Σύνδεση συνδρομητών

Να ξαναγίνει υποχρεωτικό το μάθημα των θρησκευτικών;

Σάββατο, 01 Μαρτίου 2014 02:00

Σταύρος Γιαγκάζογλου, Αθανάσιος Νευροκοπλής, Γεώργιος Στριλιγκάς (επιμ.), Τα Θρησκευτικά στο σύγχρονο σχολείο. Ο διάλογος και η κριτική για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου, Αρμός, Αθήνα 2013, 514 σελ.

Μπορεί το νέο πρόγραμμα σπουδών να επαναφέρει την υποχρεωτικότητα του μαθήματος των Θρησκευτικών; Το ερώτημα είναι κρίσιμο, ιδίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου είναι έντονη η δυσανεξία σε κάθε έκφραση δημιουργικής πνοής του θρησκευτικού συναισθήματος, όπου η αγιογραφία οφείλει να παραμένει προσκολλημένη στη γνωστή μας τυποποίηση ή, εσχάτως, στο κιτς για ρώσους τουρίστες, όπου η λοιπή θρησκευτική ζωγραφική δεν έχει να επιδείξει τίποτε μετά τον Πεντζίκη, όπου ως εκκλησιαστική αρχιτεκτονική αναγνωρίζεται μόνο η μεταβυζαντινή τούρτα και όπου η μουσική δεν λέει να ξεκολλήσει από την υμνογραφία ή να εισέλθει στους ναούς.

 

Το υπό συζήτηση βιβλίο δίνει άλλη μία αφορμή για τη νομική αξιολόγηση του μαθήματος των Θρησκευτικών, δηλαδή για τον εντοπισμό και την ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων που διέπουν τη διδασκαλία του μαθήματος. Θα μας απασχολήσει ιδίως αν το εγκεκριμένο νέο Πρόγραμμα Σπουδών, που πιλοτικά εφαρμόζεται ήδη από το σχολικό έτος 2011-12, εισφέρει οποιαδήποτε καινούργια οπτική στη συζήτηση για την υποχρεωτικότητα του μαθήματος. Υπενθυμίζεται ότι η υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος (όχι χωρίς παλινδρομήσεις) στην πράξη έχει καταργηθεί από το 2008 με εγκύκλιο του υπουργείου Παιδείας, η οποία δίνει δικαίωμα απαλλαγής από την παρακολούθηση σε κάθε μαθήτρια ή μαθητή που προσκομίζει μια απλή υπεύθυνη δήλωση των γονέων της/του ότι δεν επιθυμούν την παρακολούθηση, επικαλούμενοι λόγους συνείδησης ή θρησκευτικής πεποίθησης. Η διαδικασία δεν αφορά μόνο όσους «αποδεδειγμένα» ανήκουν σε άλλη θρησκεία ή σε άλλο δόγμα και δεν απαιτεί οποιαδήποτε αιτιολογία ή πανηγυρικότητα στη δήλωση-αίτηση απαλλαγής, η οποία αυτομάτως γίνεται αποδεκτή.

Οι εισηγητές του Νέου Προγράμματος επέλεξαν εξ αρχής μία απολύτως κατανοητή, συμβιβαστική και συναινετική θέση, καθώς βρίσκονταν ανάμεσα σε δεδομένες συμπληγάδες.

Από τη μια η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, εν μέρει του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) και ιδίως του Συνήγορου του Πολίτη και της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, έχουν χαρακτηρίσει το μάθημα, όπως σήμερα διδάσκεται, ως ομολογιακού ή κατηχητικού χαρακτήρα, πράγμα που συνεπάγεται, αφ’ ενός, ότι η υποχρεωτικότητα της διδασκαλίας του προσκρούει στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης όσων δεν ασπάζονται τη συγκεκριμένη ομολογία, αφ’ ετέρου, ότι η μόνη σίγουρη διέξοδος για την υποχρεωτική διδασκαλία είναι η μετατροπή του μαθήματος σε αμιγώς θρησκειολογικό με ουδέτερο πρόσημο αντιμετώπισης των επιμέρους θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Από την άλλη, συντηρητικοί θεολογικοί κύκλοι υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια το σημερινό στάτους του μαθήματος, ακριβώς επειδή πιστεύουν ότι αυτό είναι και πρέπει να παραμείνει ομολογιακό. Συχνότατα εργαλείο αυτής της υπεράσπισης είναι η καταγγελία ότι το θρησκευτικό φρόνημα οποιουδήποτε μεταρρυθμιστή εκφεύγει της ορθόδοξης πίστης και, επίσης συχνότατα, οι εισηγητές των μεταρρυθμίσεων καταγγέλλονται ως αντεθνικώς δρώντες ή ως υπηρετούντες σκοτεινά συμφέροντα εχθρών του έθνους και της ορθοδοξίας. Το πρόβλημα είναι ότι, δυστυχώς, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια οφείλει να συνυπολογίσει τέτοιες αντιδράσεις και διότι είναι πολυάριθμες και επειδή διαθέτουν καθοριστική πρόσβαση στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Τα χαρακτηριστικά του συμβιβασμού

Εν όψει των παραπάνω, ο συμβιβασμός που εισάγεται με το Νέο Πρόγραμμα σχηματικά έχει ως εξής:

Το νέο μάθημα των θρησκευτικών μπορεί να ξαναγίνει υποχρεωτικό, επειδή, κατά τους εισηγητές του, έχει αποβάλει τον ορθόδοξο ομολογιακό του χαρακτήρα, αφού κρατά μόνο ως «επίκεντρο» την ελληνορθόδοξη παράδοση του τόπου και την παράδοση της ορθόδοξης χριστιανικής εκκλησίας, έτσι ώστε ο μαθητής –ακόμη και ο μη ορθόδοξος– να γνωρίζει τη θρησκευτική παράδοση του τόπου ως «πίστη, λατρεία, ζωή, τέχνη και πολιτισμό», όπως επιγραμματικά επισημαίνει ο Σταύρος Γιαγκάζογλου στο εισηγητικό κείμενο του τόμου (σελ. 15). Περαιτέρω, επεκτείνεται στη γνώση των άλλων μεγάλων χριστιανικών παραδόσεων και καταλήγει στην επαφή και με στοιχεία άλλων θρησκειών. Σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του κειμένου των Γριζοπούλου και Καζλάρη (σ. 451), στόχος ενός τέτοιου μαθήματος οφείλει να είναι ο θρησκευτικός εγγραμματισμός των μαθητών.

Αναμφίβολα πρόκειται για μια έντιμη πρόταση με ιδιαίτερη παιδαγωγική και εκπαιδευτική αξία, η οποία διακηρύσσει την υπέρβαση της διάκρισης μεταξύ ομολογιακού και θρησκειολογικού χαρακτήρα του μαθήματος, καθώς η προσέγγιση της ορθόδοξης διδασκαλίας γίνεται με στόχο όχι την κατήχηση σε αυτήν αλλά τη γνώση αυτής. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και με ένα τέτοιο περιεχόμενο, θεωρώ ότι δεν μπορεί το μάθημα των θρησκευτικών να ξαναγίνει υποχρεωτικό.

Εξηγούμαι:

Το άρθρο 16 παρ.2 του συντάγματος ορίζει ως βασική αποστολή του κράτους την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης». Τι εστί θρησκευτική συνείδηση ορίζεται σε άλλο άρθρο, συγκεκριμένα στο 13 παρ.1 εδ.α’, το οποίο επιτάσσει το απαραβίαστο της θρησκευτικής συνείδησης. Από τη διάταξη αυτή παγίως συνάγεται ότι η θρησκευτική συνείδηση κυμαίνεται εξ ίσου αποδεκτά από το ένα άκρο της απόλυτης αθεΐας έως το άλλο άκρο της –όποιας– θρησκοληψίας.

Η συνταγματική αποστολή της κρατικής παιδείας ως προς την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, συνεπώς, οφείλει να αντιμετωπίζει ισότιμα τόσο την επιλογή της αθεΐας και του αγνωστικισμού όσο και οποιοδήποτε θρησκευτικό φρόνημα. Για να αναπτυχθεί η κατά το σύνταγμα θρησκευτική συνείδηση στο σχολείο, όμοια θέση πρέπει να αποδοθεί τόσο στην αντίληψη ότι «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών» ή ότι δεν υπάρχει θεός ή ότι δεν με ενδιαφέρει να ξέρω αν υπάρχει θεός όσο και σε οποιαδήποτε άλλη αναζήτηση που θα οδηγούσε στην παραδοχή της ύπαρξης θεού και, περαιτέρω, σε ενδεχόμενη ένταξη σε συγκεκριμένο θρησκευτικό ρεύμα.

Με άλλη διατύπωση, επειδή η θρησκευτική συνείδηση είναι, κατά το σύνταγμα, ένα απολύτως ανοιχτό πεδίο, στο οποίο η παιδεία οφείλει να βοηθήσει τον καθένα να τοποθετείται ελεύθερα σε οποιαδήποτε συντεταγμένη του, το μόνο συνταγματικά ανεκτό υποχρεωτικό μάθημα θρησκευτικών είναι το ουδέτερο θρησκειολογικό.

Συχνά, αντίθετη ερμηνεία γίνεται προσπάθεια να συναχθεί από τη σύστοιχη στο άρθρο 16 παρ.2 του συντάγματος κρατική αποστολή της «ανάπτυξης της εθνικής συνείδησης». Υποστηρίζεται, έτσι, ότι αν δεν είναι υποχρεωτικό το μάθημα των θρησκευτικών, όμοια πρέπει να είναι προαιρετικά όσα πεδία του εκπαιδευτικού προγράμματος συμβάλλουν στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης. Το επιχείρημα δεν ευσταθεί διότι, σε αντίθεση με την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και το ανοικτό, ακόμη και μηδενικό περιεχόμενό της, η εθνική συνείδηση ορίζεται θετικά στο άρθρο 120 του συντάγματος, όχι ως δικαίωμα, αλλά ως θεμελιώδης υποχρέωση των Ελλήνων. Μάλιστα, ακόμη περισσότερο, στο σύνταγμα ορίζεται και το ελάχιστο του επόμενου σταδίου της εθνικής συνείδησης, που είναι ο πατριωτισμός, ο οποίος συγκροτείται –το λιγότερο– από το φρόνημα τήρησης του συντάγματος.

Στα προηγούμενα πρέπει να προσθέσουμε έναν σαφή κίνδυνο που κρύβει η θέση ότι, ως –κατά δήλωση– μη ομολογιακό, το νέο πρόγραμμα σπουδών επιτάσσει την επιστροφή στην υποχρεωτικότητα της διδασκαλίας των θρησκευτικών. Όποιος, όμως, αμφισβητεί τη διακήρυξη αυτή, είναι ελεύθερος να προσφύγει στη δικαιοσύνη διεκδικώντας να μη διδάσκεται το παιδί του τα νέα θρησκευτικά. Με δεδομένη τη θέση της νομολογίας ότι το ομολογιακό μάθημα δεν μπορεί να είναι υποχρεωτικό, η έκβαση τέτοιων δικών θα κριθεί από τη δικαστική αξιολόγηση ως προς το ομολογιακό ή μη κάθε επιμέρους προγράμματος, κάθε τάξης του δημοτικού ή του γυμνασίου.

Με άλλη διατύπωση, ο ομολογιακός ή μη χαρακτήρας του μαθήματος θα μεταλλασσόταν σε μια αόριστη νομική έννοια, το περιεχόμενο της οποίας θα καθορίζεται από τα ανά την Ελλάδα δικαστήρια. Τόσο οι νομικοί όσο και οι θεολόγοι πρέπει να απεύχονται τέτοιο ενδεχόμενο. Ο χαρακτήρας του προγράμματος σπουδών πρέπει να παραμείνει θέμα της θεολογικής και της παιδαγωγικής επιστήμης και κοινότητας και να μην κακοπέσει στον ξερολισμό των νομικών.

Ελεύθερη ανάπτυξη της συνείδησης

Αλλά και από άλλη σκοπιά, η προαιρετικότητα του μαθήματος των θρησκευτικών δύσκολα ανατρέπεται. Με αυτήν έχει κατοχυρωθεί ένα κεκτημένο ελεύθερης ανάπτυξης της συνείδησης, πράγμα καθόλου αρνητικό σε ένα σχολείο γεμάτο «πρέπει» και «μη» και σε μια πολιτεία που, όχι μόνο δεν είναι ανεξίθρησκη, αλλά επιμένει προκλητικά να θρησκεύεται, αφού επιβάλλει τον ομαδικό σχολικό εκκλησιασμό, την ομαδική σχολική προσευχή, τα θρησκευτικά σύμβολα σε δημόσια κτίρια, την κρατική μισθοδοσία θρησκευτικών λειτουργών κ.ο.κ. Κακά τα ψέματα, όσο κι αν το ξορκίζει η προοδευτική θεολογική κοινότητα, όπως αυτή των συντακτών του Νέου Προγράμματος, το μάθημα των θρησκευτικών αποτελεί defactoαντικείμενο των τριβών που προκαλεί ο μη χωρισμός του κράτους από την εκκλησία.

Σε αυτόν τον αμυντικά οριζόμενο χώρο ελευθερίας, που αντικειμενικά βάλλεται από το θρησκευόμενο κράτος και τη θρησκευόμενη εκπαίδευση, κάθε πιθανή αλλαγή θα κριθεί ερμηνευτικά υπό το πρίσμα της αρχής indubioprolibertate, δηλαδή εν αμφιβολία υπέρ της ελευθερίας. Αυτή τη συνταγματικά μη ανεκτή αμφιβολία σε βάρος της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, την καλλιεργεί συχνά και η μεταρρυθμιστική επιχειρηματολογία, όταν, στην προσπάθειά της να καλύψει τα νώτα της από τις συντηρητικές επιθέσεις, παραδέχεται ότι και το σημερινό μάθημα «τείνει» (Γιαγκάζογλου/Στάθης/Καλαϊτζίδης, σελ.343) να μην είναι ομολογιακό: μόνο που το σύνταγμα δεν ανέχεται ούτε την ολίγη παραβίαση ούτε την τάση προς παραβίαση. Το ίδιο και όταν (η μεταρρυθμιστική επιχειρηματολογία) δεν συνομολογεί ευθαρσώς ότι δεν έχει καμία θέση στο λύκειο (όπου το ζήτημα της απαλλαγής το προκαλούν οι ίδιοι οι μαθητές και όχι οι γονείς τους) ένα μάθημα που χρησιμοποιεί προσχηματικά τη θεολογία για να διδάξει ότι υπάρχουν κακής ποιότητας ερωτικές σχέσεις νέων, ότι το απλό σεξ μεταξύ νέων ανθρώπων ενδέχεται να είναι πορνικό ή ότι υπάρχει μονόδρομος που οδηγεί από τα μαλακά στα σκληρά ναρκωτικά ή ότι υπάρχουν δίκαιοι πόλεμοι κ.ο.κ.

Με μία φράση, η επαναφορά της συζήτησης περί υποχρεωτικότητας του μαθήματος των θρησκευτικών με αφορμή το Νέο Πρόγραμμα σπουδών για το δημοτικό και το γυμνάσιο, αδικεί το πρόγραμμα και φτωχαίνει τη μεταρρυθμιστική εμβέλειά του.

Στη χώρα μας, όπως ίσως και όπου αλλού η ορθοδοξία επικρατεί ως θρησκεία, είναι έντονη η δυσανεξία σε κάθε έκφραση δημιουργικής πνοής του θρησκευτικού συναισθήματος. Η αγιογραφία οφείλει να παραμένει προσκολλημένη στη γνωστή μας τυποποίηση ή, εσχάτως, στο κιτς για ρώσους τουρίστες, η λοιπή θρησκευτική ζωγραφική δεν έχει να επιδείξει τίποτε μετά τον Πεντζίκη, ως εκκλησιαστική αρχιτεκτονική αναγνωρίζεται μόνο η μεταβυζαντινή τούρτα και η μουσική δεν λέει να ξεκολλήσει από την υμνογραφία ή να εισέλθει στους ναούς. Αν λοιπόν για κάτι αξίζει το Νέο Πρόγραμμα σπουδών στα θρησκευτικά του Δημοτικού και του Γυμνασίου, είναι γιατί αποτελεί την εξαίρεση. Είναι γιατί συντάχθηκε με δημιουργική πνοή και στόχευση την απελευθέρωση δημιουργικών θεολογικών αναζητήσεων με αποδέκτες τους νέους ανθρώπους. Η προσπάθεια αυτή προκάλεσε έναν γόνιμο διάλογο με θύραθεν δημιουργικές δυνάμεις και μια σαφή οριοθέτηση έναντι του σκοταδισμού.

Και τα δύο αποτυπώνονται χορταστικά και ευκρινέστατα στον υπό συζήτηση συλλογικό τόμο.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.