Διονύσης Σαββόπουλος
Εμφάνιση άρθρων Books' Journal βάσει ετικέταςΔύο ανεπιτυχείς πλόες αεροστάτου: ο Αλή Πασάς και ο Σαββόπουλος
Τι κοινό μπορεί να έχει ο Μάνος Χατζιδάκις με έναν ποιητή των Ιωαννίνων που έζησε από το 1771 ώς το 1823; Ο Κ. Θ. Δημαράς ξεχωρίζει τον Ιωάννη Βηλαρά ανάμεσα στους λογίους εκείνων των χρόνων και τον συγκρίνει με το δυναμισμό και την πληθωρικότητα του Ρήγα. Το μοναδικό βιβλίο του, στα 1814, η Ρωμέικη γλώσσα, με κύριο περιεχόμενο τις γλωσσικές του θεωρίες, περιλαμβάνει, σε ζωντανό προσωπικό τόνο, και ένα σημείωμα προς τους αναγνώστες. Αφηγείται ένα περιστατικό που παρόμοιο ίσως θα είχε πέσει στην αντίληψη του Μάνου Χατζιδάκι: «Πώς ένας αυτοδίδακτος βιολιτζής έπαιζε με περισσότερη γλύκα, με περισσότερο αίσθημα από τον σοφό δάσκαλο της μουσικής. Κάποιος που είχε αρχίσει να μαθαίνει μουσική προτιμάει τον αυτοσχέδιο βιολιτζή. Αφοντότες [αποτότες] λοιπόν αφήκε σε μιαν άκρα την περίσσεια πολυμάθεια του σοφού δασκάλου του, ακολούθησε τον άτεχνο τρόπο του γείτονά του, και σ’ ολίγον καιρό έφτακε να νιώθη κι αυτός χάρη στο λάλημά του, κι όσοι τον άκουγαν».
Ελευθερία μέσα στη χούντα
Στάθης Ν. Καλύβας - Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970–1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 716 σελ.
Αντέχουμε να δούμε τη σχέση μας με τη δικτατορία χωρίς τις απλουστεύσεις της πιο πρόσφατης μεταπολιτευτικής μυθολογίας; Μπορούμε να παραδεχθούμε ότι η εικόνα για την κουλτούρα μας χτίστηκε εν μέρει πάνω σε έναν μύθο απόλυτης ρήξης, που μας βόλεψε πολιτικά και ηθικά, αλλά μας στέρησε αναλυτική διαύγεια και, ουσιαστικά, υπέταξε τη σκέψη μας και τις πεποιθήσεις μας σε μια αντιστασιακή τελεολογία, της οποίας «ο λαός» είναι το βασικό υποκείμενο; Το βιβλίο των Καλύβα-Τριανταφύλλη, για την άνθηση του πολιτισμού μέσα στη χούντα, μιλάει για το χτες αλλά, κυρίως για το σήμερα.
Η τέχνη της διαφορετικής ματιάς
Στάθης Ν. Καλύβας - Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970–1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, 716 σελ.
Η σημαντικότερη αρετή του Στάθη Καλύβα, κατά τη γνώμη μου, και αυτή που τον ξεχωρίζει από σχεδόν όλους τους υπόλοιπους δημόσιους διανοούμενους της εποχής μας, δεν είναι οι σπουδές του ή η καθηγεσία στο Yale και στην Οξφόρδη. Είναι η δημιουργική φαντασία του. Αυτό που κάνει τον Καλύβα χρήσιμο για τον δημόσιο διάλογο είναι ότι βλέπει τα ιστορικά δεδομένα χωρίς τη χρήση του φίλτρου που ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου χαρακτήρισε Δημόσια Ιστορία[1]. Δεν διστάζει να κάνει ερωτήσεις που, υπό κανονικές συνθήκες, δεν πρέπει να κάνει γιατί ισοδυναμούν με αμφισβήτηση της «ορθής πίστης».
Ο δικός μου Σαββόπουλος
Είδωλο και Ημίθεος της Μεταπολίτευσης
Τρεις γενιές, μια φωνή
Ο Διονύσης Σαββόπουλος και το κοινό μας τραγούδι
Ο φίλος μας ο Σαββόπουλος
Πρώτος ο Πλούταρχος κατέθεσε τον όρο «βίοι παράλληλοι», καθώς σύγκρινε τη ζωή ενός επιφανούς αρχαίου Έλληνα με έναν Ρωμαίο. Οι «παράλληλοι βίοι» διέσχισαν τους αιώνες και τελικά έφτασαν να σηματοδοτούν τη σχεδόν ταυτόχρονη χρονικά διαδρομή σημαντικών προσώπων.
Ο ραψωδός μιας εσωτερικής πατρίδας
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο Διονύσης Σαββόπουλος έφερε στη μουσική μια νέα σύνθεση, τη δυναμική του ροκ ενωμένη με τη λαϊκή παράδοση και την ποίηση που τραγουδιέται χωρίς να χάνει το βάθος της. Έγραψε ο ίδιος τη μουσική και τους στίχους του, δημιουργώντας ένα προσωπικό ύφος όπου η λόγια σκέψη συνυπάρχει με το βιωματικό, το σαρκαστικό, το τρυφερό. Οι στίχοι του, συχνά αλληγορικοί, πλούσιοι σε συμβολισμούς και κοινωνικούς υπαινιγμούς, κατάφεραν να προτείνουν μια νέα αισθητική αντίληψη απελευθερώνοντας το τραγούδι από τον ηρωικό διδακτισμό και την μεγαλοστομία.
Το σαββοπουλικόν εμείς. Σαββόπουλος και Σεφέρης
Θέλει δουλειά πολλή για να πεις εμείς. Και να το εννοείς. Και να το νιώθεις.
Αυτή είναι, χωρίς περιστροφές –ή μάλλον, με όλες τις περιστροφές του κόσμου–, η πολλή δουλειά, «μεροδούλι, μεροφάι, στιχουργική», που έκανε επί τόσα χρόνια, δεκαετίες, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Ήτανε έργο δύσκολο, κόπος μεγάλος, σαν του Σίσυφου. Σαν τον πίθο των Δαναΐδων –τον γέμιζε κι άδειαζε, τον γέμιζε κι άδειαζε–, σαν την κανάτα μιας αέναης γιορτής, που όμως είναι τρύπια. Ο μύθος τη θέλει τρύπια. Ανικανοποίητη. Ανίκανη να χορτάσει. Ε, όλη του τη ζωή, κι ακόμα παραπέρα, μέχρι αύριο και μεθαύριο πια, ο Διονύσης Σαββόπουλος προσπάθησε και θα προσπαθεί να γεμίσει το κανάτι της κοινής γιορτής μας.
«…μα εγώ τη λέω δέντρο»
Παρηγορητικός λόγος για τον Διονύση Σαββόπουλο
Σχεδόν ένα χρόνο πριν από την αποφράδα ημέρα, την Κυριακή 3 Απριλίου 1966, ο Σύλλογος Κρητών Σπουδαστών οργάνωσε συναυλία στο θέατρο Διάνα. Ανάμεσα στους μουσικούς ήταν και ο 22χρονος Διονύσης Σαββόπουλος. Παραμέρισε την ορχήστρα και με μια κιθάρα παρουσίασε ο ίδιος τα τραγούδια του. Δεν ξέρω γιατί μου κόλλησε από το πρώτο άκουσμα «Το δέντρο», στίχοι και μουσική, σε τέτοιο βαθμό ώστε για πολλά χρόνια νόμιζα πως είμαι ο θιασώτης του ενός τραγουδιού, που συντρόφεψε σε δύσκολες μέρες τη ζωή μου.
Στο πέρασμα του χρόνου
Τον Σαββόπουλο τον γνώρισα το καλοκαίρι του 1974. Η συγκυρία, παράξενη. Εγώ πέμπτη γυμνασίου. Εποχή έμφορτη γεγονότων, και εγώ στη δίνη ενός επώδυνου διαζυγίου των γονιών μου που ούτε φιλικό ούτε συναινετικό ήταν, τότε που ο ένας σύντροφος έπρεπε να διαπομπεύσει τον άλλον τυλιγμένο σε ένα σεντόνι, προκειμένου να διαλυθεί η γάμου κοινωνία. Τέλος πάντων, τότε ήταν που ο αδελφός μου, επιστρέφοντας από το Κολλέγιο Αθηνών, υπότροφος –«γιος μικροεπαγγελματία» είχε γράψει η σχολική εφημερίδα– έφερε μια μαύρη κασέτα. Μέσα, το Φορτηγό. Δεν είχα ξανακούσει τέτοιο πράγμα, γλυκά και τραχιά τραγούδια ανάκατα. Τη βάζαμε στο κασετοφωνάκι, καθόλου δεν μας ενοχλούσε ο μεταλλικός του ήχος, και την ακούγαμε αδιάκοπα, μέχρι που κάποια στιγμή το κασετόφωνο μάσησε την ταινία. Σταμάτησε να παίζει. Επιστρατεύτηκε ένα μολύβι και την φέραμε κάπως στα ίσια της. Ξαναρχίσαμε να την ακούμε.