Σύνδεση συνδρομητών

Πνευματικά δικαιώματα  χωρίς προσχήματα

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2026 13:04
Πνευματικά δικαιώματα  χωρίς προσχήματα

Το editorial του τεύχους 173 το γράφει ο συγγραφέας Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Η πρόσφατη πανελλαδική καμπάνια για την προστασία της Πνευματικής Ιδιοκτησίας απέναντι στην Τεχνητή Νοημοσύνη διακηρύσσει υψηλούς στόχους: υπεράσπιση της δημιουργίας, θωράκιση των δημιουργών, συνέχεια της πνευματικής ζωής. Όλα ακούγονται σωστά. Όλα μοιάζουν αναγκαία. Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν βρίσκεται στα συνθήματα και στις προθέσεις. Βρίσκεται στον χρόνο και στους φορείς που τα εκφέρουν.

Πριν φτάσουμε στην Τεχνητή Νοημοσύνη, πριν αρχίσει η συζήτηση για αλγόριθμους, datasets και αυτοματοποιημένη αναπαραγωγή, υπάρχει ένα παλαιότερο, απολύτως γήινο και βαθιά ελληνικό ζήτημα: η πνευματική εργασία δεν αντιμετωπίζεται ακόμα ως κανονική εργασία. Ο συγγραφέας, ο μεταφραστής, ο δοκιμιογράφος δεν θεωρούνται αυτονόητα εργαζόμενοι που δικαιούνται αμοιβή. Το βιβλίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο φιλοφρόνησης: «στείλ’ το να το διαβάσω», «φέρε ένα αντίτυπο», «δεν μας έδωσες το βιβλίο σου». Για πολλούς και διάφορους λόγους, η πνευματική εργασία θεωρείται κάτι που οφείλει να διανέμεται δωρεάν! Πρόκειται για μιαν αυτάρεσκα προοδευτική αντίληψη που θέλει το κράτος χορηγό και τους εκλεκτούς του δημιουργούς-φορείς μόνιμους χορηγούμενους.

Το θέμα εδώ είναι συγκεκριμένο: τα πνευματικά δικαιώματα. Δεν γενικεύω. Υπάρχουν σοβαροί εκδότες, υπάρχουν έντιμες συνεργασίες. Υπάρχει όμως και ένα πρόβλημα που δεν μπορεί πια να αποσιωπάται: η συστηματική έλλειψη ενημέρωσης των συγγραφέων για την πορεία των βιβλίων τους. Δεν μιλάμε καν για την καταβολή δικαιωμάτων. Μιλάμε για την πληροφόρηση. Για το στοιχειώδες, σχεδόν ανθρώπινο αίτημα ενός συγγραφέα να γνωρίζει τι συνέβη με το έργο του.

Υπάρχουν εκδότες που, εκ συστήματος, δεν ενημερώνουν για το τι έχει πουληθεί ή έστω για την πορεία ενός τίτλου. Υπάρχουν συγγραφείς που, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, αγνοούν πόσα αντίτυπα διατέθηκαν από τα βιβλία τους. Τους ρωτούν φίλοι και γνωστοί «πώς πήγε το βιβλίο;» και δεν ξέρουν τι να απαντήσουν. Προφανώς δεν πρόκειται για λογιστική δυσκολία ούτε για περίπλοκη διαδικασία. Μια καθαρή πρόταση αρκεί: «τυπώθηκαν 1.550 αντίτυπα, στάλθηκαν 100, πουλήθηκαν 750, τα υπόλοιπα βρίσκονται στην αποθήκη». Αυτή η πληροφορία σήμερα εξάγεται με ένα πάτημα πλήκτρου. Η επίμονη άρνηση παροχής της δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα εκδοτικής πονηρίας σχετικά με τα δικαιώματα. Και είναι ακριβώς αυτή η συζήτηση που κάποιοι εκδότες δεν επιθυμούν να ανοίξει, γιατί εκεί η δημιουργική λογιστική μικρής κλίμακας αποκαλύπτει τον εαυτό της.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ένα βαθύτερο πρόβλημα: η καμπάνια ταυτίζει τα συμφέροντα εκδότη και συγγραφέα. Σε μιαν εκδοτικά ώριμη και θεσμικά έντιμη χώρα, αυτή η ταύτιση θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτονόητη. Στην ελληνική πραγματικότητα δεν είναι. Όταν χρειάζεται να δίνεις αγώνα για να μάθεις πώς πάει το βιβλίο σου, όταν φτάνεις να νιώθεις ότι προσβάλλεται η προσωπικότητά σου από υπεκφυγές και σιωπές, τότε δεν μιλάμε για κοινά συμφέροντα. Μιλάμε για ασυμμετρία ισχύος.

Η ευθύνη δεν ανήκει σε έναν μόνο κρίκο. Το βάρος πέφτει συνολικά στο σύστημα του βιβλίου: στους εκδότες, στους θεσμούς εκπροσώπησης, στο κύκλωμα των «διαχειριστών του πνεύματος». Ένα στρεβλό σύστημα που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποφέρει κέρδη σε όλες τις πλευρές και γι’ αυτό παραμένει ανέγγιχτο. Γι’ αυτό και γελώ πικρά κάθε φορά που καλούνται οι «πνευματικοί άνθρωποι» να αντιδράσουν στα κακώς κείμενα της πολιτείας· οι ίδιοι άνθρωποι που, για μια απλή αναφορά του ονόματός τους, μπορούν να δηλώσουν ολόκληρο τον Αμαζόνιο στον πνευματικό ΟΠΕΚΕΠΕ.

Το ίδιο σύστημα συντηρεί και την κωμωδία των ευπώλητων: λίστες που ανακυκλώνονται, «ραπόρτα» που αποστέλλονται σχεδόν αυτοματοποιημένα, ονόματα που επανεμφανίζονται με αξιοσημείωτη κανονικότητα. Έχω δει, ως περιστασιακός εκδότης, δική μου έκδοση να εμφανίζεται στα ευπώλητα μεγάλης εφημερίδας. Ήταν πράγματι σπουδαίο βιβλίο. Ήταν ταυτόχρονα και το τελευταίο σε πωλήσεις από όσα εξέδωσα. Απλά άρεσε στη βιβλιοπώλη. Αυτή η τακτική είτε πρέπει να γίνεται έντιμα (θεσμικά και με αποδείξεις) είτε θα έπρεπε απλώς να σταματήσει.

Μέσα στο ίδιο κύκλωμα λειτουργεί και η κριτική βιβλίου. Μια κριτική που ανακυκλώνει το δεδομένο χωρίς ρίσκο και χωρίς γνώση, αποφεύγει τη σύγκρουση και αδυνατεί να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τη λογοτεχνική παραγωγή. Είμαστε μικρή χώρα και γνωριζόμαστε. Ένας κριτικός που εξαρτάται πολλαπλώς από τους εκδότες, οι οποίοι αποφασίζουν ποιον θα τροφοδοτήσουν με βιβλία και άλλες εργασίες, δεν είναι τόσο ελεύθερος όσο αφελώς υποθέτουμε. Δεν πρόκειται για ανθρώπινες αδυναμίες. Πρόκειται για θεσμοθετημένη πρακτική: ελεγχόμενες γραφίδες, κλειστό κύκλωμα που ανακυκλώνει σιωπές, πρόσωπα, βιβλία και φίρμες. Δηλώνει «με την ειρήνη και με τον άνθρωπο», χωρίς καμία πραγματική σχέση με το βιβλίο. Η σχέση του είναι με τον εαυτό του.

Το σύστημα αυτό δεν απειλείται από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Απειλείται από τη διαφάνεια.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και τα ηλεκτρονικά περιοδικά, όχι όλα, αυτά που ξέρουν, που επιλέγουν κάθε χρόνο, κάθε βδομάδα, κάθε γιορτή και σχόλη, «τα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα», «τα δέκα καλύτερα βιβλία», «τα δέκα καλύτερα παραμύθια» – και όλως τυχαίως οι εκδότες που κυριαρχούν στις λίστες είναι ακριβώς εκείνοι που διαφημίζονται στα συγκεκριμένα μέσα. Πώς αυτή η σύμπτωση συνδυάζεται με την αναμενόμενη αυστηρή κριτική παραμένει μυστήριο. Σαν να μην έφτανε αυτό, δεν λείπουν και οι περιπτώσεις εκδοτών που αποκλείουν κριτικούς με τους οποίους διαφωνούν ιδεολογικά. Βάζουν, βγάζουν, κόβουν, ράβουν, προγράφουν, διαγράφουν και προσθέτουν ανάλογα με τα γούστα τους – δεν υπηρετούν καμία πνευματικότητα, πιθανόν να επιδοτούνται κιόλας, μοιράζουν βραβεία και επαίνους, εκδίδουν άπειρες βραχείς και ευρείς λίστες σε μια χώρα που... σφύζει από πνευματικότητα.

Ίσως, λοιπόν, θα ήταν στοιχειωδώς έντιμο, όσοι εμφανίζονται ως συνδικαλιστές και ευγενείς εκπρόσωποι των γραμμάτων και των εταιρειών λογοτεχνίας να μιλήσουν πρώτα γι’ αυτά. Να το κάνουν με ανιδιοτέλεια και ηθικό πλεονέκτημα. Και ύστερα να στραφούν στον νέο «εχθρό»: την Τεχνητή Νοημοσύνη, την πρόοδο δηλαδή με την οποία ουδέποτε ταυτίστηκαν. Μέσα σε αυτό το ελάχιστα διαφανές πνευματικό περιβάλλον, το ηθικό άλλοθι προσφέρεται αφειδώς: ειρήνη, άνθρωπος, φλοτίλες, «free Palestine», κακή Τεχνητή Νοημοσύνη που απειλεί τα δικαιώματά μας και μας μετατρέπει, υποτίθεται, σε κλειστή φασιστική κλίκα.

Η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων είναι απολύτως αναγκαία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη θέτει πράγματι υπαρξιακά ερωτήματα για τη δημιουργία. Αν όμως δεν λυθούν πρώτα τα στοιχειώδη –η ενημέρωση, η τήρηση των συμφωνιών, η ελάχιστη θεσμική εντιμότητα– κάθε καμπάνια κινδυνεύει να εκληφθεί ως αυτό που φοβάμαι ότι είναι: δήθεν και στάχτη στα μάτια.

Διότι δεν μπορείς, με σοβαρότητα, να μην καταβάλλεις επί χρόνια πνευματικά δικαιώματα, να επαναλαμβάνεις ότι ο εκδοτικός οίκος δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα και ταυτόχρονα να συμμετέχεις σε καμπάνια υπέρ της καταβολής δικαιωμάτων.

Ας μείνουμε εδώ πριν επανέλθουμε.

Ξενοφών Α. Μπρουντζάκης

Συγγραφέας. Βιβλία του: Μια κοινή περιπέτεια του σώματος (1989), Γυναικωνίτης (1995), Η μέρα άρχισε με το αλεύρι (2001), Οι καλύτερες μέρες (2007), Από στήθους (2009), Αθήνα (2015), Ο παράξενος ταξιδιώτης της Μπολιβάριας (2020),  Το λευκό κουστούμι (2022), Το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα (2024).

Σχετικά Άρθρα

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.