Έχουμε σχεδόν απαρέγκλιτα ταυτίσει το ενδιαφέρον των Δυτικών Ευρωπαίων για τους προγόνους μας και συνεκδοχικά συνδέσει τον φιλελληνισμό με την αρχαιολατρία, τη στροφή και την προσήλωση προς την αρχαία ελληνική τέχνη και τα κλασικά γράμματα, ό,τι ανέδειξαν και παντοιοτρόπως πρόβαλαν ο ανθρωπισμός και η Ιταλική Αναγέννηση. Έχουμε, παράλληλα, βαθιά εγκολπωθεί την εικόνα του βυζαντινού λογίου που αποχωρίζεται τα πάτρια πριν από ή μετά την τελική κατάρρευση, αναχωρώντας ως οριστικός μέτοικος για τις οικονομικά και πνευματικά ακμάζουσες πόλεις της Ιταλίας όπου θα συμπορευτεί με το λόγο και τη διδασκαλία των ουμανιστών. Η επιστροφή στην προχριστιανική αρχαιότητα και στα ιδεώδη της θα συνοδευτεί με μια αρχικά υφέρπουσα και μετά δεδηλωμένη αποστροφή προς όλη τη βυζαντινή χιλιετία, τον κόσμο, την πίστη και τον πολιτισμό, που ζώσα συνέχειά τους ήταν πλέον οι χριστιανοί υπήκοοι του οθωμανού σουλτάνου. Αργότερα, στις εποχές και στις διακηρύξεις του Διαφωτισμού και των επιγόνων του, η αποστροφή θα κορυφωθεί μετεξελιγμένη σε «ανοιχτή καταδίκη», σε καταγγελία του δεσποτισμού και της απολυταρχίας που εξέφραζε το Βυζάντιο. Στον δυτικό θεολογικό, φιλοσοφικό και λογοτεχνικό κανόνα, ό,τι είχε γεννηθεί μέσα στους έντεκα αιώνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την αφορούσε ήταν εξ ορισμού αδύνατο να διεκδικήσει έστω και μια θέση στο περιθώριο.
Turcograecia!
Ο Ρίτσαρντ Κάλις, επίκουρος καθηγητής διανοητικής ιστορίας (Intellectual History) στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, μας χάρισε μια μονογραφία η οποία, μαζί με την προσωπογράφηση και την ανάλυση της δράσης του Μαρτίνου Κρούσιου, ανατέμνει και αναδεικνύει το πνευματικό κλίμα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του τόπου και της εποχής ενός λογίου που, αντίθετα με ό,τι κυριάρχησε στη Δυτική Ευρώπη μετά την άλωση του 1453, δεν υιοθέτησε την όλη στάση αδιαφορίας για τα βυζαντινά πράγματα. Πράγματι, ο Κρούσιος κατέστησε σκοπό της ζωής και πνευματική του στράτευση τη μελέτη της βυζαντινής λογοτεχνίας και τη συλλογή υλικού για τους σύγχρονούς του τους οποίους πότε αποκαλεί Έλληνες και πότε Γραικούς. Συλλέκτης πρώτα βιβλίων και χειρογράφων, ελληνικών και λατινικών, με κείμενα από τη βυζαντινή περίοδο, πολλά εκ των οποίων θα πλαισιώσει με τα δικά του σχόλια,[1] ο ταπεινής καταγωγής Μάρτιν Κράους στη διαδρομή μιας μακράς ζωής (1526-1607) δεν θα απομακρυνθεί ποτέ από ό,τι σταθερά κέντριζε το ενδιαφέρον του. Με το εκλατινισμένο όνομα Martinus Crusius, το οποίο απέδιδε στα ελληνικά ως Μαρτίνος Κρούσιος, και με τη στόφα ενός ακέραιου ουμανιστή, θα υπογράψει σειρά συγγραμμάτων, επιστολών και σημειωμάτων αφιερωμένων στους υποταγμένους Έλληνες. Το γραπτό πόνημα το οποίο αντιπροσωπεύει ανάγλυφα αυτή την προσήλωση στο Βυζάντιο και την «εκτουρκισθείσα Ελλάδα» όπως την κατονομάζει στον πρόλογό του δεν είναι άλλο από την Turcograecia.[2] Στις πλέον των 500 σελίδες του συμπιληματικού αυτού έργου o Κρούσιος θα καταχωρίσει ένα ετερογενές υλικό, που επιμερίζεται σε εκδόσεις κειμένων στη δημώδη ελληνική, όπως π.χ. η Βατραχομυομαχία, και στη δημοσίευση επιστολών από το corpus της εκτενούς αλληλογραφίας του με πρόσωπα στην Κωνσταντινούπολη, στη Βενετία ή και αλλού με τα οποία κατά καιρούς ανέπτυξε επαφές πάντοτε με σταθερό άξονα τον φιλελληνισμό του. Ο ίδιος θα διακηρύξει αυτή του την προσήλωση ως μοναδικότητα και προσωπική αποκλειστικότητα λέγοντας χαρακτηριστικά: «ἐπιθυμῶ γνωσθῆναι [...] ὡς τῆς ἑλλάδος φωνῆς καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους (φεῦ τοῖς αὐτοῦ ὑπὸ τοῖς βαρβάροις δουλείας!) θαυμαστής τε καὶ φίλος, ὡς οὐδεὶς τῶν ὁμοεθνῶν μᾶλλον» (Turcograecia, σ. 516). Και όταν οι ομοεθνείς και ομόδοξοί του Λουθηρανοί Στέφαν Γκέρλαχ (1546-1612) και Σάλομον Σβάιγγερ (1551-1622) παραιτούνται από κάθε προσπάθεια συνεννόησης με το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, καθώς απογοητεύονται από τον «συντηρητισμό» της ορθόδοξης Εκκλησίας και την προσκόλλησή της στην παράδοση, εκείνος δεν θα «κόψει» ούτε κατ’ ελάχιστον τις γέφυρες που είχε επί μακρόν οικοδομήσει με τον ελληνικό κόσμο. Όταν οι προσπάθειες του λουθηρανισμού να αναδείξει την οικουμενική του διάσταση και να αναζητήσει συμμάχους στις θέσεις του κατά της παπικής Εκκλησίας δεν θα βρουν πρόσφορο έδαφος στους κόλπους των χριστιανών της Ανατολής, ο Κρούσιος οπωσδήποτε θα απογοητευτεί αλλά θα παραμείνει ακλόνητος στα όσα πρόταξε ως στόχους στη ζωή του.
Το υλικό που αξιοποιεί ο Κάλις για να αποτυπώσει στην εξέλιξή τους τον άνθρωπο, το περιβάλλον του και ό,τι κινεί την περιέργεια και τη φιλομάθειά του είναι σαφέστατα ευρύτερο της Τουρκογραικίας και όποιων άλλων δημοσιευμένων γραπτών του Κρούσιου. Στη μελέτη του έλαβε υπόψη πληθώρα σημειώσεων και σημειωμάτων από τα ημερολόγια που κρατούσε ο γερμανός λόγιος και που φυλάσσονται αδημοσίευτα στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη της Τυβίγγης. Στα θέματα που θα βρει κανείς να αναλύονται με διεξοδικότητα στη διαρθρωμένη σε επτά κεφάλαια μονογραφία του ο Κάλις θα ανασυνθέσει τη φυσιογνωμία ενός δυτικοευρωπαίου λογίου που όμοιο δεν βρήκε όχι μόνο ο καιρός του αλλά ίσως δεν συνάντησαν και οι επόμενοι αιώνες.[3]
Κατά σειράν ο Κάλις αφιερώνει κεφάλαια σε όσα πρεσβεύει ως γνήσιος λουθηρανός ο Κρούσιος όταν συντάσσεται με τις προσπάθειες των εκπροσώπων ενός προτεσταντικού επεκτατισμού στον τουρκοκρατούμενο ελληνισμό μέσω μιας προσέγγισης με το Πατριαρχείο. Παρά την αποτυχία των προσπαθειών αυτών και την προσωπική απογοήτευση που οι Έλληνες πεισματικά εμμένουν να ευλαβούνται τους αγίους και την Παναγία και να μη συγκεντρώνονται στη μορφή του Χριστού, ο ίδιος δεν θα υποστείλει τον ενθουσιασμό του για την «ελληνική» χριστιανοσύνη και θα τον εκδηλώσει ποικιλοτρόπως, είτε, για παράδειγμα, με λόγους για τους Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, είτε με μια αδιάπτωτη μαχητικότητα απέναντι στους καθολικούς της Ρώμης που κατ’ ουσίαν του προσήπταν ότι ο φιλελληνισμός είχε τεθεί στην υπηρεσία ενός δογματικά επιλήψιμου σκοπού. Ο Κάλις περαιτέρω κάνει αναλυτικό λόγο για τους περιπλανώμενους Έλληνες τους οποίους ο Κρούσιος δεν έχανε την ευκαιρία να συναντά, να δεξιώνεται και να φιλοξενεί στο σπίτι του. Μεταξύ 1579 και 1606 οι Έλληνες που τον επισκέφτηκαν ξεπέρασαν τους εξήντα τον αριθμό. Ήταν άνθρωποι όπως ο Γαβριήλ Α΄, αρχιεπίσκοπος της Οχρίδας, με τη συνοδεία του, τους οποίους συνάντησε σε περίπατό του στις όχθες του ποταμού Νέκαρ, αλλά και άνθρωποι «καθημερινοί» οι οποίοι είχαν εξασκήσει επαγγέλματα όπως η γεωργία ή η μελισσοκομία με καταγωγή την κυρίως Ελλάδα, τα νησιά αλλά και διάφορα άλλα μέρη του ελληνικού κόσμου.
O Κάλις αναδιφεί τις περιπτώσεις όπου κίνητρο της περιπλάνησης ανά την Ευρώπη ήταν η ζητεία, δηλαδή η αναζήτηση πόρων για μια ορισμένη κοινότητα χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας μετά που ο σουλτάνος Σελήμ Β΄, το 1569, προχώρησε στη δήμευση εκκλησιαστικών και μοναστηριακών περιουσιών. Το «διαβατήριο» στις περιπτώσεις αυτές για την περιπλάνηση στην πέρα του Δούναβη Ευρώπη ήταν ένα πατριαρχικό ή επισκοπικό γράμμα. Και οι ιστορίες που διηγήθηκαν και οι κάθε λογής πληροφορίες που μετέδωσαν όταν επισκέφτηκαν την Τυβίγγη και φιλοξενήθηκαν από τον Κρούσιο στο τέλος του 16ου αιώνα ή στην αρχή του 17ου, πολύτιμες για εκείνον και για μας. Ο συγγραφέας σχολιάζει ιδιαίτερα τα όσα καταγράφει ο Κρούσιος για τις περιπτώσεις του Κυπρίου Δονάτου, σκοπός των ταξιδιών του οποίου ήταν να συλλέξει τα λύτρα που θα απελευθέρωναν τους αιχμαλωτισμένους αδελφούς του κατά την πολιορκία της Λευκωσίας το 1570 ή του Ιωάννη Κωνσταντίνου Παρασκευά ο οποίος, προτού δραπετεύσει από τη φυλακή στην Κωνσταντινούπολη, είχε υποστεί σκληρά βασανιστήρια. Ο Κρούσιος δεν χρειαζόταν να ακούσει πολλά για να επαληθεύσει όσα είχε μορφώσει από μόνος του για το δεσποτικό καθεστώς του σουλτάνου και την παντός είδους καταπίεση που υφίσταντο οι χριστιανοί υπήκοοί του. Δεν αποκλείεται μάλιστα, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που εξετάζει ο Κάλις, κάποιες μαρτυρίες να ήταν «διογκωμένες», φαλκιδευμένες, αν όχι εξ ολοκλήρου, έστω σε κάποιές τους λεπτομέρειες.
Μονίμως στην Τυβίγγη
Ο Κρούσιος ήταν λόγιος του γραφείου και της πολυθρόνας που από τη στιγμή που το 1559, δηλαδή σε ηλικία τριάντα τριών ετών, ως καθηγητής ελληνικών και λατινικών εγκαθίσταται στην Τυβίγγη, αρνείται να την εγκαταλείψει μέχρι το τέλος του βίου του. Οι μετακινήσεις του στον γερμανόφωνο χώρο δεν εκτείνονταν πέρα από τα όρια της πόλης του ενώ βέβαια όλα τα ταξίδια του στην Ανατολική Μεσόγειο ήταν ταξίδια του νου. Ωστόσο, όπως ήδη τονίσαμε, ο Κρούσιος δεν αναγόταν νοερά σε έναν εξιδανικευμένο κόσμο όπως εκείνος της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας, αλλά προσπαθούσε πάντοτε να συνδεθεί με τον πραγματικό ελληνισμό της εποχής του και να συλλέξει οτιδήποτε τον αφορούσε. Στις ατέρμονες συζητήσεις του που ελάμβαναν χώρα στο σπιτικό του δεν έχανε την ευκαιρία να δοκιμάσει ελληνικά φαγητά, να ακούσει ελληνικά τραγούδια, να ξεναγήσει τους καλεσμένους του στο υποστατικό του, και φυσικά να ανοίξει κουβέντες για θέματα πίστης όπου αναγκαστικά προέκυπταν ριζικές διαφωνίες. Παρά τις αναμενόμενες εμμονές του στα ζητήματα αυτά, με περισσό ζήλο συνέλεγε έναν απίστευτο πλούτο υλικού απ’ ό,τι αντιπροσώπευε τους ελληνόφωνους χριστιανούς της εποχής του.
Ο Κρούσιος υπήρξε παραγωγικότατος και γόνιμος όχι μόνο στο πεδίο της συγγραφής αλλά και στο στίβο της ίδιας της ζωής αφού από τους τρεις γάμους του γεννήθηκαν δεκαπέντε παιδιά. Τα δημοσιευμένα εν ζωή έργα του και τα ημερολόγια συνιστούν θησαυρό πληροφοριών για σωρό ζητημάτων, από παρατηρήσεις παλαιογραφικού ενδιαφέροντος μέχρι αναφορές για τον καιρό και το κλίμα της Τυβίγγης που προσφέρονται για την εξαγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων.[4] Για τον Κρούσιο η γραφή είναι πρωτίστως καταγραφή και βασική του μέριμνα και αποστολή, η διάσωση ενός ετερογενούς υλικού, ιστορικού, φιλολογικού, λεξικολογικού, που όχι μόνο δεν πρέπει να χαθεί αλλά χρειάζεται να βγει και από την αφάνεια! Αυτόν ακριβώς το σκοπό εκπλήρωνε η Turcograecia με την αναδρομή την οποία επιχειρούσε στον βυζαντινό κόσμο, από όπου οι Έλληνες υπό οθωμανική κυριαρχία είλκυαν την καταγωγή τους, και το υλικό που ο Κρούσιος καταχώριζε στόχευε να αναδειχθεί η σύγχρονή τους ταυτότητα, κοινωνική, πολιτική, θρησκευτική, μορφωτική, γλωσσική, ιδιαίτερα αυτή που στην καθομιλουμένη μορφή της έβριθε πλέον οθωμανικών και ιταλικών προσκτήσεων. Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο ο Κάλις αναλύει το πολυεπίπεδο opus magnum του Κρούσιου που για να εκδοθεί απαιτούσε κόπο και χρήμα. Όταν επιτέλους αυτό έγινε κατορθωτό και το βιβλίο τέθηκε σε κυκλοφορία, ήταν εύκολο να αναγνωρισθεί το ότι πρόσφερε στους αναγνώστες του ένα νοερό ταξίδι χωρίς προηγούμενο. Η ιδιαιτερότητά του ωστόσο έγινε τροχοπέδη για την «ανοικτή» υποδοχή και αποδοχή του κατά τα «ειωθότα» άλλων καινοτόμων βιβλίων της εποχής.
Αν σήμερα η Τουρκογραικία μπορεί να διαβαστεί από τους ειδικούς μόνο μερικά και επιλεκτικά, η μονογραφία του Κάλις αξίζει να διαβαστεί εξ ολοκλήρου, για τον πλούτο πληροφοριών που μεταφέρει και τις διεισδυτικές θεωρήσεις της. Ο συγγραφέας, με άνεση και γνώση, ανάγεται από τη σκιαγράφηση του προσωπικού κόσμου στην ευρύτερη ιστορική αποτίμηση, αποτιμώντας τη στιβαρή προσωπικότητα του Κρούσιου σε όλες της τις πτυχές και, κυρίως και σαφώς, εγγράφοντάς τη στις συνθήκες της εποχής και του χώρου στον οποίο κινήθηκε. Τον Κρούσιο μπορούμε να τον θεωρήσουμε ως μακρινό ανταποκριτή που προσπάθησε να αποτυπώσει όσο το δυνατόν περισσότερα από έναν κόσμο ταυτόχρονα «δικό μας» και ξένο προς την ουμανιστική Ευρώπη, κόσμο που εξακολουθούμε στη σημερινή Ελλάδα εν πολλοίς να αγνοούμε και να τον διαβάζουμε αναδρομικά, με την οπτική του 19ου αιώνα. Το βιβλίο του Κάλις ας τον ξαναφέρνει κοντά μας στις πραγματικές ιστορικές διαστάσεις του.
Ευχή το βιβλίο αυτό να βρει σύντομα τον/την μεταφραστή/στρια που θα το μεταφέρει στα ελληνικά και τον/την εκδότη/τρια που θα το παραδώσει στο τυπογραφείο!
[1] Βλ. επ’ αυτού το άρθρο του ίδιου του R. Calis, «Martin Crusius’ lost Byzantine legacy», στο Nathanael Aschenbrenner και Jake Ransohoff (επιμ.), The invention of Byzantium in early modern Europe. Extravagantes. Washington, DC: Dumbarton Oaks, 2021, σ. 105–142.
[2] Ο πλήρης τίτλος με τον υπότιτλο: M. Crusius, Turcograecia libri octo. Quibus Graecorum status sub imperio Turcico, in Politia et Ecclesia, Oeconomia et Scholis, iam inde ab amissa Constantinopoli, ad haec usque tempora, luculenter describitur, Βασιλεία 1584 (ανατύπωση, Μόντενα, 1972).
[3] Ειδικότερα το ερευνητικό ενδιαφέρον για την ίδια την ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία ώς τον 19ο αιώνα θα γνωρίσει πολλά «κενά» και ασυνέχειες, αντιπροσωπευόμενο μόνο από διάσπαρτες φωνές. Βλ. σχετικά την πρόσφατη μονογραφία της Anne-Marie Cheny, Le cercle des byzantinistes. Comment bibliothécaires, savants et voyageurs inventèrent Byzance (XVIe – XIXe siècle), Les Belles Lettres, Παρίσι 2024.
[4] Βλ. σχετικά I. G, Telelis, «The Climate of Tübingen A.D. 1596-1605, on the basis of Martin Crusius' Diarium», Environment and History 4/1 (1998), σ. 53-74.