Το πρώτο στοιχείο μιας τέτοιας πολιτικής είναι η ταχύτητα. Στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η Τουρκία έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να δημιουργήσει καταστάσεις μέσω αιφνιδιαστικών κινήσεων, από γεωτρήσεις έως στρατιωτικές αναπτύξεις, η αδράνεια λειτουργεί υπέρ εκείνου που δρα πρώτος. Η ελληνική απάντηση όφειλε να έχει το ίδιο χαρακτηριστικό: αποφασιστική πρωτοβουλία που αιφνιδιάζει. Η άμεση στρατηγική κίνησή της σηματοδοτεί σαφώς ότι η ασφάλεια της Κύπρου και της ευρύτερης περιοχής αποτελεί ζήτημα ευρωπαϊκής και νατοϊκής σταθερότητας, όχι διμερές ελληνοτουρκικό πρόβλημα.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα κρίσιμο πλεονέκτημα που είναι η γεωγραφία της. Το τόξο Κρήτης – Καρπάθου – Ρόδου αποτελεί τον φυσικό άξονα που συνδέει το Αιγαίο με την Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάπτυξη συστημάτων αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας μεγάλης εμβέλειας, όπως οι Patriot, στην Κάρπαθο έχει άμεση στρατηγική σημασία. Δεν πρόκειται για επιθετική ενέργεια, αλλά για κίνηση αμυντικής θωράκισης που εδράζεται απολύτως στο διεθνές δίκαιο και στις συμμαχικές υποχρεώσεις της χώρας. Ένα τέτοιο σύστημα δημιουργεί ζώνη αεράμυνας που καλύπτει μεγάλο μέρος της Ανατολικής Μεσογείου και λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας απέναντι σε κάθε προσπάθεια στρατιωτικής πίεσης.
Η επιλογή της Καρπάθου έχει συγκεκριμένη λογική. Βρίσκεται σε σημείο που επιτρέπει την επιτήρηση και προστασία του θαλάσσιου χώρου μεταξύ Αιγαίου και Κύπρου, ενώ ταυτόχρονα εντάσσεται φυσικά στη δομή αεράμυνας του ΝΑΤΟ. Με άλλα λόγια, η κίνηση αυτή δεν είναι μόνο μια εθνική πρωτοβουλία στενά ελληνικού χαρακτήρα, αλλά αποτελεί ενίσχυση της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας. Σε μια περίοδο όπου το ΝΑΤΟ επαναξιολογεί τη στρατηγική του παρουσία από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο, μια τέτοια πρωτοβουλία έχει σαφή επιχειρησιακή και πολιτική λογική.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα έχει και μια ιστορική και νομική ευθύνη απέναντι στον κυπριακό ελληνισμό. Οι Συνθήκες Εγγύησης του 1960, ανεξαρτήτως της πολιτικής τους ερμηνείας σήμερα, καθιέρωσαν την Ελλάδα ως μία από τις εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει στρατιωτική επιβολή, αλλά δημιουργεί ένα θεσμικό πλαίσιο πολιτικής και στρατηγικής ευθύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της περιφερειακής άμυνας που προστατεύει τον χώρο μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου αποτελεί όχι μόνο δικαίωμα αλλά και στοιχείο εθνικού καθήκοντος.
Η σημασία μιας τέτοιας κίνησης είναι και πολιτική. Η Τουρκία έχει βασίσει σε μεγάλο βαθμό τη στρατηγική της στην εκτίμηση ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κινούνται αργά και ότι οι περισσότερες αντιδράσεις εξαντλούνται σε δηλώσεις. Η άμεση ελληνική πρωτοβουλία, πλήρως εναρμονισμένη με τις συμμαχικές υποχρεώσεις της χώρας, ανατρέπει αυτή την αντίληψη. Ο αιφνιδιασμός δεν είναι στρατιωτικός, αλλά πολιτικο-στρατηγικός: η αλλαγή της πραγματικότητας πριν προλάβει να δημιουργηθεί κρίση.
Η στρατηγική αποτροπή λειτουργεί ακριβώς έτσι. Δεν στηρίζεται στην κλιμάκωση, αλλά στην προληπτική ισορροπία ισχύος. Όταν ένα κράτος δείχνει ότι διαθέτει την ικανότητα και τη βούληση να προστατεύσει τον χώρο ευθύνης του, η πιθανότητα σύγκρουσης μειώνεται. Η σταθερότητα προκύπτει από την καθαρότητα των συσχετισμών, όχι από την ασάφεια.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια γεωπολιτική θέση όπου η παθητικότητα ισοδυναμεί με απώλεια επιρροής. Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται σε χώρο ενεργειακού, στρατηγικού και στρατιωτικού ανταγωνισμού. Σε αυτό το περιβάλλον, οι χώρες που διαμορφώνουν την ατζέντα είναι εκείνες που ενεργούν πρώτες και με σαφή στόχο. Η ανάπτυξη μιας ισχυρής αμυντικής παρουσίας στο τόξο της νοτιοανατολικής Ελλάδας είναι ένα τέτοιο μήνυμα: ότι η ασφάλεια της περιοχής δεν θα καθοριστεί από τετελεσμένα αλλά από ισορροπία και στρατηγική διορατικότητα.
Η ιστορία της περιοχής δείχνει ότι τα κενά ισχύος δεν μένουν ποτέ κενά για πολύ. Κάποιος τα καλύπτει. Το ερώτημα για την Ελλάδα δεν ήταν αν θα υπάρξει κίνηση, αλλά ποιος θα την κάνει πρώτος. Και σε μια περίοδο γεωπολιτικής ρευστότητας, η άμεση πρωτοβουλία είναι συχνά το πιο αποτελεσματικό εργαλείο ειρήνης.