Από την ίδρυση του ΟΗΕ το 1945 μόνο τρεις πολεμικές επιχειρήσεις έλαβαν χώρα σύμφωνα με τις επιταγές του Έβδομου Κεφαλαίου: ο πόλεμος της Κορέας το 1950, ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου (1990-91) και η επέμβαση στη Λιβύη το 2011. Οι υπόλοιπες επεμβάσεις δυνάμεων υπό την σημαία του ΟΗΕ έχουν ειρηνευτικό χαρακτήρα, δηλαδή τη δημιουργία και επιτήρηση ουδετέρων ζωνών που χωρίζουν αντιμαχόμενους.
Όμως το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα και το πρώτο τέταρτο του 21ου χαρακτηρίστηκε από πάρα πολλές πολεμικές επιχειρήσεις, με πιο πρόσφατες την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία και των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, όπου οι επιτιθέμενοι είτε δεν ζήτησαν την έγκριση είτε παρέκαμψαν το Συμβούλιο Ασφαλείας, κάτι που τις καθιστά τυπικά παραβάσεις των επιταγών της Χάρτας του ΟΗΕ καθώς τα αντίπαλα μέρη ήταν και είναι μέλη αυτού του οργανισμού και έχουν αποδεχτεί τη Χάρτα ως δεσμευτικό κείμενο του λεγόμενου Διεθνούς Δικαίου.
Σημαίνει αυτό ότι όλοι οι πόλεμοι χωρίς έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίοι τυπικά είναι παραβάσεις του Διεθνούς Δικαίου, είναι και άδικοι και κατά συνέπεια από ηθική σκοπιά εγκληματικοί; Καθορίζει το Έβδομο Κεφάλαιο της χάρτας του ΟΗΕ μια έννοια του «δίκαιου πολέμου» και του «δικαιώματος προς πόλεμο» (ius ad bellum), η οποία υπερβαίνει την παραδοσιακή ιδέα αυτού του δικαιώματος όπως αυτό έχει διατυπωθεί ανάμεσα στον 13ο και τον 16ο αιώνα από διανοητές όπως ο Θωμάς Ακινάτης (1225-1274), ο Φρανσίσκο Βιτόρια (1483-1546) και ο Ούγκο Γκρότιους (1583-1645);
Σύμφωνα με τους τρεις αυτούς «κλασικούς», το δικαίωμα προς πόλεμο είναι θεμελιωμένο στις εξής κύριες προϋποθέσεις:
- ύπαρξη μιας νόμιμης αρχής (auctoritas principis): ένας πόλεμος δεν μπορεί να κηρυχτεί από μεμονωμένα πρόσωπα ή από ομάδες προσώπων –έστω και οργανωμένες κάπως–, αλλά μόνο από τον νόμιμο άρχοντα, δηλαδή από το πρόσωπο ή την αρχή που έχει επιφορτιστεί με το καθήκον της προστασίας των κατοίκων ενός κράτους. Διαμάχες μεταξύ «ιδιωτών» –προσώπων, ομάδων, συμμοριών, πληρωμάτων πλοίων υπό την σημαία ενός κράτους (σημαντικό για την εποχή που διατυπώθηκαν αυτές οι αρχές)– δεν θεωρούνται πόλεμοι, αλλά ένοπλες παραβάσεις του νόμου. Συμπλοκές υπό καθεστώς απουσίας νόμων, π.χ. σε ακατοίκητες περιοχές του πλανήτη ή μεταξύ πειρατών, επίσης δεν θεωρούνται ως πόλεμοι.
- δίκαιη αιτία (causa iusta): ο λόγος που ωθεί μια νόμιμη αρχή προς τον πόλεμο πρέπει να είναι δίκαιος, σύμφωνα τουλάχιστον με το λεγόμενο φυσικό δίκαιο. Στις δίκαιες αιτίες συμπεριλαμβάνονται η άμυνα, η ανάκτηση ενός βιαίως αποσπασθέντος αγαθού ή η τιμωρία ενός κράτους ή ενός λαού που έχει διαπράξει εγκλήματα.
- ορθή πρόθεση (intentio recta): ο σκοπός του πολέμου πρέπει να είναι η αποκατάσταση της δικαιοσύνης, η επίτευξη του καλού και η αποφυγή του κακού. Με άλλα λόγια, το κίνητρο δεν πρέπει να εμπεριέχει μίσος, δίψα για εκδίκηση ή την επιθυμία της εξόντωσης του αντίπαλου λαού.
- αναλογικότητα των μέσων: το κακό που θα προκαλέσουν οι πολεμικές πράξεις των νόμιμα επιτιθέμενων δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το κακό που θέλουν να εξαλείψουν.
- εύλογη πιθανότητα επιτυχίας: η διεξαγωγή ενός πολέμου χωρίς εύλογη πιθανότητα επιτυχίας είναι εγκληματική πράξη.
- μη στόχευση αμάχων: η στοχοποίηση αμάχων δεν πρέπει να είναι στις προθέσεις των εμπολέμων.
- τελευταία λύση: η προσφυγή σε πολεμικές πράξεις επιτρέπεται μόνο όταν κάθε προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης της διαμάχης έχει αποβεί άκαρπη.
Σε αντίθεση με τις επιταγές του Έβδομου Κεφαλαίου, η κλασική θεωρία του «δίκαιου πολέμου» δεν απαιτεί την έγκριση μιας υπέρτατης αρχής αλλά θέτει την απόφαση για την κήρυξη πολέμου στην κρίση και τη συνείδηση του εκάστοτε νόμιμου άρχοντα. Επιπλέον, δεν απαιτείται μια τυπική πράξη κήρυξης πολέμου, καθώς αυτή είναι καθαρά τελετουργική και καλύπτεται από την επιταγή της προσπάθειας της ειρηνικής επίλυσης.
Μπορούμε να πούμε ότι, σε σύγκριση με το Έβδομο Κεφάλαιο, η κλασική θεωρία διατυπώνει «υλικές» ή «ουσιαστικές» προϋποθέσεις, ενώ η σύγχρονη αντίληψη εξαρτά το δικαίωμα προς πόλεμο από τις καθαρά «τυπικές» προϋποθέσεις της αντιμετώπισης μιας επίθεσης, ανεξάρτητα από τα κίνητρα του επιτιθέμενου και της έγκρισης από ένα συμβατικά αναγνωρισμένο υπέρτατο όργανο. Προφανώς, το Έβδομο Κεφάλαιο παραδέχεται σιωπηλά μερικές προϋποθέσεις της κλασικής θεωρίας, καθώς αποδέχεται τις διατάξεις της Σύμβασης της Χάγης (1899/1907) και της Γενεύης (1925) που θέσπισαν συγκεκριμένους κανόνες διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων και όρισαν τις πράξεις που θεωρούνται εγκλήματα πολέμου, ως μέρος του ήδη ισχύοντος Διεθνούς Δικαίου.
Θα μπορούσε να αντιτάξει κανείς ότι και η κλασική θεωρία βασίζεται σε μια καθαρά τυπική προϋπόθεση – την αυθαίρετη απόφαση του νόμιμου άρχοντα, ο οποίος μπορεί να κατέχει την εξουσία για καθαρά τυπικούς λόγους. Όμως αυτό το επιχείρημα παραβλέπει το γεγονός ότι για τους πολιτικούς φιλόσοφους και τους νομικούς του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης ο νόμιμος άρχων βρίσκεται σε μια σχέση εμπιστοσύνης και μέριμνας προς τους υπηκόους του και όχι σε μια απλά διαδικαστική σχέση (ίσως ο Μακιαβέλλι διατυπώνει αυτή την άποψη, αλλά και αυτός απαιτεί από τον άρχοντα να προσποιείται τουλάχιστον ότι μεριμνά για τους υπηκόους που διοικεί).
Για τον Ακινάτη, τον Βιτόρια, τον Γκρότιους και τους συγχρόνους τους, το ερώτημα αν ο λόγος της διεξαγωγής ενός πολέμου είναι πράγματι δίκαιος αφορούσε την αυτοσυγκρότηση του προσώπου του άρχοντα και την υποχρέωσή του να υλοποιήσει το κοινό καλό. Κάτι ανάλογο σήμερα είναι η αρχή του μονοπωλίου της βίας του κράτους. Δεν είναι μόνο ένα τυπικό γνώρισμα, αλλά εδράζεται στη συνταγματικά θεμελιωμένη υποχρέωση των κρατικών αρχών να επιβάλουν την ειρήνη στην επικράτεια ως μέρος της υλοποίησης του κοινού καλού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας στη σημερινή του μορφή δεν αντιστοιχεί στο θεσμό του νόμιμου άρχοντα της κλασικής θεωρίας γιατί τα μέλη του, όχι μόνο τα μόνιμα που έχουν και το δικαίωμα της αρνησικυρίας αλλά και τα μη μόνιμα, μπορούν ex officio να χρησιμοποιήσουν τη θέση τους για να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα και να στηρίξουν το «ευνοούμενό» τους μέρος σε μια διαμάχη (ή να βλάψουν εκείνο το μέρος που θεωρούν ότι αντιτίθεται περισσότερο στην ατζέντα τους). Επιπλέον η νομιμότητα του Συμβουλίου Ασφαλείας υφίσταται ανεπανόρθωτη βλάβη από το γεγονός ότι ένα μόνιμο μέλος του μπορεί να ασκήσει ανεμπόδιστα πολεμική βία καθώς είναι σε θέση να εμποδίσει μια καταδικαστική απόφαση εναντίον του. Με άλλα λόγια το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει δυο «δομικά σφάλματα»: το ότι κάθε μέλος του μπορεί να είναι δικαστής στη δική του υπόθεση, κάτι που αντιβαίνει προς την αρχή nemo iudex in causa sua (κανείς δεν μπορεί να είναι δικαστής σε δική του υπόθεση), και το ότι το δικαίωμα της αρνησικυρίας των μονίμων μελών θεσμοθετεί τη σύγκρουση συμφερόντων.
Η τρέχουσα δομή του Συμβουλίου Ασφαλείας δεν είναι λοιπόν απλώς πολιτικά ατελής, αλλά και δομικά χωρίς ηθική νομιμοποίηση ως κριτής δίκαιου πολέμου – όχι επειδή είναι μόνο τυπική, αλλά επειδή δεν πληροί ούτε καν τις υλικές προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν την τυπική της νομιμοποίηση ως εξουσία. Διεκδικεί τα δικαιώματα του princeps χωρίς να αποδέχεται τις υποχρεώσεις του.
Αυτό εξηγεί γιατί καταστάσεις όπως η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία και η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν φαίνονται τόσο αδιέξοδες: η διεθνής κοινότητα διαισθάνεται ότι υφίσταται μεν ένα ηθικό κριτήριο που καταδικάζει την πρώτη και νομιμοποιεί τη δεύτερη, αλλά δεν μπορεί να το αρθρώσει μέσα στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, επειδή αυτό το πλαίσιο έχει εγκαταλείψει σιωπηλά την ουσιαστική βάση που θα του προσέδιδε το αναγκαίο και απαιτούμενο κύρος.