Η βρετανική μοναρχία επιβιώνει όχι επειδή κυβερνά, αλλά επειδή συμβολίζει. Κατά τον Walter Bagehot[1], η δύναμή της έγκειται στο «μαγικό» και στην «αξιοπρεπή και συμβολική της διάσταση» που την περιβάλλει — στην ικανότητά της να προκαλεί συναισθηματική προσκόλληση πέρα από την πολιτική σύγκρουση. Όμως αυτό το «μαγικό» προϋποθέτει μια άγραφη συμφωνία: ότι τα πρόσωπα που ενσαρκώνουν το θεσμό θα κινούνται εντός ενός ηθικού ορίου υψηλότερου από τον μέσο πολιτικό. Όταν αυτό το όριο παραβιάζεται επανειλημμένως και, κυρίως, όταν η παραβίαση συνδέεται με υποψίες κατάχρησης θέσης ή σκοτεινές διασυνδέσεις, το σύμβολο απογυμνώνεται.
Η υπόθεση Άντριου δεν γεννήθηκε με τη σύλληψη. Εδώ και χρόνια, η σχέση του με τον Τζέφρι Έπστιν είχε δημιουργήσει ένα υπόστρωμα καχυποψίας. Η αποχώρησή του από τα επίσημα καθήκοντα δεν λειτούργησε ως κάθαρση αλλά ως αναστολή. Το ζήτημα δεν εξαφανίστηκε· μετατέθηκε. Τώρα, με τη νομική διαδικασία να επανέρχεται στο προσκήνιο, η μοναρχία δεν αντιμετωπίζει μόνο ένα επικοινωνιακό πρόβλημα, αλλά μια κρίση νομιμοποίησης. Διότι σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ[2], κάθε εξουσία —ακόμη και συμβολική— στηρίζεται σε ένα είδος πίστης: είτε στην παράδοση, είτε στη χαρισματική αυθεντία, είτε στη θεσμική νομιμότητα που εδράζεται στον νόμο. Η βρετανική μοναρχία συνδυάζει το παραδοσιακό με το χαρισματικό. Αν όμως η παράδοση συνδεθεί με σκάνδαλα και το χάρισμα με αλαζονεία, τότε η πίστη αποδυναμώνεται.
Η ζημία για το θεσμό δεν είναι μηχανική ούτε άμεση. Η κρίση δεν συνεπάγεται αυτομάτως θεσμική ρήξη με το μοντέλο της συνταγματικής μοναρχίας. Η μοναρχία στο Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτει μακρά θεσμική συνέχεια και σημαντικά ποσοστά υποστήριξης. Όμως οι θεσμοί δεν καταρρέουν απαραίτητα απότομα· συχνά φθείρονται σταδιακά, μέσα από διαδοχικές μικρές ρωγμές. Η υπόθεση Άντριου είναι μια τέτοια ρωγμή — ίσως όχι καταλυτική από μόνη της, αλλά ενταγμένη σε μια αλληλουχία κρίσεων που ξεκινά από το annus horribilis του 1992, περνά από τη διαχείριση του θανάτου της Νταϊάνα, φτάνει στις εντάσεις γύρω από τον Χάρι και τη Μέγκαν και κορυφώνεται τώρα σε ποινικό επίπεδο.
Η ειρωνεία είναι ότι η ίδια η σύλληψη μπορεί να λειτουργήσει διττά. Από τη μία, επιβεβαιώνει ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου — ένα μήνυμα δημοκρατικής ωριμότητας. Από την άλλη, υπενθυμίζει ότι για χρόνια υπήρξε μια γκρίζα ζώνη γύρω από τον Άντριου, όπου η ιδιότητα του βασιλικού προσώπου έμοιαζε να δημιουργεί ένα άτυπο προστατευτικό κέλυφος. Η καθυστερημένη λογοδοσία δεν ακυρώνει τη ζημία που ήδη έχει συντελεστεί στην κοινή αντίληψη.
Το βαθύτερο ζήτημα είναι αν η μοναρχία μπορεί να συνεχίσει να προβάλλεται ως «υπεράνω πολιτικής», όταν η δημόσια συζήτηση γύρω της γίνεται όλο και πιο πολιτικοποιημένη. Κάθε σκάνδαλο μετατρέπεται σε επιχειρηματολογία για τους υπέρμαχους της δημοκρατικής μεταρρύθμισης. Οι νεότερες γενιές, λιγότερο δεμένες με την παράδοση και πιο ευαίσθητες σε ζητήματα ηθικής συνέπειας, ενδέχεται να δουν στην υπόθεση αυτή όχι ένα ατυχές περιστατικό, αλλά σύμπτωμα ενός παρωχημένου συστήματος προνομίων.
Ο Κάρολος Γ΄ επιχειρεί να προωθήσει ένα «εξορθολογισμένο» μοντέλο βασιλικής οικογένειας, περιορίζοντας τον αριθμό των ενεργών μελών και δίνοντας έμφαση στη διαφάνεια. Ωστόσο, η υπόθεση Άντριου υπενθυμίζει ότι οι θεσμοί δεν κρίνονται μόνο από τις μεταρρυθμίσεις τους, αλλά από τα πρόσωπα που φέρουν το βάρος τους. Αν το κοινό πειστεί ότι το Παλάτι αντιμετωπίζει το ζήτημα με καθαρότητα και απόσταση, η ζημία μπορεί να απορροφηθεί. Αν όμως κυριαρχήσει η αίσθηση αυτοπροστασίας, η φθορά θα αποκτήσει δομικό χαρακτήρα.
Η βρετανική μοναρχία έχει επιβιώσει από πολέμους, επαναστάσεις και αυτοκρατορική συρρίκνωση. Το ερώτημα σήμερα δεν είναι αν θα καταρρεύσει άμεσα, αλλά αν μπορεί να διατηρήσει την ηθική της υπεροχή — εκείνο το άυλο κεφάλαιο που την καθιστά αποδεκτή σε μια κοινωνία που δεν τη χρειάζεται για να κυβερνηθεί. Η υπόθεση Άντριου δοκιμάζει ακριβώς αυτό: το αν ο θεσμός μπορεί να παραμείνει σύμβολο ενότητας όταν ένα από τα πρόσωπά του μετατρέπεται σε σύμβολο αμφισβήτησης.
Σε τελευταία ανάλυση, η μεγαλύτερη απειλή για τη μοναρχία δεν είναι η νομική έκβαση της υπόθεσης. Είναι η μετατόπιση της συλλογικής φαντασίας. Αν ο θρόνος πάψει να προκαλεί σεβασμό και αρχίσει να προκαλεί κυνισμό, τότε η ζημία δεν θα είναι στιγμιαία — θα είναι υπαρξιακή.
[1] Bagehot, Walter. The English Constitution. Edited by Miles Taylor. Oxford: Oxford University Press, 2001.
[2] Weber, Max. “The Three Types of Legitimate Rule.” In Economy and Society, edited by Guenther Roth and Claus Wittich. Berkeley: University of California Press, 1978.