Ι.
Τι θα γινόταν αν ο Τριαντόπουλος δεν ήταν υπουργός και ήταν οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος λειτουργός;
Με βάση την ισχύουσα (και πάγια) ποινική δικονομία, η μήνυση του ΠΑΣΟΚ για το αδίκημα της πλημμεληματικής παράβασης καθήκοντος θα έφτανε στα χέρια ενός αντεισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος θα τη χρέωνε σε έναν προανακριτή (δηλαδή πρώην πταισματοδίκη) με την εντολή να κάνει προκαταρκτική εξέταση, δηλαδή να πάρει καταθέσεις από τους προτεινόμενους μάρτυρες. Όπως συχνά συμβαίνει τελευταία, επειδή η δουλειά του πρώην πταισματοδίκη είναι απολύτως διεκπεραιωτική, οι μάρτυρες θα εμφανίζονταν με την κατάθεσή τους προδιατυπωμένη και αποθηκευμένη σε ένα στικάκι ώστε εύκολα να αποτυπωθεί στο χαρτί. Ούτε ερωτήσεις ούτε τίποτα.
Από τη μεριά του, ο ύποπτος θα έφερνε τους δικούς του μάρτυρες, που θα «εξετάζονταν» με τον ίδιο τρόπο και θα προσκόμιζε τα χαρτιά του μαζί με μια έγγραφη απολογία, επί της οποίας πάλι δεν προβλέπεται καμία διαδικασία εξέτασης. Μετά η δικογραφία θα χρεωνόταν και πάλι σε έναν αντεισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος θα αποφάσιζε ότι η υπόθεση πρέπει να πάει στο ακροατήριο. Ούτε προανακρίσεις ούτε ανακρίσεις ούτε τίποτε. Ως «απόφασή του» λογίζεται, στην πράξη, η ξερή αναγραφή της λέξης «ακροατήριο» στο εξώφυλλο της δικογραφίας συνοδευόμενη από τον αριθμό του άρθρου του ποινικού κώδικα που τυποποιεί την παράβαση καθήκοντος. Ούτε πόρισμα ούτε κείμενο ούτε τίποτα.
Αυτή η ενέργεια σημαίνει «ασκήθηκε ποινική δίωξη» και μετατρέπει τον ύποπτο σε κατηγορούμενο, ο οποίος χωρίς άλλη ενδιάμεση διαδικασία θα βρεθεί στο ακροατήριο αντιμέτωπος με ένα κατηγορητήριο λίγο-πολύ αντιγραφή της μήνυσης.
ΙΙ.
Τι γίνεται τώρα που ο ύποπτος Τριαντόπουλος είναι υπουργός;
«Μηνυτές» είναι και πάλι οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Η Βουλή γίνεται «πταισματοδίκης», που διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση με ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή (τη λεγόμενη «προανακριτική») και η ολομέλεια της Βουλής γίνεται «εισαγγελέας» που αποφασίζει την ποινική δίωξη. Γιατί γίνονται όλα αυτά; Διότι το Σύνταγμα (καλώς ή κακώς) λέει ότι ο υπουργός διαθέτει ως θεσμική εγγύηση το προνόμιο να του ασκείται δίωξη μόνο αν το αποφασίσει η Βουλή. Επηρεάζει σε τίποτα τη Βουλή αν ο υπουργός δηλώσει ότι δεν θέλει να προστατευτεί από το προνόμιό του; Φυσικά και όχι. Η Βουλή, ανεξαρτήτως της επιθυμίας του υπουργού, μπορεί είτε να ασκήσει είτε να μην ασκήσει τη δίωξη. Ώς εδώ όλα καλά.
ΙΙΙ.
Το «ζουμί»:
Επηρεάζεται η μετέπειτα απονομή της δικαιοσύνης, αν η βουλή ως πταισματοδίκης/εισαγγελέας αποφασίσει την ποινική δίωξη του υπουργού τηρώντας με συνοπτικό τρόπο την παραπάνω διαδικασία (συγκρότηση επιτροπής, σύνταξη πορίσματος, απόφαση ολομέλειας), ιδίως, μάλιστα, αν η δίωξη ασκηθεί με πλήρη αποδοχή του νομικού και πραγματικού περιεχομένου της «μήνυσης» των 30 βουλευτών; Ας σημειωθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση/μήνυση του ΠΑΣΟΚ είναι ιδιαίτερα αναλυτική και εμπεριστατωμένη με επίκληση εγγράφων και μαρτύρων.
Η απάντηση είναι «όχι δεν επηρεάζει, τουναντίον».
Το γιατί δεν επηρεάζει βρίσκεται σε όσα προβλέπει ο νόμος περί ευθύνης υπουργών (3126/2003). Εκεί ορίζεται ότι, ακόμη και για πλημμελήματα, ακολουθείται η διαδικασία της ποινικής δικονομίας για την παραπομπή των κακουργημάτων στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα, συγκροτείται πενταμελές δικαστικό συμβούλιο με τρεις αρεοπαγίτες και δύο συμβούλους του ΣτΕ (άρθρο 8), ορίζεται ανακριτής και διενεργείται κύρια ανάκριση (άρθρο 10). Ο αρεοπαγίτης ανακριτής (όπως κάθε κοινός ανακριτής, άρθρο 10 παρ.4) έχει πλήρη ελευθερία εξέτασης μαρτύρων, συλλογής στοιχείων και γενικά διενέργειας κάθε ανακριτικής πράξης χωρίς να δεσμεύεται ούτε από το πόρισμα της κοινοβουλευτικής επιτροπής ούτε από τη δικογραφία που διαβίβασε η Βουλή ούτε από την απόφαση της ολομέλειας για τη δίωξη. Μετά το τέλος της ανάκρισης, παραπομπή του υπουργού στο ακροατήριο αποφασίζεται από το δικαστικό συμβούλιο με βούλευμα (άρθρο 12), το οποίο προσδιορίζει επακριβώς τις πράξεις και αποτελεί το «κατηγορητήριο». Είναι αυτονόητο ότι μπορεί να διαφέρει από την απόφαση της ολομέλειας της Βουλής για τη δίωξη, αφού η δικογραφία θα έχει στο μεταξύ εμπλουτιστεί με το ανακριτικό υλικό.
Με δυο κουβέντες: στη δίκη των κοινών πλημμελημάτων των κοινών θνητών κομβικό ρόλο παίζει το κατηγορητήριο που θα συντάξει ο εισαγγελέας έπειτα από μια διεκπεραιωτική προκαταρκτική εξέταση και τίποτε άλλο. Αντιθέτως, στα κοινά πλημμελήματα των υπουργών η δίκη στο ακροατήριο οριοθετείται από την ανάκριση και το βούλευμα που ακολουθούν τη δίωξη της Βουλής.
IV.
Κλείνω με μερικά περιφερειακά.
Είναι αυτονόητο ότι το δικαστικό συμβούλιο μπορεί να αναβαθμίσει την όποια πλημμεληματική δίωξη της Βουλής σε κακούργημα χωρίς να απαιτείται η επιστροφή της δικογραφίας στη Βουλή.
Επίσης, αν η ανάκριση με το αυξημένο κύρος της εντοπίσει ευθύνες κι άλλου μέλους της κυβέρνησης οφείλει να ειδοποιήσει τη Βουλή ώστε η τελευταία να αποφασίσει την επιπλέον δίωξη. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στην προκειμένη υπόθεση του μπαζώματος, η κυβερνητική πλειοψηφία της Βουλής είναι εγκλωβισμένη: θα αναγκαστεί να ασκήσει τη δίωξη με την ίδια συνοπτικότητα.
Τέλος, ο Τριαντόπουλος, στη διαδικασία που ακολουθεί τη δίωξη της Βουλής, δεν έχει κανένα περιθώριο παρέμβασης ως προς την πρόοδό της. Δηλαδή δεν μπορεί να ζητήσει, για παράδειγμα, την απευθείας παραπομπή του στο ειδικό δικαστήριο.
V.
Το διά ταύτα:
Η επίσπευση της δίωξης Τριαντόπουλου δεν παραβιάζει ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα του άρθρου 86 του Συντάγματος και του ισχύοντος νόμου για την ποινική ευθύνη των υπουργών. Απεναντίας, μάλιστα, δικαιοπολιτικά βρίσκεται εγγύτερα στο καθολικό αίτημα η ποινική ευθύνη των υπουργών να είναι δουλειά περισσότερο της δικαιοσύνης και λιγότερο της πολιτικής.