Ο όρος «φασισμός» έχει καταστεί ένας εν πολλοίς κενός περιεχομένου όρος πολιτικής πολεμικής. Η σοβιετική προπαγάνδα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε αυτό, εφαρμόζοντάς τον σε κάθε αντίπαλο – από τη σοσιαλδημοκρατία έως τον σιωνισμό. Το καθεστώς Πούτιν συνεχίζει αυτή την παράδοση με την επίθεσή του στην Ουκρανία. Πρόκειται λοιπόν, απλώς, για αντιστροφή ρόλων, όταν η εν λόγω κατηγορία απευθύνεται κατά της πολιτικής του ίδιου του Πούτιν; Αυτό αποτελεί αντικείμενο συζήτησης εδώ και αρκετό καιρό, αφού ακόμη και ερευνητές που δεν δικαιολογούν σε καμία περίπτωση την πολιτική βίας της Ρωσίας έχουν εκφράσει στο παρελθόν αντιρρήσεις για τη χρήση του όρου «φασισμός» (συχνά μια αντίπαλη άποψη δέχεται κατηγορίες περί φασισμού).
Η ανθολογία κειμένων που εκδόθηκε στη Στουγκάρδη, με δώδεκα συνεισφορές ερευνητών από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Πολωνία, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ουκρανία, ασχολείται με αυτή τη συζήτηση. Ο τίτλος –όχι «Ρωσικός φασισμός», αλλά Η Ρωσία και ο σύγχρονος φασισμός– απαιτεί μια ορισμένη προσοχή. Ομοίως, προσοχή απαιτεί και η εικόνα του εξωφύλλου που είναι ένα προσεκτικά συντεθειμένο κολάζ: δίπλα στο πορτρέτο του Πούτιν δεν απεικονίζονται ούτε ο Χίτλερ ούτε ο Μουσολίνι, αλλά ο Στάλιν· δεν υπάρχει σβάστικα ή δέσμη ράβδων, αλλά σφυρί και δρεπάνι. Δεν βλέπουμε μαύρες ή καφέ στολές να παρελαύνουν με αυστηρό ύφος, αλλά νέους ανθρώπους, κυρίως αθλητικές γυναίκες, να περπατούν με απλά λευκά ρούχα.
Ο τόμος αυτός είναι ο τελευταίος μιας σειράς βιβλίων στην οποία –παρότι εστιάζει σε (μετα-)σοβιετικά θέματα– είχε ήδη δημοσιευτεί μια σημαντική συλλογή δοκιμίων για τον ειδολογικό φασισμό (generic fascism), με τον τίτλο Fascism Past and Present, West and East: An International Debate on Concepts and Cases in the Comparative Study of the Extreme Right, το 2006. Ο τόμος αυτός εστίαζε στην έννοια του φασισμού ως «παλιγγενετικού υπερεθνικισμού», που αναπτύχθηκε από τον Roger D. Griffin (Oxford Brookes University) και επηρεάστηκε, μεταξύ άλλων, από την άνοδο του Αλεξάντρ Ντούγκιν (γενν. 1962).
Φασιστικές πρακτικές
Η εισαγωγή στο Russia and Modern Fascism από τους δύο επιμελητές Ian Garner (Pilecki Institute, Βαρσοβία) και Taras Kuzio (Kyiv-Mohyla Academy) υιοθετεί αυτή την προσέγγιση. Κατ’ αυτούς, η αναγέννηση ενός εκφυλισμένου έθνους μέσω βίαιης λύτρωσης/κάθαρσης από το 2020 είναι μια σύγχρονη μορφή φασισμού στη Ρωσία. Στη δική τους ουσιαστική συμβολή στον τόμο, δείχνουν πώς η ανελέητη καταστροφή της Μαριούπολης το 2022 απεικονίζει τον «κύκλο της καταστροφής και της αναγέννησης» (σ. 272), στο πλαίσιο ενός αέναου πολέμου. Αυτή η ερμηνεία της βίας ως παράδειγμα φασιστικής προβολής του θανάτου και της αναγέννησης είναι κατανοητή. Αλλά είναι η καταστροφή πόλεων στην Τσετσενία ή τη Συρία από ρωσικά στρατεύματα επίσης μια έκφραση «αναγέννησης»; Και σημαίνει η προγραμματισμένη αποίκιση της Μαριούπολης από εκατοντάδες χιλιάδες ρώσους εποίκους μια «αναγέννηση» της ίδιας της Ρωσίας;
Η μόνη προσπάθεια να προσεγγιστεί συστηματικά το ζήτημα χρησιμοποιώντας σαφείς κατηγορίες προέρχεται από τον Alexander J. Motyl (Πανεπιστήμιο Rutgers-Newark). Η αυταρχική δικτατορία, η μαζική υποστήριξη, ο λατρευτικός χαρακτήρας της προσωπικότητας και το προσωπικό ηγετικό στυλ είναι, σύμφωνα με τον Motyl, οι αποφασιστικοί παράγοντες της φασιστικής διακυβέρνησης. Σε μια τυπολογία της δημοκρατίας έναντι της ημι-αυταρχικής και της πλήρως αυταρχικής διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου του φασισμού, ο Πούτιν πληροί όλα τα κριτήρια του αυταρχισμού. Επιπλέον, είναι επικεφαλής μιας προσωποκεντρικής δικτατορίας με μαζική υποστήριξη. Αυτό, κατά την άποψη του Motyl, οδηγεί στην ερμηνεία του αυταρχισμού του Πούτιν ως ένα είδος φασισμού.
Στη συμβολή του, ο εκδότης της σειράς αυτών των βιβλίων, Andreas Umland (Σουηδικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων), [συνεργάτης και του Books’ Journal], δίνει μεγάλη έμφαση στην έννοια της αναγέννησης, την οποία ο Motyl απορρίπτει ως υπερβολικά γενική. Ωστόσο, ακόμη και η προώθηση φασιστικού τύπου σκέψης από την κυβέρνηση Πούτιν, ιδίως εκείνης του Ιβάν Ιλίν (1882-1954), και η άνοδος του Ντούγκιν, δεν οδηγούν σε πλήρη φασισμό, αλλά μάλλον σε «οιονεί φασισμό». Ο Umland έχει δίκιο όταν τονίζει ότι η πλήρης επίθεση κατά της Ουκρανίας οφείλεται όχι μόνο σε μια στροφή προς τον υπερεθνικιστικό επαναστατικό ζήλο, αλλά και σε κυνική πολιτική εξουσίας και εσφαλμένη εκτίμηση.
Η Joanna Getka (Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας) και η Jolanta Darczewska (1950-2025, Κέντρο Ανατολικών Σπουδών, Βαρσοβία) υποστηρίζουν ότι υπάρχει μια περιθωριακή ρωσική φασιστική παράδοση, τόσο στη ρωσική μετανάστευση όσο και εντός της χώρας μετά το τέλος της ΕΣΣΔ. Ως απόδειξη ενός σταδιακού εκφασισμού (δηλαδή, όχι ενός πλήρως ανεπτυγμένου φασισμού), αναφέρουν τα περιβόητα φυλλάδια για την «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας – έναν φασισμό με αντιφασιστική μάσκα, αλλά και μια καρικατούρα, μολονότι επικίνδυνη και επιθετική, του φασισμού. Ομοίως, στο άρθρο του για τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία και τη σημασία της στον σημερινό ρωσικό «ιμπεριαλισμό», ο Michał Wawrzonek (Πανεπιστήμιο Ignatianum, Κρακοβία) ταλαντεύεται μεταξύ της κατηγορηματικής διατύπωσης περί σύγχρονου φασισμού και της πιο προσεκτικής δήλωσης ότι η πανρωσική ιδεολογία είναι «πιθανώς» συγκρίσιμη με τον ιταλικό φασισμό και τον γερμανικό ναζισμό της περιόδου μεταξύ των δύο πολέμων (σ. 175).
Στη συμβολή του, ο Andreas Heinemann-Grüder (Πανεπιστήμιο της Βόννης) υπογραμμίζει το μοτίβο του «ιερού πολέμου» στην αντιουκρανική προπαγάνδα και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για επανάληψη των ολοκληρωτικών (συμπεριλαμβανομένων των φασιστικών) προσεγγίσεων του 20ού αιώνα, αλλά μάλλον για έκφραση μιας «θρησκευτικής-φονταμενταλιστικής» κρατικής ιδεολογίας. Η αφήγηση της υπεράσπισης της Ρωσίας στην παράδοση του Β' Παγκόσμιου Πολέμου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο εδώ, και σε μια «νεο-ολοκληρωτική» κοινωνία αυτό επιβάλλεται ως η μόνη επιτρεπόμενη ερμηνεία. Πιο σημαντική από μια συνεπή αξιολόγηση είναι η διάγνωση ότι αυτοί οι θρησκευτικοί λόγοι ισοδυναμούν με μια δικαιολογία, ακόμη και μια απαίτηση, για μια κατάσταση συνεχούς πολέμου.
Αυτό μπορεί να φανεί και στις προσπάθειες που καταβλήθηκαν στο εκπαιδευτικό σύστημα υπό τον Πούτιν, το οποίο η Maria Domańska (Κέντρο Ανατολικών Σπουδών, Βαρσοβία) περιγράφει ως «φασιστική εκπαίδευση» σε ένα καθεστώς που αποκαλεί επίσης «νεο-ολοκληρωτικό». Η λατρευτική στρατοκρατία από το 2008 έχει διαδώσει ιστορικούς μύθους, συμπεριλαμβανομένης της δαιμονοποίησης των Ουκρανών ως «ναζί». Στην πραγματικότητα, η στροφή προς έναν «ναζί» αντί για έναν κυρίως «φασιστικό» εχθρό της Ρωσίας είναι μια γλωσσική καινοτομία που αξίζει να εξεταστεί πιο προσεκτικά. Μήπως ο όρος «νεοναζί» για την ονομασία των εχθρών αντικατέστησε τον όρο «φασίστας», επειδή πάρα πολλοί υποστηρικτές στο ίδιο το στρατόπεδο της Ρωσίας προσχωρούν ανοιχτά σε φασιστικές ή σχετικές με τον φασισμό ιδέες;
Το κεφάλαιο του βιβλίου σίγουρα δεν μπορεί να φωτίσει πλήρως πόσο αποτελεσματική είναι η προπαγάνδα. Εν πάση περιπτώσει, συνιστά άκρως ενδιαφέρον μήνυμα από μια μελέτη του 2024 που παραθέτει η Domańska ότι η πολεμική ρητορική δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής στη νεότερη γενιά. Τα στοιχεία που έχει συλλέξει η Jaroslava Barbieri (Chatham House, Λονδίνο) σχετικά με την κατήχηση των νέων στα εδάφη τα οποία κατέχει η Ρωσία είναι ανησυχητικά. Εδώ χρησιμοποιούνται εκφοβισμός, αναγκαστική αφομοίωση και δάσκαλοι από τη Ρωσία, ενώ η ουκρανική διαδικτυακή εκπαίδευση φτάνει μόνο σε μια μειοψηφία.
Βία, πόλεμος, αρρενωπότητα
Στις καταληκτικές του παρατηρήσεις, ο Paul D’Anieri (Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Ρίβερσαϊντ) παραδέχεται ότι το βιβλίο δεν θα κλείσει τη συζήτηση σχετικά με την εφαρμογή της έννοιας του φασισμού στη Ρωσία. Ωστόσο, μια τέτοια εννοιολογική ταξινόμηση, που λαμβάνει υπόψη τον πολιτισμό της βίας, του πολέμου και της αρρενωπότητας, είναι απαραίτητη επειδή, σε αντίθεση με το 2015, η Ρωσία δεν είναι πλέον «απλώς ένα ακόμη αυταρχικό κράτος» (σ. 304). Συνοψίζοντας, το βιβλίο θέτει περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά. Επανειλημμένα, εμφανίζονται εκτιμήσεις που υποδηλώνουν άλλες ταξινομήσεις. Ακόμη και ο Motyl, ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της ταξινόμησης-κατηγοριοποίησης στον φασισμό, σε ένα σημείο αναφέρεται στον Πούτιν ως τον νέο «τσάρο» (σ. 52).
Οι συγγραφείς διαπιστώνουν στο κεφάλαιο τους για τη Μαριούπολη ότι ένα βασικό στοιχείο του αυτοκρατορικού εθνικισμού, όπως υπό τους τσάρους και τους «Λευκούς» εξόριστους, είναι η άρνηση της ουκρανικής εθνότητας. Αλλά πώς αυτό ταιριάζει με την αναφορά τους ότι το μουσείο της πόλης στη Μαριούπολη θα ονομαστεί προς τιμήν του στενού συνεργάτη του Στάλιν, Αντρέι Ζντάνοφ (1896-1948); Το βιβλίο δεν εξετάζει πόσος «φασισμός» υπήρχε ήδη στον σταλινισμό – κάτι που οι ίδιοι οι φασίστες ηγέτες αναγνώριζαν κατά καιρούς. Φαινομενικά, η αναφορά και η σχετική κατηγοριοποίηση σε σταλινισμό μπορεί να φαίνεται αντιφατική, δεδομένου ότι ο σημερινός τρόμος δεν στρέφεται εναντίον του ίδιου του λαού της χώρας, όπως συνέβαινε κατά την ακμή του σταλινισμού.
Αλλά αυτό μπορεί να εξεταστεί και διαφορετικά: μήπως ο Πούτιν θεωρεί νόμιμους υπηκόους τους Ουκρανούς, εναντίον των οποίων διεξάγει πόλεμο για την «προδοσία» τους; Και μήπως μια νέα μορφή φασισμού περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από την απλή ιεράρχηση διαφορετικών εθνοτικών ομάδων;
Οι Ουκρανοί, που είναι ο στόχος της εχθρότητας, δεν ταξινομούνται ως θεμελιωδώς διαφορετικοί, αλλά ως ίσοι (σε αξία) με τους Ρώσους. Στο κεφάλαιο για τη Μαριούπολη, οι συγγραφείς δείχνουν πώς η ρωσική προπαγάνδα κατηγορεί τους Ουκρανούς ότι θέλουν να θεωρούν τους εαυτούς τους ανεξάρτητους, καθώς και ότι «τελούν εν συγχύσει» λόγω των δυτικών προπαγανδιστών. Η προπαγανδισμένη ομοφοβία, με τη σειρά της, φαίνεται «φασιστική», σε αντίθεση με την σχεδόν πλήρη απουσία αντισημιτικής προπαγάνδας. Κανένα από τα δύο θέματα δεν συζητείται στο βιβλίο. Και η επίκληση της ενότητας των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας –η οποία, όπως περιγράφουν οι συγγραφείς, ενσωματώνεται σε μνημεία κατά την ανασυγκρότηση της Μαριούπολης– δεν είναι χαρακτηριστική του φασισμού.
Ωστόσο, αυτό δεν μειώνει την αξία του βιβλίου. Οι αναφερόμενες αντιφάσεις είναι αναπόφευκτες και αντικατοπτρίζουν το πόσο ανοιχτή είναι η συνεχιζόμενη αναζήτηση. Δεν είναι οι απαντήσεις που είναι πιο σημαντικές, αλλά οι ερωτήσεις. Η συζήτηση των όρων και των κατηγοριών τελικά χρησιμεύει για να οξύνει και να εμβαθύνει τις παρατηρήσεις και τις αξιολογήσεις. Ο Andreas Umland τονίζει επίσης, στη συμβολή του ότι τέτοιες εννοιολογήσεις και ταξινομήσεις δεν μπορούν να είναι αδιαμφισβήτητα αληθινές ή ψευδείς, αλλά βασίζονται πάντα σε συμβάσεις. Εκτός από την επιστημονική ταξινόμηση, υπάρχει και μια υποκειμενική διάσταση, ειδικά στη συγκεκριμένη αντίληψη του λαού της Ουκρανίας. Το να προκαλείς αντιρρήσεις δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη. Με αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο μπορεί να πυροδοτήσει πολλές γόνιμες συζητήσεις. Όποιος θέλει να σκεφτεί πιο βαθιά τον «πουτινισμό» θα πρέπει να ασχοληθεί με τις συνεισφορές του τόμου.
μετάφραση: Βασίλης Μπογιατζής