«Έχω διαβάσει πολύ στην ζωή μου και εξακολουθώ να διαβάζω. Θεωρώ ότι η εκπαίδευση, η πορεία προς την γνώση, δεν σταματάει ποτέ. Νομίζω ότι ήμουν τυχερός στα πρώτα μου, θα έλεγα, πανεπιστημιακά βήματα να αποκτήσω μια πολύ συγκροτημένη γνώση βασικών ζητημάτων που άπτονται της πολιτικής και κοινωνικής επιστήμης. Αυτό είναι κάτι το οποίο με διευκολύνει, θα έλεγα, στη συγκρότηση της σκέψης μου. Και στη συνέχεια, επειδή είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει πολλά διαφορετικά ενδιαφέροντα. Μπορώ να διαβάζω πολλά πράγματα παράλληλα, να προσπαθώ να φυλάσσω χρόνο για τον εαυτό μου και να ενημερώνομαι καλά για τους φακέλους των Υπουργείων, να προσπαθώ να μπαίνω σε βάθος, γιατί το θεωρώ απαραίτητο για τη δουλειά μου. Αλλά και να διαβάζω, θα έλεγα, εκτός ύλης ή ζητήματα τα οποία είναι ευρύτερου ενδιαφέροντος, τα οποία με τον τρόπο τους, όμως, τα ερεθίσματα τα οποία μου δίνουν πάντα μπορεί να μου είναι χρήσιμα και στην καθημερινή μου ζωή».
Με αυτά τα λόγια, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης περιέγραψε το γνωστικό background του, δίνοντας το στίγμα της παρουσίας του στα πολιτικά πράγματα. Ήταν μια από τις ενδιαφέρουσες στιγμές στη συζήτηση του πρωθυπουργού με τον εκδότη του Books’ Journal, Ηλία Κανέλλη, που έγινε στις 19 Ιανουαρίου στο Ωδείο Αθηνών.
Η υποδομή αυτή οφείλεται στη σκληρή δουλειά στο Πανεπιστήμιο. Ο πρωθυπουργός περιέγραψε τα χρόνια της μαθητείας του:
Είχα την τύχη να σπουδάσω σε πολύ καλό αμερικανικό πανεπιστήμιο. Η αντίληψη που έχουν τα πανεπιστήμια αυτά για τα θεμέλια της γνώσης στηρίζεται πάρα πολύ στην πρωτογενή ανάγνωση, συζήτηση, συγγραφή κειμένων γύρω από σημαντικά κείμενα διανοουμένων. Να δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα. Όταν ήμουν στο Χάρβαρντ, τον δεύτερο χρόνο, το πεδίο κατεύθυνσής μου ήταν ένα πεδίο κατεύθυνσης αρκετά διεπιστημονικό, το οποίο είχε τον ευρύτερο τίτλο «Κοινωνικές Επιστήμες», Social Studies στα αγγλικά. Αν ήθελες να σπουδάσεις Social Studies στο Χάρβαρντ, το οποίο ήταν ίσως ένα πρόγραμμα πολύ, θα έλεγα, αναγνωρίσιμο και επιλεκτικό, έπρεπε τον πρώτο χρόνο του προγράμματος να διαβάσεις από το πρωτότυπο, χωρίς καμία βοήθεια, επτά θεωρητικούς. Αυτοί ήταν ο Άνταμ Σμιθ, ο Aλέξις ντε Τοκβίλ, ο Kαρλ Μαρξ, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο Μαξ Βέμπερ, ο Εμίλ Ντυρκέμ και ο Ζίγκμουντ Φρόυντ.
Ερωτηθείς σχετικά, ο πρωθυπουργός περιέγραψε ιδεολογικά τον εαυτό του ως φιλελεύθερο, με την έννοια του πολιτικού φιλελευθερισμού όπως αυτός διαμορφώθηκε με τη σκέψη του 19ου αιώνα και μετά. Δήλωσε ότι «πιστεύει σε μια οργανωμένη κοινωνία, όπου πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ δημοκρατίας και ελευθερίας. Σε ένα κράτος δικαίου το οποίο να μπορεί να υπερασπίζεται και τα δικαιώματα των μειοψηφιών, ανατρέχοντας πάντα στον φόβο της “τυραννίας της πλειοψηφίας”». Ως φιλελεύθερος πολιτικός, ωστόσο, διευκρίνισε πως αντιλαμβάνεται ότι, σήμερα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στερεί από το κράτος τη δυνατότητα να έχει έναν συγκεκριμένο παρεμβατικό και ρυθμιστικό ρόλο. Σημείωσε μάλιστα ότι «και από τους πολιτικούς φιλελεύθερους του 19ου αιώνα προέκυψε το κοινωνικό σύστημα, η κοινωνική ασφάλιση, δηλαδή σημαντικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες έβαλαν ένα φρένο στις ανισότητες που ο ίδιος ο καπιταλισμός από τη φύση του –κι εκεί ο Mαρξ σε αυτά δεν είχε και πολύ άδικο– προκαλεί».
Το πρόβλημα με τον αγροτικό κόσμο
Η πρώτη ερώτηση που υποβλήθηκε, πάντως, στον πρωθυπουργό αφορούσε τη διαπραγμάτευσή του με τους λεγόμενους «σκληρούς» των αγροτικών μπλόκων, που είχε προηγηθεί. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε ότι «οποιαδήποτε λύση στα δομικά προβλήματα του πρωτογενούς τομέα πρέπει πάνω και πρώτα απ’ όλα να σέβεται τις δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας». Και πρόσθεσε: «Προτιμώ να είμαι ενίοτε δυσάρεστος και να πω ξεκάθαρα ότι κάποιες από τις διεκδικήσεις δεν μπορούν να ικανοποιηθούν, παρά να δώσω την ψευδή εντύπωση ότι βάζω το πρόβλημα κάτω από το χαλί». Σημείωσε, πάντως, πως η συνάντηση με τους αγρότες «ήταν μια συνάντηση μακρά σε διάρκεια, ενδιαφέρουσα, ειλικρινής. Σχετικά ανοργάνωτη […]. Εμείς επιδιώκαμε αυτόν τον διάλογο εξαρχής, καθυστέρησε πολύ και πολλά από τα ζητήματα που συζητήθηκαν σήμερα και η κυβέρνηση έχει αντιμετωπίσει θα μπορούσαν να έχουν συζητηθεί νωρίτερα. Θα πω κάλλιο αργά παρά ποτέ».
Ποια είναι τα προβλήματα. Μερικά, ο πρωθυπουργός τα συνόψισε: «Έχουμε ζητήματα που αφορούν τη νέα ΚΑΠ, έχουμε ζητήματα που αφορούν τα έργα υποδομής, τη διαχείριση του νερού, την εκπαίδευση των αγροτών, τη νέα τεχνολογία. Όλα αυτά απαιτούν, θα έλεγα, έναν σταθερό και συνεχή διάλογο. Αλλά πρέπει να ξέρουμε και εμείς, ως εκλεγμένη κυβέρνηση, με ποιους πραγματικά συνομιλούμε και ποιοι τελικά εκφράζουν τους αγρότες».
Όταν του ζητήθηκε η εκτίμησή του για τη συνέχιση των αγροτικών κινητοποιήσεων δήλωσε συγκρατημένα αισιόδοξος. «Θέλω να πιστεύω ότι θα πρυτανεύσει η λογική», είπε. «Θα κάνουν κάποιες συζητήσεις αύριο. Νομίζω ότι και η κοινωνία έχει εξαντληθεί από αυτές τις 50 ημέρες κινητοποιήσεων. Δεν έχουν να κερδίσουν κάτι παραπάνω με το να παραμένουν στα μπλόκα. Νομίζω ότι είναι κάτι που έχουν αντιληφθεί και οι ίδιοι».
Φόροι και οικονομία
Σε επόμενη ερώτηση αν είναι ευχαριστημένος από τις μειώσεις στη φορολογία επί των ημερών της διακυβέρνησής του, ο πρωθυπουργός σημείωσε: «Όταν μιλάμε για φορολογία και φιλελευθερισμό να δούμε αν εντασσόμαστε σε λογική πιο νεοφιλελεύθερων πολιτικών που πιστεύουν ότι όλοι πρέπει να πληρώνουμε το ίδιο ποσοστό ή σε κλιμακωτή φορολόγηση. Εγώ πιστεύω στο δεύτερο. Εμείς υπηρετήσαμε με συνέπεια πολιτική μείωσης φόρων και στην ακίνητη περιουσία, και στο εισόδημα, και στο μέρισμα και στις επιχειρήσεις. Μειώσαμε πολλούς φόρους. Προτιμώ να αυξήσω πραγματικούς μισθούς και ο πολίτης να δει την αύξηση στο τέλος του μήνα παρά να πάω σε μείωση έμμεσων φόρων. Πετύχαμε να αυξήσουμε τα έσοδα μειώνοντας φόρους και γιατί καταπολεμήσαμε τη φοροδιαφυγή. Εκεί και με κάποια οριζόντια μέτρα αλλά κυρίως αξιοποιώντας την τεχνολογία έχουμε κάνει σημαντικά βήματα. Οι πιο πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να αυξήσουν φόρους, εμείς και τους στόχους μας πετυχαίνουμε και μειώνουμε φόρους».
Αναφερόμενος στην πορεία της οικονομίας τα επόμενα χρόνια, ο πρωθυπουργός είπε ότι οι δεσμεύσεις του 2023 υλοποιούνται. «Στη συντριπτική πλειοψηφία αυτά που είπαμε υλοποιούνται», τόνισε και είπε ότι πρώτη του υποχρέωση είναι να πει στους πολίτες ότι αυτά για τα οποία τον ψήφισαν τα κάνει. Είπε ότι η καλύτερη απάντηση στην ακρίβεια είναι οι αυξήσεις των μισθών εξηγώντας ότι «εμείς θέλουμε πραγματική αύξηση του ΑΕΠ, διπλάσια της Ευρώπης, και μείωση των ανισοτήτων εντός της χώρας και αυτό επιβάλλει και μία πολιτική που έχει και αναδιανεμητικά χαρακτηριστικά».
Ο δυτικός κόσμος και η παγκόσμια σκηνή
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προκλήθηκε να συζητήσει για τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, για τη Δύση που κλυδωνίζεται και για τη θέση της Ελλάδας σε έναν κόσμο που αλλάζει. Επισήμανε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν πλέον μια πολιτική που δεν θεωρεί δεδομένη τη βαθιά, συμβιωτική σχέση με την Ευρώπη. Το ζήτημα αυτό θα τεθεί και στο έκτακτο Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Πέμπτης, όπου, όπως προανήγγειλε, «θα πρέπει να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις».
Ερωτηθείς για το τι είναι πια Δύση, απάντησε: «Για εμάς, Δύση είναι η Ευρώπη. Δεν θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη, είμαστε Ευρώπη. Η Ελλάδα είναι δυτική χώρα που ασπάζεται τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής». Και πρόσθεσε ότι αν η Δύση ορίζεται ως Ευρώπη συν Αμερική, τότε αυτή η έννοια δοκιμάζεται σήμερα τόσο από τη μεταβολή των δεσμών μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού όσο και από τη ραγδαία άνοδο της Κίνας. «Αυτό που θεωρούσαμε δεδομένο, ότι η Δύση διαμορφώνει τους παγκόσμιους συσχετισμούς, δεν είναι πια αυτονόητο. Δεν μπορεί κανείς να αγνοεί όσα συμβαίνουν στην Κίνα», τόνισε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε ότι τρέφει βαθιά εκτίμηση για τις Ηνωμένες Πολιτείες και ότι θα εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για να πείσει πως ορισμένες επιλογές «δεν είναι προς το συμφέρον των ίδιων των ΗΠΑ», εκτιμώντας ότι στην ίδια γραμμή κινούνται και αρκετοί ευρωπαίοι εταίροι. Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε αναφορά στον πόλεμο στην Ουκρανία, σημειώνοντας ότι η στήριξη της Ελλάδας δεν αφορά μόνο την υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου, αλλά και την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η κυριαρχία καμίας χώρας δεν θα αμφισβητείται απλώς και μόνο επειδή κάποιος είναι ισχυρότερος. «Εχουμε ιερή υποχρέωση να ασφαλίσουμε πρώτα και πάνω απ’ όλα την πατρίδα μας», δήλωσε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα μπορεί ταυτόχρονα να δαπανά το 3% του ΑΕΠ για την άμυνα και να μειώνει φόρους, εφόσον διαθέτει την ισχύ να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα σε ένα διεθνές περιβάλλον που «δοκιμάζεται».
Σε ερώτηση γιατί απέφυγε να σχολιάσει τη νομιμότητα της απαγωγής και της σύλληψης του Νικολάς Μαδούρο από στρατιωτικές δυνάμεις των ΗΠΑ, είπε ότι η χρονική απόσταση από το γεγονός δεν προσφερόταν για ασφαλή αξιολόγηση. Άλλωστε, η στάση της Ελλάδας αποσαφηνίστηκε 48 ώρες μετά, πρόσθεσε.
Υποστήριξε ακόμα ότι έθεσε τα ζητήματα «με διακριτικό τρόπο», επιδιώκοντας, μεταξύ άλλων, να αποκρούσει «ανιστόρητες συγκρίσεις» με όσα συνέβησαν στην Ουκρανία ή στην Κύπρο το 1974.
Αναφερόμενος στο ζήτημα της Γροιλανδίας και στη στάση της Ελλάδας έναντι των ΗΠΑ, ξεκαθάρισε ότι το μέλλον της περιοχής εξαρτάται από τη Δανία και τους κατοίκους της. Τόνισε ότι πρόκειται για νατοϊκό έδαφος και ότι οποιαδήποτε απόπειρα αλλαγής του status quo θα συνιστούσε ευθεία αμφισβήτηση του ΝΑΤΟ, με δυνητικά σοβαρές επιπτώσεις στις σχέσεις με την Ουάσινγκτον. «Η Γροιλανδία είναι μέρος του Βασιλείου της Δανίας και αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι οι ΗΠΑ έχουν δίκιο όταν επισημαίνουν την ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας στην Αρκτική, σημειώνοντας πως διαθέτουν τη δυνατότητα να αναπτύξουν βάσεις, να αυξήσουν τη στρατιωτική τους παρουσία και να αξιοποιήσουν οικονομικά την περιοχή.
Οι σχέσεις με την Τουρκία
Για τα ελληνοτουρκικά, επανέλαβε ότι υπήρξε πάντα υπέρμαχος μιας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής. Αναφέρθηκε σε πρωτοβουλίες όπως ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός, η δημιουργία θαλάσσιων πάρκων και η έναρξη ερευνητικών δραστηριοτήτων νότια της Κρήτης, τονίζοντας ότι η Ελλάδα ασκεί στην πράξη τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Οπως είπε, η μοναδική διαφορά με την Τουρκία αφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, ζήτημα που θα μπορούσε να επιλυθεί από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Παράλληλα, σημείωσε ότι η επιλογή της Αθήνας να διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας έχει αποδώσει, φέρνοντας ως παραδείγματα τη συνεργασία στο μεταναστευτικό και τη διαδικασία ταχείας χορήγησης βίζας.
«Η Τουρκία είναι γείτονάς μας. Θα επιδιώκω πάντα καλές σχέσεις, αλλά θέλω να προσέρχομαι στον διάλογο από όσο το δυνατόν πιο ισχυρή θέση για την πατρίδα μας», υπογράμμισε.
Στο δρόμο προς τις εκλογές
Σχετικά με την πολιτική αντιπαράθεση και τις εκλογές του 2027, παρατήρησε ότι η κρίση θεσμών δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, συνδέοντάς τη με τον τρόπο διεξαγωγής του δημόσιου διαλόγου και τη δυναμική των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, παράγουν τοξικότητα και αρνητικό λόγο. Τόνισε ότι επιδιώκει συνθήκες ήρεμου πολιτικού διαλόγου, αν και είναι προφανές ότι δεν μπορεί μόνος του να επιβάλει τους κανόνες της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Κι όταν του επισημάνθηκε ότι θα μπορούσε να αλλάξει τον εκλογικό νόμο, να αλλάξει π.χ. τη βάση εισαγωγής στη Βουλή ενός κόμματος από 3% σε 5%, εκείνος απέρριψε κατηγορηματικά μια τέτοια σκέψη. «Οι κανόνες δεν αλλάζουν εν κινήσει», είπε, προσθέτοντας ότι η μόνη θεσμική παρέμβαση που προωθείται είναι η διευκόλυνση των Ελλήνων του εξωτερικού να ψηφίζουν από τον τόπο διαμονής τους. Κλείνοντας, σημείωσε ότι δεν μπορεί να είναι υπόλογος για τις δηλώσεις ή τις στάσεις άλλων πολιτικών ή δυνητικών πολιτικών σχηματισμών, υπογραμμίζοντας ότι η δική του ευθύνη περιορίζεται στη διαμόρφωση συνθηκών διαλόγου και στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.
Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την ελπίδα, πάντως, ότι θα υπάρξει συνεννόηση στα ζητήματα στα οποία το σύνταγμα επιβάλλει ευρύτερες συναινέσεις, όπως οι ανεξάρτητες Αρχές, ενώ χαρακτήρισε τη Συνταγματική Αναθεώρηση ευκαιρία για τη δημιουργία πλαισίου διαλόγου. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 86, 16, 24 και 100, εκφράζοντας την πρόθεση να ξεκινήσει την άνοιξη η σχετική επιτροπή, θέτοντας το ερώτημα αν τα κόμματα του Κοινοβουλίου θα ανταποκριθούν.