Οι πρόσφατες εμπρηστικές επιθέσεις σε εβραϊκούς στόχους στο Λονδίνο –συναγωγές στο βορειοδυτικό Λονδίνο, ένα πρώην κτίριο εβραϊκής φιλανθρωπικής οργάνωσης, ακόμη και τα ασθενοφόρα μιας εβραϊκής εθελοντικής υπηρεσίας υγείας– οδήγησαν τον Αρχιραβίνο της Βρετανίας, σερ Εφραίμ Μίρβις, να μιλήσει δημόσια για μια «συνεχή εκστρατεία βίας και εκφοβισμού» που «αποκτά δυναμική». Η εκτίμησή του δεν είναι υπερβολική: η αντιτρομοκρατική αστυνομία ερευνά σειρά εμπρησμών και απόπειρων εμπρησμού σε εβραϊκά κτίρια στο Λονδίνο, ενώ ορισμένες από τις επιθέσεις συνδέονται – τουλάχιστον σε επίπεδο προπαγάνδας – με οργάνωση που συνδυάζει ισλαμιστικό λόγο και φιλοϊρανική ρητορική.
Παράλληλα, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του Community Security Trust (CST) δείχνουν ότι το 2023 καταγράφηκαν 4.296 αντισημιτικά περιστατικά στο Ηνωμένο Βασίλειο – ο υψηλότερος ετήσιος αριθμός που έχει καταγραφεί ποτέ – ενώ το 2024 ο αριθμός έφτασε τα 3.528 περιστατικά, τη δεύτερη υψηλότερη ετήσια καταγραφή στην ιστορία του οργανισμού. Παρότι το 2024 εμφανίζει πτώση περίπου 18% σε σχέση με το 2023, ο συνολικός αριθμός παραμένει 56% υψηλότερος από τον τρίτο μεγαλύτερο ετήσιο αριθμό (2.261 περιστατικά το 2021), στοιχείο που δείχνει ότι δεν πρόκειται για παροδική «έκρηξη» αλλά για παγιωμένη κλιμάκωση.
Η παλαιότερη εικόνα της βρετανικής ιδιαιτερότητας – η ιδέα ότι η Βρετανία, σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ευρώπη, γνώρισε μόνο «ήπιες» μορφές αντισημιτισμού, χωρίς μαζική βία – δυσκολεύεται πλέον να σταθεί. Για δεκαετίες, ένα μέρος της ιστοριογραφίας υπογράμμιζε την αγγλική φιλελεύθερη παράδοση, την απουσία σύγχρονων πογκρόμ και τη σχετικά επιτυχημένη κοινωνική ενσωμάτωση της εβραϊκής κοινότητας, προτείνοντας μια σχεδόν καθησυχαστική αφήγηση: σε σύγκριση με τη Γερμανία ή τη Γαλλία, η Βρετανία εμφανιζόταν ως χώρος ασφάλειας για τους Εβραίους.
Από τα τέλη όμως της δεκαετίας του 1980 και μετά, μια νέα γενιά ιστορικών άρχισε να αποδομεί αυτή την εικόνα. Ο Tony Kushner, για παράδειγμα, έδειξε ότι ο αντισημιτισμός ήταν μια διαρκής, αν και συχνά χαμηλής έντασης, μορφή προκατάληψης στη βρετανική κοινωνία ακόμη και στην περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η χώρα εμφανιζόταν διεθνώς ως αντίπαλος του ναζισμού.[1] Ο David Feldman ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο η βρετανική μεταναστευτική πολιτική και οι δημόσιες συζητήσεις για τους εβραίους μετανάστες ενσωμάτωναν σταθερά – έστω και σε «ευπρεπή» μορφή – αντισημιτικά στερεότυπα και ανησυχίες.[2]
Παράλληλα, μελετητές όπως ο Bryan Cheyette έδειξαν ότι η αγγλική λογοτεχνία και ο δημόσιος λόγος παρήγαγαν σταθερά μορφές που ενέτασσαν την εβραϊκή κοινότητα στη σφαίρα του «άλλου»: ο «Εβραίος» ως φιγούρα «άλλου», άλλοτε εξιδανικευμένου κοσμοπολίτη, άλλοτε δαιμονοποιημένου τοκογλύφου, πάντοτε όμως με τρόπο που να σηματοδοτεί διαφορετικότητα και να υπονοεί ότι δεν ανήκει πλήρως στο φαντασιακό της «εθνικής κοινότητας».[3] Όπως έχει επισημάνει ο Todd Endelman, αυτή η στροφή της ιστοριογραφίας σήμανε το τέλος μιας σχεδόν αγιογραφικής ανάγνωσης της «αγγλικής ανοχής» και ανέδειξε την ανθεκτικότητα του αντισημιτισμού, έστω σε διαφορετικές, κοινωνικά αποδεκτές εκδοχές.[4]
Η σημερινή συγκυρία – με καταγεγραμμένα περιστατικά μίσους και στοχευμένους εμπρησμούς σε συναγωγές – επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό αυτήν τη κριτική ιστορική ανάγνωση. Από τη μια πλευρά, οι βρετανικοί θεσμοί συνεχίζουν να προβάλλουν ένα ισχυρό φιλελεύθερο αντιρατσιστικό προφίλ: μετά τις πρόσφατες επιθέσεις, τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση καταδίκασαν απερίφραστα τον αντισημιτισμό, εξαγγέλλοντας αυξημένη αστυνόμευση γύρω από χώρους λατρείας και σχολεία, καθώς και επιπλέον χρηματοδότηση για την προστασία των χώρων θρησκευτικής λατρείας.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια η ανάγκη να συζητούμε για «εκστρατεία βίας» εναντίον των Εβραίων, σε μια χώρα που θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα σχετικά «ασφαλής», θυμίζει ότι ο αντισημιτισμός δεν εξαφανίστηκε, αλλά προσαρμόστηκε σε νέα συμφραζόμενα. Σήμερα, σημαντικό μέρος των περιστατικών συνδέεται με την έκρηξη έντασης στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα με την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον πόλεμο που ακολούθησε. Σύμφωνα με τα στοιχεία του CST, το 2024, σε περισσότερο από το μισό των καταγεγραμμένων περιστατικών, το λεξιλόγιο και η ρητορική σχετίζονταν με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αναμειγνύοντας αντι-ισραηλινό λόγο με αντισημιτικές εκφράσεις και στερεότυπα.
Εδώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο σημείο, τόσο πολιτικό όσο και θεωρητικό: η διάκριση ανάμεσα στην εύλογη κριτική της ισραηλινής κρατικής πολιτικής και στη δαιμονοποίηση των Εβραίων ως συλλογικής οντότητας. Η πρώτη είναι απολύτως θεμιτή σε μια δημοκρατία· η δεύτερη αποτελεί κλασική μορφή αντισημιτισμού. Στη βρετανική δημόσια σφαίρα, ιδίως στα χρόνια πριν και μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, είδαμε πώς ο πολιτικός λόγος, ακόμη και μέσα σε μεγάλα κόμματα όπως το Εργατικό Κόμμα, δυσκολεύτηκε να διαχειριστεί αυτή τη διάκριση, με αποτέλεσμα να υπάρξουν επανειλημμένες καταγγελίες για αντισημιτισμό που έπληξαν βαθιά την εμπιστοσύνη της εβραϊκής κοινότητας προς το πολιτικό σύστημα.
Την ίδια ώρα, η ψηφιακή σφαίρα λειτουργεί ως επιταχυντής: επιτρέπει τη μετάδοση θεωριών συνωμοσίας, τη στοχοποίηση εβραϊκών προσώπων και θεσμών και τη διασύνδεση εγχώριων πηγών μίσους με διεθνή δίκτυα ριζοσπαστικοποίησης. Οι πρόσφατες επιθέσεις στο Λονδίνο, όπου εβραϊκές δομές παρουσιάστηκαν ως «νόμιμοι» στόχοι ενός ευρύτερου «πολέμου» κατά του Ισραήλ ή της Δύσης, δείχνουν πώς το παλιό στερεότυπο του Εβραίου ως συμβόλου ενός παγκόσμιου «εχθρού» βρίσκει νέα, βίαιη έκφραση μέσα σε ένα μεταπολεμικό, ψηφιακά διαμεσολαβημένο περιβάλλον.
Αν δούμε τη σημερινή κατάσταση μέσα από αυτό το ιστορικό βάθος, η δήλωση του Αρχιραβίνου ότι η «εκστρατεία βίας και εκφοβισμού» αποκτά δυναμική λειτουργεί ως διπλό καμπανάκι. Πρώτον, ως προειδοποίηση ασφαλείας: η μετάβαση από τη λεκτική κακοποίηση και τη διαδικτυακή παρενόχληση σε εμπρησμούς συναγωγών και εβραϊκών ιδρυμάτων σημαίνει ότι η απειλή δεν είναι πλέον μόνο συμβολική. Δεύτερον, ως υπενθύμιση ιστορικής ευθύνης: κάθε φορά που η βρετανική κοινωνία αντιλαμβάνεται τον αντισημιτισμό ως «εξαίρεση» ή ως «εισαγόμενο πρόβλημα», υποτιμά την έκταση στην οποία η ίδια της η ιστορία είναι σημαντικό μέρος του προβλήματος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Βρετανία δεν διαθέτει ισχυρές αντιρατσιστικές και δημοκρατικές παραδόσεις, ούτε ότι η εμπειρία των Εβραίων στη χώρα ήταν ταυτισμένη με τους διωγμούς της ηπειρωτικής Ευρώπης. Σημαίνει όμως ότι η ασφάλεια και η αναγνώριση που κέρδισε η εβραϊκή κοινότητα δεν ήταν ποτέ αυτονόητες ούτε «φυσικές», αλλά αποτέλεσμα ιστορικών αγώνων, πολιτικών θεσμικών επιλογών και μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης της θέσης της στην εθνική φαντασία.
Σήμερα, όταν πολλά περιστατικά μίσους καταγράφονται σε ετήσια βάση και συναγωγές δέχονται εμπρηστικές επιθέσεις, η συζήτηση για τον αντισημιτισμό στη Βρετανία δεν μπορεί να εξαντλείται σε τεχνικές συζητήσεις για τη νομοθεσία περί εγκλημάτων μίσους ή στην – απαραίτητη αλλά όχι επαρκή – ρητορική καταδίκης από την πολιτική ηγεσία. Χρειάζεται μια ειλικρινής σύγκρουση με την ιστορική μνήμη: αναγνώριση ότι ο αντισημιτισμός υπήρξε και παραμένει δομικό στοιχείο της βρετανικής κοινωνικής και πολιτικής ζωής, έστω με μεταβαλλόμενες μορφές, και ότι η αντιμετώπισή του απαιτεί όχι μόνο αστυνομικά μέτρα, αλλά εκπαιδευτικές, πολιτισμικές και πολιτικές παρεμβάσεις μεγάλης διάρκειας.
Αν κάτι μας δείχνει η σημερινή «δυναμική» του αντισημιτισμού στη Βρετανία είναι ότι το ερώτημα δεν αφορά μόνο το μέλλον της εβραϊκής κοινότητας στη χώρα, αλλά και την ποιότητα της ίδιας της βρετανικής δημοκρατίας. Το πώς θα απαντήσει η κοινωνία σε αυτή την πρόκληση θα κρίνει αν η Βρετανία θα συνεχίσει να μπορεί να παρουσιάζεται – όχι ρητορικά αλλά ουσιαστικά – ως χώρος ασφάλειας και δικαιοσύνης για τις μειονότητες ή αν ο αντισημιτισμός θα αποτελεί, ξανά, ένα από τα πιο σκοτεινά συμπτώματα μιας βαθύτερης κρίσης δημοκρατικής συνοχής.
[1] Anglo-Jewry since 1066: Place, locality and memory Paperback – 1 Dec. 2011 by Tony Kushner
[2] Englishmen & Jews: Social Relations and Political Culture, 1840-1914 Hardcover – 2 Mar. 1994 by David Feldman
[3] Constructions of 'the Jew' in English Literature and Society: Racial Representations, 1875-1945 Paperback – 29 Jan. 2010 by Bryan Cheyette
[4] The Jews of Britain, 1656 to 2000: Volume 3 (Jewish Communities in the Modern World) Paperback – 1 Mar. 2002 by Todd M. M. Endelman