Από πολλές απόψεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ουκρανία δεν θα μπορούσαν να διαφέρουν περισσότερο: ενώ οι ΗΠΑ είναι μια σχετικά παλιά και ομοσπονδιακή δημοκρατία, με μεγάλο πληθυσμό και οικονομία, η Ουκρανία είναι μια νεαρή ενιαία δημοκρατία, ο πληθυσμός και η οικονομία της οποίας αποτελούν μόνο κλάσματα των ΗΠΑ. Το ουκρανικό κομματικό σύστημα είναι εξαιρετικά ασταθές, ενώ το αμερικανικό αποτελείται από δύο μεγάλα κόμματα που κυριαρχούν στην πολιτική για περισσότερα από 150 χρόνια. Θα μπορούσαν να απαριθμηθούν πολλές άλλες διαφορές.
Παρά ταύτα, οι Ηνωμένες Πολιτείες του 2025, υπό τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, και η Ουκρανία του 2010, υπό τον τότε νεοεκλεγέντα πρόεδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς, μοιάζουν με κάποιους εντυπωσιακούς τρόπους. Ήδη, πριν από εννέα χρόνια, η αμερικανική και η ουκρανική πολιτική συνδέθηκαν περίεργα μεταξύ τους μέσω της διαβόητης πολιτικής φιγούρας του Πολ Μάναφορτ. Ένας παραγωγικός υπεύθυνος εκλογικών εκστρατειών και δεινός προπαγανδιστής στην υπηρεσία αυταρχικών ηγετών σε όλο τον κόσμο, ο Μάναφορτ, υπήρξε σημαντικός παράγων στο Κίεβο την περίοδο 2004-10 και, έξι χρόνια αργότερα, βρέθηκε στο προσκήνιο της Ουάσινγκτον. Έπαιξε ρόλο στην άνοδο των πιο αμφιλεγόμενων πρόσφατων προέδρων της Ουκρανίας και των ΗΠΑ – του Βίκτορ Γιανουκόβιτς και του Ντόναλντ Τραμπ. Οι εμπλοκές του Μάναφορτ με τον Γιανουκόβιτς (επί σειρά ετών) και τον Τραμπ (επί σειρά μηνών) προηγήθηκαν των θεαματικών νικών τους στις προεδρικές εκλογές του 2010 και του 2016 αντίστοιχα.
Επιπλέον, οι πολιτικές πρόοδοι και επιτυχίες του Γιανουκόβιτς και του Τραμπ έχουν επίσης παρόμοια χαρακτηριστικά, καθώς και οι δύο έλαβαν υποστήριξη από τη Ρωσία, κατά τη διάρκεια κρίσιμων προεκλογικών εκστρατειών. Βεβαίως, η εμπλοκή της Μόσχας στην ουκρανική και την αμερικανική προεκλογική πολιτική ήταν διαφορετικής έντασης και με αποκλίνοντα αποτελέσματα. Στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο συμμετείχε πάντοτε καθοριστικά στις εσωτερικές υποθέσεις ώς το 2014 και η Μόσχα χρησιμοποίησε πλήθος μυστικών αλλά και λιγότερο μυστικών πρακτόρων και μέσων. Παρ’ όλα αυτά, η συνεχής υπονόμευση του πολιτικού status της Ουκρανίας από το Κρεμλίνο δεν ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει τη νίκη του φιλορώσου Γιανουκόβιτς στις προεδρικές εκλογές του 2004, στη διεξαγωγή των οποίων η Μόσχα είχε βαθιά εμπλακεί.
Στις ΗΠΑ, αντιθέτως, η προεδρική υποψηφιότητα του Ντόναλντ Τραμπ το 2015-16 και η δημόσια έκκλησή του προς τη Ρωσία «να βρει τα 30.000 email [της Δημοκρατικής ανταγωνίστριάς του Χίλαρι Κλίντον] που λείπουν» παρακίνησαν το Κρεμλίνο να παρεισφρήσει στην αναμέτρηση μεταξύ Τραμπ και Κλίντον. Ενώ το Κρεμλίνο παρενέβαινε άμεσα και ανοιχτά στις ουκρανικές εσωτερικές υποθέσεις, η εμπλοκή της Μόσχας με τον Τραμπ ήταν περισσότερο μυστική και έμμεση. Δεν ισοδυναμούσε –από όσο γνωρίζουμε– με πλήρη πολιτική σύμπραξη μεταξύ της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ και του Κρεμλίνου, παρόμοια με τις πολλές περιπτώσεις συνεργασίας μεταξύ της Μόσχας και φιλορώσων ουκρανών πολιτικών.
Παρ’ όλα αυτά, η ανάμειξη των ειδικών υπηρεσιών της Ρωσίας στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία του 2016 ήταν μαζική, όπως τεκμηριώνεται στην πεντάτομη έκθεση της Ειδικής Επιτροπής της αμερικανικής Γερουσίας για τις ρωσικές εκστρατείες ενεργών μέτρων και την ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές του 2016, η οποία θα δημοσιευθεί το 2019-2020. Αν οι δραστηριότητες της Ρωσίας του 2016 αλλοίωσαν το στενό αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών εκείνης της χρονιάς ή όχι και αν ο Τραμπ οφείλει έτσι την πολιτική του άνοδο στη Μόσχα, δεν θα το μάθουμε ποτέ με βεβαιότητα. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η αμερικανική προεκλογική εκστρατεία του 2016 θα είχε εξελιχθεί διαφορετικά χωρίς τη ρωσική εμπλοκή. Κάτι παρόμοιο μπορεί να ειπωθεί για ολόκληρη την ιστορία της εγχώριας ουκρανικής πολιτικής μέχρι το 2022.
Υπάρχουν και άλλες ενδιαφέρουσες συμπτώσεις στις βιογραφίες του Γιανουκόβιτς και του Τραμπ. Οι προσεγγίσεις και των δύο ανδρών στην πολιτική είναι συναλλακτικές, κυνικές, πατριαρχικές και δεν επιβαρύνονται ούτε και βέβαια επηρεάζονται από τους περιορισμούς των αξιών, των κανόνων και της ιδεολογίας. Όταν εξελέγησαν πρόεδροι το 2010 και το 2014, ο Γιανουκόβιτς και ο Τραμπ ήταν και οι δύο καταδικασμένοι κακοποιοί, οι γνωστές παραβάσεις του νόμου από τους οποίους δεν εμπόδισαν –όπως θα συνέβαινε στις περισσότερες άλλες δημοκρατίες– την υποψηφιότητα για αρχηγό κράτους από τις πολιτικές τους οργανώσεις, δηλαδή το Κόμμα των Περιφερειών της Ουκρανίας και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα των ΗΠΑ. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένοι παραλληλισμοί στους τρόπους με τους οποίους ο Γιανουκόβιτς και ο Τραμπ προσπάθησαν να αποκτήσουν και να διατηρήσουν την εξουσία.
Το 2004, όντας τότε πρωθυπουργός της Ουκρανίας, ο Γιανουκόβιτς προσπάθησε να γίνει πρόεδρος μέσω μεγάλης κλίμακας εκλογικής απάτης, στον δεύτερο γύρο των τέταρτων προεδρικών εκλογών της Ουκρανίας από το 1991. Αυτή η απόπειρα παράνομης κατάληψης της εξουσίας αποτράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ουκρανίας, το οποίο κήρυξε άκυρα τα αποτελέσματα των εκλογών και διέταξε επανάληψη της ψηφοφορίας – την οποία ο Γιανουκόβιτς έχασε, όπως ήταν αναμενόμενο. Στις αρχές του 2021, ως απερχόμενος 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ προσπάθησε να ανατρέψει τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών του 2020 υποκινώντας, μεταξύ άλλων, έναν όχλο να εισβάλει στο κτίριο του Καπιτωλίου της Ουάσινγκτον και να εμποδίσει το Κογκρέσο να επισημοποιήσει τη νίκη του Τζο Μπάιντεν. Αυτή η απόπειρα πραξικοπήματος αποτράπηκε από την αστυνομία της Ουάσινγκτον και το Κογκρέσο, το οποίο προχώρησε στην επικύρωση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Στη συνέχεια, η Μόσχα υποστήριξε δημοσίως τον Γιανουκόβιτς και τον Τραμπ στη μη αναγνώριση των εκλογικών τους ηττών του 2004 και του 2020.
Την άνοιξη του 2010, ο πρώην πρωθυπουργός Γιανουκόβιτς κέρδισε τελικά τις προεδρικές εκλογές της Ουκρανίας έναντι μιας εν ενεργεία γυναίκας πρωθυπουργού, με ποσοστό μικρότερο του 50% των ψήφων. Ενώ ο Γιανουκόβιτς έλαβε 49,33%, η Γιούλια Τιμοσένκο συγκέντρωσε 46,03%. Δεκατέσσερα και μισό χρόνια αργότερα, ο πρώην πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε τις προεδρικές εκλογές του 2024 στις ΗΠΑ έναντι μιας εν ενεργεία γυναίκας αντιπροέδρου, επίσης με λιγότερο από το 50% των ψήφων. Ενώ ο Τραμπ έλαβε το 49,8% των λαϊκών ψήφων, η Καμάλα Χάρις συγκέντρωσε το 48,3%.
Επιπλέον, τόσο οι νίκες του Γιανουκόβιτς όσο και του Τραμπ το 2010 και το 2024, σε αυτές τις χρονικές στιγμές, βοηθήθηκαν λιγότερο από τον Μάναφορτ ή/και τη Ρωσία. Αντιθέτως, ήταν και οι δύο κυρίως αποτέλεσμα της ανικανότητας των δημοκρατικών εκλογικών στρατηγικών και των προεκλογικών εκστρατειών της Ουκρανίας και των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι δύο δημοκρατικές υποψήφιες θα μπορούσαν αναμφισβήτητα να έχουν κερδίσει αυτές τις δύο βαρυσήμαντες εκλογές, αν οι πολιτικοί τους σύμμαχοι είχαν επιδείξει ειλικρινές πνεύμα συνεργασίας.
Ειδικότερα, οι δύο εν ενεργεία πρόεδροι, ο Βίκτορ Γιούσενκο της Ουκρανίας και ο Τζο Μπάιντεν των ΗΠΑ, δεν βοήθησαν επαρκώς την Τιμοσένκο και τη Χάρις ώστε να κερδίσουν τις αντίστοιχες αναμετρήσεις τους. Ο Γιούσενκο αρνήθηκε να υποστηρίξει την Τιμοσένκο στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2010 στην Ουκρανία, ενώ ο Μπάιντεν απέσυρε πολύ αργά την υποψηφιότητά του από την προεδρική κούρσα των ΗΠΑ το 2024. Ο Γιούσενκο και ο Μπάιντεν έγιναν έτσι εν μέρει συνένοχοι για τους μοιραίους εκλογικούς θριάμβους των αντιδημοκρατών Γιανουκόβιτς και Τραμπ.
Οι μεγαλύτερες ομοιότητες μεταξύ Γιανουκόβιτς και Τραμπ είναι, ωστόσο, οι στενοί δεσμοί τους με ορισμένους από τους πλουσιότερους μεγιστάνες των χωρών τους, καθώς και η ετοιμότητα και των δύο ανδρών να διαταράξουν τις εσωτερικές τάξεις και τις εξωτερικές σχέσεις των χωρών τους. Ο Γιανουκόβιτς το 2010 και ο Τραμπ το 2024 είχαν τόσο την ανοιχτή όσο και τη φανερή υποστήριξη των πλουσιότερων ανδρών των χωρών τους, του Ρινάτ Αχμέτοφ και του Έλον Μασκ, αντίστοιχα, καθώς και πολλών άλλων πάμπλουτων «ολιγαρχών». Την περίοδο 2010-2013, ο Γιανουκόβιτς προσπάθησε να αναδημιουργήσει την ουκρανική πλουτοκρατία που είχε προκύψει, τη δεκαετία του 1990, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Αντίθετα, ο Τραμπ ασχολείται σήμερα με την εγκατάσταση ενός τύπου απομονωτικής ολιγαρχίας που φαίνεται να είναι εντελώς πρωτόγνωρη για τις σύγχρονες Ηνωμένες Πολιτείες (ή, κατά κάποιον τρόπο, να τις πάει πίσω στον 19ο αιώνα).
Την περίοδο 2010-2013, ο Γιανουκόβιτς υπονόμευσε τη νεοσύστατη δημοκρατία της Ουκρανίας, τη δυτική ενσωμάτωση και τη χειραφέτηση από τη ρωσική κηδεμονία με μια σειρά πολιτικών ανατροπών. Μεταξύ άλλων, ο Γιανουκόβιτς δρομολόγησε, το 2010, την αλλαγή του Συντάγματος προς όφελός του και διέγραψε τον στόχο της ένταξης της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ από τον νόμο για τα θεμέλια της εθνικής ασφάλειας. Στα τέλη του 2013, αρνήθηκε να υπογράψει μια ήδη μονογραφείσα συμφωνία σύνδεσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ως γνωστόν, αυτή η καθυστέρηση της τελευταίας στιγμής στην έναρξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης της Ουκρανίας προκάλεσε διαμαρτυρία στην πλατεία Ανεξαρτησίας του Κιέβου που έγινε γνωστή ως «Euromaidan» (ευρωπαϊκή πλατεία). Ο Γιανουκόβιτς προσπάθησε να καταστείλει βίαια αυτή τη διαφωνία και έτσι μετέτρεψε την, αρχικά, μικρής κλίμακας διαμαρτυρία σε εξέγερση σε ολόκληρη τη χώρα, με εκατομμύρια συμμετέχοντες. Το Euromaidan εξελίχθηκε σε αιματηρή αντιπαράθεση και τελικά στην ιστορική Επανάσταση της Αξιοπρέπειας, η οποία είχε αποτέλεσμα τη φυγή του Γιανουκόβιτς από το Κίεβο, την απομάκρυνσή του από τη θέση του Προέδρου από το κοινοβούλιο της Ουκρανίας, την αποκατάσταση του Συντάγματος που τροποποιήθηκε επί Γιανουκόβιτς και την υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΕ. (Σημείωση: Η κατοχή της Κριμαίας από τη Ρωσία και ο πόλεμος κατά της Ουκρανίας ξεκίνησαν ήδη από τις 20 Φεβρουαρίου 2014. Επομένως, η στρατιωτική επίθεση της Μόσχας κατά της Ουκρανίας, με τακτικές ρωσικές δυνάμεις, άρχισε πριν συμβούν όλα τα τελευταία γεγονότα και όχι, όπως πιστεύεται ευρέως, ως αντίδραση σ’ αυτά).
Αυτό που συμβαίνει σήμερα και μπορεί να συμβεί σύντομα υπό την προεδρία του Τραμπ στις ΗΠΑ διαφέρει από την πολιτική εξέλιξη της Ουκρανίας υπό τον Γιανουκόβιτς. Καθώς τα πολιτεύματα και οι κοινωνίες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ουκρανίας είναι ανόμοια, αυτές οι διαφορές δεν πρέπει να προκαλούν έκπληξη. Ωστόσο, σε ένα αφηρημένο επίπεδο, ο 47ος πρόεδρος των ΗΠΑ επιχειρεί επί του παρόντος να αλλάξει την κατεύθυνση των αμερικανικών εσωτερικών και εξωτερικών υποθέσεων με τρόπο παρόμοιο με αυτό που προσπάθησε να κάνει ο τέταρτος πρόεδρος της Ουκρανίας στη χώρα του, το 2010-13. Προς το παρόν, λοιπόν, οι πολιτικοί θεσμοί και οι διεθνείς σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Τραμπ βιώνουν, όπως φαίνεται, μεταβάσεις το βάθος των οποίων συναγωνίζεται όλο και περισσότερο εκείνο της ανακατεύθυνσης της Ουκρανίας υπό τον Γιανουκόβιτς.
Το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, όλο και πιο έντονο κάθε εβδομάδα που περνά, είναι αν το φινάλε της προεδρίας του Τραμπ μπορεί τελικά να μοιάζει με εκείνο της προεδρίας του Γιανουκόβιτς. Σίγουρα, μια πλήρης παραπομπή του Τραμπ που θα ήταν ισοδύναμη με την απομάκρυνση του Γιανουκόβιτς από το αξίωμα του προέδρου της Ουκρανίας από το ουκρανικό Κοινοβούλιο στα τέλη Φεβρουαρίου του 2014 θα έχει πολιτικά διαφορετικό αποτέλεσμα. Ο Τραμπ θα αντικατασταθεί απλώς από τον αντιπρόεδρο Τζ. Ντ. Βανς που είναι ιδεολογικά κοντά στον Τραμπ. Αντίθετα, ο Γιανουκόβιτς αντικαταστάθηκε, για τρεις μήνες, από τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου Ολεξάντρ Τουρτσίνοφ, ο οποίος βρισκόταν στην αντιπολίτευση του Γιανουκόβιτς. Ο Τουρτσίνοφ έγινε προσωρινός πρόεδρος της Ουκρανίας μέχρι να αναλάβει καθήκοντα ο νεοεκλεγείς κανονικός πρόεδρος Πέτρο Ποροσένκο, επίσης πολιτικός που είχε αντιταχθεί στον Γιανουκόβιτς, τον Ιούνιο του 2014.
Παρά αυτές και πολλές άλλες διαφορές, η μελλοντική πορεία της πολιτικής ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να μοιάζει κάπως με εκείνη της Ουκρανίας την περίοδο 2010-14. Οι ολοένα και πιο αντιδημοκρατικές, διασπαστικές, πλουτοκρατικές ή/και αυταρχικές, καθώς και τελικά αντιλαϊκές πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μαζικές διαδηλώσεις που θα θυμίζουν την εξέγερση της Ουκρανίας κατά των πολιτικών και της συμπεριφοράς του Γιανουκόβιτς, στα τέλη του 2013. Σε ένα χειρότερο σενάριο, η αντιπαράθεση μεταξύ της διοίκησης Τραμπ και ενός κινήματος διαμαρτυρίας σε ολόκληρη τη χώρα θα μπορούσε να μετατραπεί σε βίαιη αντιπαράθεση και να οδηγήσει σε συγκρούσεις εξίσου άσχημες, χειρότερες ή και πολύ χειρότερες από εκείνες της Ουκρανίας, στις αρχές του 2014.
Οι διεθνείς επιπτώσεις μιας τέτοιας εσωτερικής κλιμάκωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να είναι πιο μαζικές από τα τραγικά επακόλουθα της εσωτερικής αποσταθεροποίησης της Ουκρανίας πριν από έντεκα χρόνια. Με βάση τα προηγούμενα προετοιμασμένα σχέδια, το Κρεμλίνο εκμεταλλεύτηκε, τον Φεβρουάριο του 2014, γρήγορα τη μειωμένη ικανότητα του Κιέβου να αντιδράσει στη ρωσική στρατιωτική επέκταση. Η Ρωσία προσάρτησε την ουκρανική χερσόνησο της Μαύρης Θάλασσας, Κριμαία, τον Μάρτιο του 2014, και ξεκίνησε, σύμφωνα με τον Jakob Hauter, έναν εξουσιοδοτημένο διακρατικό πόλεμο στην ηπειρωτική Ανατολική Ουκρανία, τον Απρίλιο του 2014.
Όντας η ισχυρότερη στρατιωτική υπερδύναμη στον κόσμο, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν να φοβούνται ξένη εισβολή, κατοχή και προσάρτηση από μια ξένη χώρα - εφόσον οι ΗΠΑ δεν διασπώνται. Ωστόσο, οι μαζικές διαμαρτυρίες στις ΗΠΑ, όπως αυτές στην Ουκρανία στα τέλη του 2013 και η κλιμάκωσή τους όπως στις αρχές του 2014, θα είχαν επιπτώσεις πολύ πέρα από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εάν συνεχιστεί η τρέχουσα διατάραξη των πολιτικών θεσμών, των οικονομικών σχέσεων και των εξωτερικών δεσμών από την κυβέρνηση Τραμπ, η αμερικανική κοινωνία των πολιτών μπορεί αργά ή γρήγορα να αντιδράσει, κατά κάποιον τρόπο, παρόμοια με εκείνη της Ουκρανίας το 2013.
Το αν αυτό θα οδηγήσει επίσης σε βαθιές αλλαγές στην κυβέρνηση, το Σύνταγμα και τις εξωτερικές υποθέσεις των ΗΠΑ, όπως συνέβη στην Ουκρανία το 2014, μένει να το δούμε. Οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στις ΗΠΑ, ακόμη και αν είναι ταραχώδεις και βίαιες, δεν θα τις καταστήσουν τόσο ευάλωτες όσο έγινε η Ουκρανία στις αρχές του 2014. Αυτό που ωστόσο φαίνεται βέβαιο είναι ότι μια εσωτερική αποσταθεροποίηση στις Ηνωμένες Πολιτείες θα είχε εκτεταμένες διεθνείς επιπτώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν τελικά να είναι ακόμη πιο τραγικές από εκείνες της Επανάστασης της Αξιοπρέπειας στην Ουκρανία πριν από έντεκα χρόνια.
μετάφραση: Βασίλης Α. Μπογιατζής