδεολογικές διαφοροποιήσεις. Καμία πολιτική δύναμη δεν διαθέτει αποκλειστικό τίτλο ιδιοκτησίας της θυσίας.
Η ιστορία απαιτεί τεκμήρια, σύγκριση πηγών, αποστασιοποίηση από το πάθος της συγκυρίας. Στο σημείο αυτό καλό είναι να υπενθυμίσουμε και κάτι στοιχειώδες: οι φωτογραφίες θυμίζουν, η έρευνα ερμηνεύει. Η μνήμη ενώνει όταν υπηρετεί την αλήθεια και διχάζει όταν υπηρετεί την κομματική σκοπιμότητα.
Η χώρα έχει ανάγκη από ιστορική ωριμότητα. Από τιμή προς όλους τους εκτελεσμένους. Από αποτίμηση των επιλογών χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες. Από κοινή αναγνώριση ότι ο ολοκληρωτισμός, σε κάθε εκδοχή του, συνθλίβει ανθρώπινες ζωές.
Η Ιστορία δεν είναι άλμπουμ με επιλεγμένες εικόνες. Είναι πεδίο ευθύνης. Και η μνήμη των νεκρών ζητά σεβασμό, ακρίβεια και ενότητα.