Σύνδεση συνδρομητών

Διονυσίου Σολωμού: ιταλικά ποιήματα

Δευτέρα, 09 Φεβρουαρίου 2026 02:33
Πορτρέτο του Διονυσίου Σολωμού, έργο αγνώστου, λάδι σε καμβά.
Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων
Πορτρέτο του Διονυσίου Σολωμού, έργο αγνώστου, λάδι σε καμβά.

Μετάφραση:  Γιώργος Βαρθαλίτης

Ο Διονύσιος Σολωμός άρχισε να γράφει στα ιταλικά και τελείωσε στα ιταλικά. Άρχισε να γράφει εύκολα και κατέληξε να γράφει δύσκολα, καθώς πολλαπλασίαζε τις δυσκολίες για να επιτύχει την εκφραστική εντέλεια, υποτάσσοντας φαντασία και πάθος, με καιρό και με κόπο, στο νόημα της τέχνης. Την ευκολία με την οποία στιχογραφούσε σονέτα στα ιταλικά τη συναντούμε και στη γοργή εκτέλεση του Ύμνου. Κι αν τα αποσπάσματα της ωριμότητας οδηγούν στην πρώτη πραγμάτωση της καθαρής ποίησης, πολύ πριν από τον Μαλλαρμέ (αφού, όπως τονίζει ο Ελύτης, ο Σολωμός «πέτυχε αυτή τη μαγεία του λόγου, που θεωρήθηκε αισθητική επινόηση του Μαλλαρμέ», με τη διαφορά πως «κάθε στίχος από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους έχει άπειρα μεγαλύτερη πνευματικότητα από το στίχο του Μαλλαρμέ»[1], τα τελευταία ιταλικά ποιήματα του Σολωμού είναι, όπως παρατηρεί ο Κωστής Παλαμάς, «ο άξιος αριστοτεχνικός, αείζωος και υπεράνω των πατρίδων επίλογος της σολωμικής μούσης»[2].

Τα ιταλικά ποιήματα του Σολωμού μεταφράστηκαν για πρώτη φορά έγκυρα από τον Γεώργιο Καλοσγούρο. Παρ’ όλο που, όπως επισημαίνει ο Παλαμάς, και μ’ όλη την ευσυνειδησία του μεταφραστή, υπολείπονται των πρωτοτύπων[3], καμιά μεταγενέστερη μετάφραση δεν ξεπέρασε τον Καλοσγούρο (ως εξαίρεση σημειώνω τη δουλειά του Στυλιανού Αλεξίου).

Σ’ αυτή τη μικρή συναγωγή μεταφρασμάτων από τα ιταλικά ποιήματα του Σολωμού θέλουμε να συνεχίσουμε και να ανανεώσουμε τη μεταφραστική κληρονομιά του Καλοσγούρου, που δεν είναι άλλη από την ίδια τη σολωμική κληρονομιά, μεταπλασμένη στα χέρια των άμεσων μαθητών του.

 

[ΣΟΝΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΩΝ ΑΣΜΑΤΩΝ]

Εν νυξίν εζήτησα ον ηγάπησεν η ψυχή μου, εζήτησα και ουχ εύρον αυτόν.

     Άσμα Ασμάτων

Φτάνει όλο σκότος και σιωπή το βράδυ

σιγά, το σπίτι πια δε με κρατάει.

Αυτόν ψάχνω η καρδιά μου που αγαπάει.

Φωνάζω, μ’ απαντάει το σκοτάδι.

 

Σε κάθε θρόισμα φύλλου κι αύρας χάδι

από ελπίδα το στήθος μου σκιρτάει.

Μα τρέμω, η ελπίδα σα με ξεγελάει,

γιατί με ζώνει η νύχτα σα μαγνάδι.

 

Τρέχω δρόμους, πλατέες στην ταραχή μου

«ποιος είδε την αγάπη μου;» φωνάζω,

ν’ αναθαρρέψει η δύστυχη ψυχή μου.

 

να ψάχνω πάλι αρχίζω και να κράζω,

μα όποιον και να ρωτήσω αυτός σωπαίνει,

πού  θα τον βρώ δε λέει, η δυστυχισμένη.

 

                   Ανάστα, ελθέ … καλή μου ... ότι ιδού ο χειμών παρήλθε κ.τ.λ.

Σήκω, καλή μου, αγνή μου περιστέρα,

σήκω κι έλα, όμορφή μου αγαπημένη!

Τώρα η βοή της θύελλας σωπαίνει

και μόνο η αύρα πνέει στον αιθέρα.

 

Πια δεν βουίζει απ’ το χειμώνα η μέρα

κι οι ουρανοί γαλάζιοι είναι ντυμένοι.

Σήκω κι έλα, όμορφή μου αγαπημένη,

σήκω, καλή μου, αγνή μου περιστέρα!

 

Κοίταξε πόσο η γη μας τώρα ευφράνθη

από ρίγος γλυκό που προξενούνε

μύρια νερά και μύρια φύλλα κι άνθη.

 

Σήκω κι άκου στ’ αγέρι που ευωδάει,

καλή μου, κι οι φτερούγες της δονούνε,

τρυγόνα μοναχή να τραγουδάει.

 

[ΣΟΝΕΤΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΣΑΪΑ]

Εξεγείρου, εξεγείρου, Σιών, ένδυσαι την ισχύν σου, Σιών, κ.τ.λ.

                              Ησαΐας

Σήκω, Σιών, κι ορθώσου πιο μεγάλη!

Οι εχθροί σου εσένα πια δεν πολεμάνε!

Σήκω, Σιών, και φόρεσε και πάλι

φορέματα στη δόξα σου που πάνε!

 

Βάλε ξανά κορόνα στο κεφάλι,

που οι ενάντιοι σου το φως της δε σκορπάνε.

Σηκώσου σα βασίλισσα όλο κάλλη,

και λαοί πιστοί θα ’ρθούν, κοντά σου να ’ναι.

 

Και ζώνοντάς σε όλοι οι πιστοί σου κι άξιοι

θα τραγουδάνε πάντερπνο άσμα επίσης

προσέχοντας κι ο Θεός τι θα προστάξει.

 

Και στον παλιό σου θρόνο όταν καθίσεις,

ο τύραννος, που σ’ είχε, ο άθλιος, μισήσει

τα πόδια σου, αν δε φύγει, θα φιλήσει.

 

ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΙΟΝΥΣΙΟ

(Σονέτο αυτοσχεδιασμένο τον καιρό των σεισμών που συνέβησαν στη Ζάκυνθο τον Δεκέμβριο του 1820 και τον Ιανουάριο του 1821)

Διονύσιε, αγνή και πάνσεπτη ψυχή μας,

που πρώτο σε δοξάζει τ’ άσμα εσένα,

το δύστυχο προστάτεψε νησί μας

να μην το ξαναβρεί δεινό κανένα.

 

Φόβο και δάκρυα είδα γεμάτα ολοένα

σπίτια κι οδούς: γιάτρεψε, απαντοχή μας,

τα συλλοϊκά μας συ τα τρομασμένα,

πως θέλει να χαθεί απ’ τα πόδια η γη μας.

 

Στ’ Αιώνιου το θρόνο τρέξε τώρα

και ζήτα Του θερμά να μην αφήσει

τη Ζάκυνθο να σβήσει αυτή την ώρα.

 

Κι ο Κύριος σου, αν σε δεν απαντήσει,

να του θυμίσεις που έκρυψες, πατέρα,

το φονιά τ' αδερφού σου κάποια μέρα.

 

ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Με θείαν ο Χριστός λάμψη ντυμένος

σπάζει τις αλυσίδες του θανάτου

κι η παντοδυναμία –όλη δικιά του-

σαν κέδρος στέκει σ’ όρος ριζωμένος.

 

Άγγελος υπερούσια φτερωμένος

περήφανα κουνώντας τα φτερά του

ΑΝΕΣΤΗ κράζει, αστράφτει κι η θωριά του,

αστράφτει κι ο οφθαλμός του πυρωμένος.

 

Λάμπουν τα ουράνια πάνω κι άλλο ακόμη,

χαρά σκορπούν τα μάτια των πνευμάτων

και δάφνη πια στολίζει κάθε κόμη.

 

Από τη γη δεν βγαίνει η Χάρη η Θεία

η πιο βαθιά απ’ το λόγο των κτισμάτων

κι όσο έχει βάθος τόση έχει ηρεμία.  

 

ΣΤΗΝ ΑΚΑΡΔΗ ΜΟΥ ΩΡΑΙΑ

Είσαι όμορφη στην πρώτη

και της αυγής αχτίδα,

όμως πιο ωραία σ’ είδα

στού ήλιου την αστραπή,

 

ωραία σαν σκοτεινιάζει,

ωραία τα μεσημέρια,

ωραία και με τ’ αστέρια,

στο σκότος το βαθύ,

 

σαν συννεφιάζει ωραία,

ωραία και στην αιθρία,

ωραία στην ευτυχία

κι ωραία σαν πονείς.

 

Κι αν είσαι άκαρδη, ωραίο

είναι το πρόσωπό σου,

που αν είχες τον καλό σου,

θά ’σουν θεά της γης.

 

Η ΑΚΑΡΔΗ ΚΑΡΔΙΑ

Πες μου πώς αφανέρωτα

η παγερή καρδιά σου

χαρίζει σ’ άλλον έρωτα

όλον τον έρωτά σου;

 

Πώς με τις πέτρες μοιάζει

απ’ τα τραχιά βουνά,

που άμα τις τρίψεις βγάζει

το τρίψιμο φωτιά!

 

ΠΟΙΜΕΝΙΚΟ

Σαν τι να σου χαρίσω

εγώ φτωχός βουκόλος;

Μονάχα αυτή η καρδιά μου

ο θησαυρός μου είναι όλος.

 

Αλλ’ αν φτωχό το δώρο

νομίζεις της καρδιάς μου,

τότε εσύ τη δική σου

καρδιά για δώρο σου άσ’ μου.

 

ΤΙΘΩΝΟΣ ΚΑΙ ΑΥΓΗ

Όπως στο γέρο κέδρο

κισσός πυκνός φωλιάζει,

έτσι κι η Αυγή όλο χάρη

τον Τιθωνό αγκαλιάζει.

 

Ρέουν παγωμένα πάνω

φιλιά στο πρόσωπό της,

μα, όπως τη μέρα, κάνουν

νέο και τον καλό της.

 

ΣΤΟΝ ΟΡΦΕΑ

Αοιδέ, που τη συμβία ψάχνεις τώρα

σε λήθη και νυχτιά φυλακισμένος,

κι εγώ, μπρος στ’ άντρο τούτο αν ήρθα, σχώρα,

με πνεύματα άξια εδώ συνοδευμένος.

 

Για τη φριχτή να μάθουμε τη χώρα

με σε μας σέρνει πόθος φλογισμένος:

το έρεβος και τ’ απόκρυφά του δώρα

θα φανερώσει Θεός στ’ άσμα κρυμμένος.

 

Σύρε και δώρο φέρε την αλήθεια

τον πόνο της ψυχής μας να δροσίσεις:

Θείο ταίρι μόνο αυτή έχουμε στα στήθεια.

 

Κι ωστόσο μέχρι πίσω να γυρίσεις,

δάφνες στη γη, εσείς χέρια μας, σκορπίστε,

κι εσύ κι η Ευρυδίκη εκεί πατήστε.

 

ΣΑΠΦΩ

Της ένδοξης γης τέκνον, όπου ο ξένος

πατρίδα, και θεούς ο άξεστος βρήκε,

στη σύντομην αυτή και ταραγμένη

άκρη του χρόνου που είμαι εισάκουσέ με,

ω βασιλιά της σφαίρας των ασμάτων.

 

Είδα στον ύπνο μου τη νύχτα ετούτη

την κόρη που της Λέσβου ήταν η μούσα.

Την άβυσσο της μοίρας συλλογιόταν

και δεν κοιτούσε γύρω της τους κάμπους

τα όρη και τις θάλασσες καθόλου,

σα να της ήταν όλη η χτίση ξένη.

Μα από τον ουρανό κοντά και πέρα

όλα τ’ αστέρια σ’ όλη τους τη χάρη

κοιτούσαν να πατά στη γη, μια ακόμα

φορά, τη θεία δύστυχη κι οι κόσμοι

κι όλος ο αιθέρας έλουζε με γέλιο

τρανής αγάπης το στεφανωμένο

βαθύγνωμο κεφάλι, τ’ αγνό στήθος,

που σύντριψε ο καημός και μόνη ελπίδα

μόνη Θεά της έμενεν ο βράχος.

Αίφνης σα μ’ είδε η κόρη τη ματιά της,

το χέρι και το λόγο σ’ εμέ στρέφει.

 

Πόσα βαθιά μυστήρια κρύβει η γη μας

και δεν τα λύνει ο Άδης, απ’ όπου ήρθα!

Μια μέρα –ο τρίτος μου άνθιζεν Απρίλης–

στο σπίτι που γεννήθηκα η καημένη,

σα θαύμαζα το χτύπο της καρδιάς μου

και πάνω της το χέρι μου ακουμπούσα,

μια σκια γυναίκας στάθηκε μπροστά μου

και με φωνή βαθιά κι άγνωρην είπε:

«Στην έκπληκτη τη γη για λίγο ζήσε».

Έτσι είπε και μου απόθεσε στην κόμη

το αθάνατο της δάφνης το στεφάνι.

Είτε ήταν όνειρο, όραμα ή αλήθεια,

εκείνη τη μορφή δεν θα ξεχάσω

την τρομερή, λουσμένη και στο κάλλος

που φύσηξε στο μάρμαρο  ο Φειδίας.

Μα την αλήθεια ποιος θα ξεσκεπάσει

που γύρεψα απ’ τα πνεύματα άλλων κόσμων;

Έτσι είπε κι άλλα, τώρα, που σωπαίνω.

 

Μα ψάλτη εσύ, το νου που ανοίγεις όπως

ένα νέφος χρυσό θεούς γεμάτο,

δείξ’ τη σοφία σου, δώρο παρηγόριας

θα’ ναι για την αθάνατη θλιμμένη:

Ψάχνει, κι από τον οίκο του θανάτου,

η μεγάλη ψυχή της την αλήθεια

να βρει του κόσμου αυτού και του άλλου κόσμου.

 

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ  ΣΤΗΝ ΑΛΙΚΗ ΓΟΥΑΡΝΤ

Τα ρόδα αυτά στα πόδια σου, καλή μου,

κοίταξε με ματιά γαληνεμένη.

Στην καρπερή τη γη την πατρική μου

το βλάστημά τους τώρα όπως σ’ ευφραίνει,

έτσι κι η ελπίδα μέσα στην ψυχή μου

για την υγειά σου πάντοτε βλασταίνει,

και βλέπω συνοδιά της τον Απρίλη,

φιλί εύοσμο στη θύρα σου ως θα στείλει.

 

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ

                               στον κύριο Ιωάννη Φραίζερ

Γεμάτο από το νου, χρυσόνειρό μου,

και την ψυχή μου πέτα στην Αγγλία.

Στο σπίτι βρες το Γιάννη τον καλό μου,

που των Μουσών, της Πίστης είναι εστία.

Πες του: έρχομαι κουνώντας το φτερό μου,

να σου ευχηθώ της γης την αφθονία

και για να σου χαρίσω, τίμια δώρα,

ό,τι ο δημιουργός μου νιώθει τώρα.

 

ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΜΟΥΣΤΟΞΥΔΗ

 Ο Μουστοξύδης, ξέβρασμα αποπάτου,

από παιδί ώς τα γεροντάματά του

ένα έργο και σκοπόν είχε στα στήθια:

το ορθό να βγάζει ψέμα και το ψέμα αλήθεια.

 

ΣΕ ΕΝΑ ΑΝΤΙΤΥΠΟ ΤΟΥ ΥΜΝΟΥ

Του Δεντρινού μου τ’ όνομα αν χαράζω,

όνομα σεβαστό μου, αγαπητό,

είναι γιατί και τώρα άξιο λογιάζω

τ’ άσμα της νιότης μου τ’ αδέξιο αυτό.

 

[1]   Οδυσσέας Ελύτης, Συν τοις άλλοις, Αθήνα 2011, σ. 196.

[2]   Κωστής Παλαμάσ, Άπαντα, τόμος 13, Γκοβάστης, Αθήνα 1960, σ. 432.

[3]   Κωστής Παλαμάς, ό.π., σ. 432.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.