Σύνδεση συνδρομητών

Νέρων καὶ Σενέκας, τοῦ Eduardo Barrón (1904).   

Σενέκας, Ἀποκολοκύνθωση, εἰσαγωγή, μετάφραση, σχόλια:  Σταῦρος Τσιτσιρίδης, Κίχλη, Ἀθήνα 2023, 290 σελ.

Περιώνυμη, ἀλλὰ καὶ ἀπελπιστικὰ δύσβατη εἶναι ἡ μενίππεια σάτιρα τοῦ Σενέκα, Ἀποκολοκύνθωση, μὲ ἐκτενὴ εἰσαγωγή, κείμενο, μετάφραση καὶ σχόλια τοῦ  Σταύρου Τσιτσιρίδη. Τὴν ἡμέρα θανάτου τοῦ Κλαυδίου, ἡ ἀξιοθρήνητη Ρωμαϊκὴ Σύγκλητος πείθεται ἀπὸ τὴν ὀργίλη ἀγόρευση τοῦ Ὀκταβιανοῦ καὶ ἀπορρίπτει τὴν αἴτηση γιὰ θεοποίηση. Ἔτσι ὁ Κλαύδιος ἀποστέλλεται στὸν Κάτω Κόσμο. Ἐκεῖ συναντᾶ τοὺς δολοφονημένους συγγενεῖς του καὶ τὰ ἐκδικητικὰ θύματα τῶν ἀλλοπρόσαλλων δικαστικῶν του ἀποφάσεων. Ποία θὰ εἶναι ἡ κόλασή του; [TBJ]

22 Φεβρουαρίου 2024
1909, Μοναστήρι (Μπίτολα). Ο στρατάρχης Colmar von der Goltz (δεξιά, με παλτό), που είχε σταλεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από τα τέλη του 19ου αιώνα για να αναδιοργανώσει τον οθωμανικό στρατό, επισκέπτεται τη Μακεδονία, για την οποία είχε γράψει με αρκετή δόση λυρισμού: «Ποια καρδιά στρατιώτη δεν συγκλονίζεται βαθιά στη σκέψη ότι μπορεί να αγγίξει τη γη της Μακεδονίας;» Πλάι του ο Ντρογκούτ Πασάς. Η φωτογραφική λήψη έγινε από τους διάσημους φωτογράφους και κινηματογραφιστές του Μοναστηρίου από την Αβδέλλα Γρεβενών, τους αδελφούς Μανάκια.

Κωνσταντίνος Σ. Παπανικολάου, Η Μακεδονία των Γερμανών. Η εικόνα της Μακεδονίας στον γερμανικό δημόσιο λόγο από τις αρχές του 19ου αιώνα έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα - Δίσιγμα, Θεσσαλονίκη 2022, 456 σελ.

Πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει κανείς τη σχέση των Γερμανών με τη Μακεδονία καθώς μιλάμε για δύο ζητήματα που για μεγάλο χρονικό διάστημα σήμαιναν διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά συμφραζόμενα, ανάλογα με το ποιος μιλάει, πότε, και σε ποιον; Την απάντηση μας τη δίνει ο Παπανικολάου, συγγραφέας του έργου Η Μακεδονία των Γερμανών: «κάθε Γερμανία διέθετε τη δική της Μακεδονία».

22 Φεβρουαρίου 2024
Τοπίο στη Syberia.

Benoît Sokal, Syberia, Microids, Paris, 2002

«Ι am old, I am tired, I am very pleased to have met you, Kate Walker».

Helena Romanski

Οι άνθρωποι αποτελούμε εν πολλοίς ένα άθροισμα από τυχαίες και συχνά αντιπαραθετικές μεταξύ τους προσλαμβάνουσες που μας επηρεάζουν καθοριστικά στα χρόνια της διαμόρφωσης, δομώντας μέσα μας ένα υπόστρωμα που μας καθορίζει στο διηνεκές, η διαφυγή από το οποίο προϋποθέτει σχεδόν πάντα μεγάλες αυτοϋπερβάσεις. Η τυχαιότητα των βιβλίων που διαβάσαμε, των τραγουδιών που ακούσαμε, των ταινιών που παρακολουθήσαμε, καθώς και των προσώπων που συναπαντήσαμε, με τα οποία αλληλεπιδράσαμε κι ερωτευτήκαμε συναπαρτίζουν ένα ψηφιδωτό εντός της ψυχής μας, πάνω στο οποίο χτίζεται έπειτα ο υπόλοιπος εαυτός μας. Σίγουρα οι αξίες και οι ιδεολογίες μας έρχονται εν συνεχεία να μας σφυρηλατήσουν, το υπόστρωμα ωστόσο δύσκολα μεταβάλλεται, όση προσπάθεια κι αν καταβληθεί. Στα δε άτομα που γεννηθήκαμε στον λεγόμενο «δυτικό κόσμο» κατά το τελευταίο τέταρτο του παρελθόντος αιώνα, ένας ακόμα κομβικός –και συχνότατα παρασιωπημένος από την «υψηλή» έρευνα– παράγοντας διαμόρφωσης στην προαναφερθείσα εξίσωση είναι και τα video games που αποτέλεσαν σημαντικό τμήμα της παιδικής και νεανικής μας ηλικίας (και σε ορισμένα άτομα από εμάς κι ολόκληρου του υπόλοιπου ενήλικου βίου τους).

Κρίνω εξαιρετικά σημαντική, επομένως, την ανάγκη να τιμηθούν, μάλιστα από ένα περιοδικό που ασχολείται και με τη λογοτεχνία, τόσο η εγγενής ποιητικότητα που φέρει μέσα του το ηλεκτρονικό παιχνίδι Syberia, το οποίο γιόρτασε πρόπερσι τα 20 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του, όσο και ο ευρηματικός και πρόωρα χαμένος δημιουργός του, Benoît Sokal, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή, νικημένος από τον καρκίνο. Το Syberia σαφέστατα ούτε κόμισε ένα νέο είδος (βασίστηκε επάνω στις συμβάσεις του είδους των παιχνιδιών adventure) ούτε άλλαξε για πάντα τον κόσμο του video game franchise στην παγκοσμιότητα (παρά τις αρκετές επιγονικές σ’ εκείνο προσπάθειες). Απέδειξε, ωστόσο, και στον πιο άπιστο πως μπορεί να υπάρξει σύγχρονο ευρωπαϊκό ηλεκτρονικό παιχνίδι εφάμιλλο των σινεφίλ και ποιοτικών ταινιών που συγκινεί και προβληματίζει, θέτοντας παράλληλα καίρια ερωτήματα για την πορεία της ζωής των ανθρώπων και τα ιδεολογήματα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Και κατέδειξε, επίσης, την αδήριτη ανάγκη ενός μεγάλου τμήματος του κοινού για την ύπαρξη στρωτής και συνεκτικής αφήγησης, κάτι που έχει στερηθεί «από τα πάνω» βάναυσα υπό την επικράτεια του νεωτερικού (και μετανεωτερικού) καλλιτεχνικού παραδείγματος. Αν δεν μπορεί η λογοτεχνία να καλύψει με τις ψευδαισθήσεις των μοντερνισμών αυτή την ανάγκη, θα έρθουν προφανώς οι σειρές, οι ταινίες και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια για να το πράξουν οργανικά – η φύση απεχθάνεται το κενό.

Το Syberia, λοιπόν, ακολουθεί την περιπέτεια μιας νεαρής Νεοϋορκέζας δικηγόρου στην Ευρώπη, καθώς και τη σταδιακή της μετάλλαξη. Η Kate Walker, με το σχεδόν κωμικό όνομα και το γιάπικο τουπέ, φτάνει γεμάτη εκνευρισμό στις αρχές του 21ου αιώνα σ’ ένα χωριό των γαλλικών Άλπεων για μια υπόθεση μεταβίβασης ενός εργοστασίου που φαντάζει απλώς τυπική αγγαρεία και ρουτίνα. Η κατάσταση πάντως δείχνει να περιπλέκεται νομικά, όταν η δικηγόρος πληροφορείται πως ο αδερφός της εκλιπούσης ιδιοκτήτριας που θεωρούνταν για δεκαετίες νεκρός έπειτα από ένα νεανικό δυστύχημα βρίσκεται ακόμα στη ζωή και η μεταβίβαση δεν μπορεί να λάβει χώρα δίχως τη σύμφωνη γνώμη του. Η δικηγόρος αποφασίζει να κυνηγήσει η ίδια το κλείσιμο της υπόθεσης και ξεκινά, έτσι, ένα ταξίδι στην ιστορία της νεότερης Ευρώπης, ακολουθώντας τα βήματά του μέσα στις ταραγμένες μεταπολεμικές δεκαετίες και, πίσω απ’ αυτά, ψηλαφώντας την ίδια την πορεία του διχασμένου μεταπολεμικού ευρωπαϊκού κόσμου.

Η έρευνα που η Walker πραγματοποιεί φέρνει στην επιφάνεια το τεράστιο πάθος του προαναφερθέντος, Hans Voralberg, για την ανθρωπόμορφη ρομποτική τεχνολογία (η ύψιστη δημιουργία του, το «αυτόματο» Oscar, θα συνοδεύσει τη Walker σ’ ένα κουρδιστό τρένο, έχοντας ιδιαίτερη, μάλιστα, συνείδηση και ενίοτε και ένα ιδιότυπο φλέγμα), καθώς και το μεγάλο όνειρο του βιομήχανου και εφευρέτη που αρνήθηκε τα πάντα και κατέστη πλάνητας για την τελευταία φυλή που δεν άλωσαν ο εκβιομηχανισμός και η νεωτερικότητα, τους μυθικούς Youkols που φέρονται να  κατοικούν πλάι σε ζωντανά μαμούθ στο υποτιθέμενο «υπερβόρειο» νησί της Syberia, πέρα από τις σιβηρικές εκτάσεις.

Το ταξίδι της Walker στην Ευρώπη κρατά εντέλει μήνες και η πρωταγωνίστρια διέρχεται μέσω ενός παρηκμασμένου πανεπιστημίου στη Γερμανία με ένα τείχος που συμβολίζει το διαχωρισμό της μεταπολεμικής Ευρώπης, εν συνεχεία μέσω ενός εγκαταλειμμένου τέως σοβιετικού εργοστασίου και σταθμού κοσμοναυτών, για να καταλήξει σε μια ξεχασμένη και πλέον μολυσμένη παραλίμνια ρωσική λουτρόπολη. Η ηρωίδα έρχεται σε επαφή με δεκάδες ήρωες μιας Ευρώπης που χάθηκε, με ορισμένους εξ αυτών να φαντάζουν εφάμιλλοι κλασικών μορφών της λογοτεχνίας, όπως η τέως τραγουδίστρια της όπερας Helena Romanski που καλείται να δώσει για τις ανάγκες ενός φανατικού θαυμαστή της την τελευταία της συναυλία. Τα προαναφερθέντα πρόσωπα εμφανίζονται ως φορείς των αξιών μιας άλλης εποχής, ως εκφραστές φοβιών και διαψεύσεων, όσο, παράλληλα, παρατηρούμε το πέρασμα του Voralberg ολοένα και πιο ανατολικά (ένα μικρό cameo στο παιχνίδι πραγματοποιεί, μάλιστα, και η μορφή του «πατερούλη» Στάλιν). Χαρακτηριστικό είναι πως τις εξελίξεις και τις ενημερώσεις για τη ζωή του τις πληροφορούμαστε μέσω αυτοσχέδιων (και ιδιαίτερα καλαίσθητων, ομολογουμένως) κυλίνδρων ήχου και εικόνας που ο εφευρέτης και πρωτοπόρος έστελνε κατά το πέρασμα των δεκαετιών στην αδερφή του που είχε επιλέξει να ζήσει συμβατικά μένοντας στη Γαλλία και διευθύνοντας την οικογενειακή επιχείρηση. Το πολύμηνο ταξίδι της Walker καταλήγει να την απομακρύνει από τους εργοδότες της, τη μητέρα της, το σύντροφό της και την προηγούμενη συμβατική ζωή της και να τη μεταλλάξει καθοριστικά, ενώνοντας εντέλει το όραμά της μ’ εκείνο του εφευρέτη και πραγματοποιώντας στο τέλος του παιχνιδιού μια τεράστια προσωπική αυτοϋπέρβαση. Στο ταξίδι αυτό, συνοδός για τον παίκτη είναι τα υπέροχα χρώματα και σχέδια των περιοχών που έγιναν με προψηφιακά μέσα, οι διάλογοι που ενίοτε φτάνουν σε τεράστιο σημείο εσωτερικής ενδοσκόπησης, πολιτικοκοινωνικού σχεδιασμού και υπαρξιακού βάθους, αλλά και η μουσική επένδυση που ντύνει καθοριστικά κομβικές στιγμές του παιχνιδιού, δημιουργώντας μια αίσθηση εφάμιλλη της καλής λογοτεχνίας και του ποιοτικού κινηματογράφου.

 

Μια ποιητική εξαίρεση

Το Syberia συνέπεσε με το προσωπικό μου πέρασμα στην εφηβική ηλικία και τις πρώτες ιδεολογικές και κοινωνικοπολιτικές μου αναζητήσεις, διαμορφώνοντας ένα καίριο υπόβαθρο που επηρέασε σημαντικά (και) την ποιητική μου ιδιότητα. Γι’ αυτό και η αγάπη μου για εκείνο θα παραμένει πάντα εφάμιλλη εκείνης της αίσθησης που αφήνει ο πρώτος έρωτας, όταν ο κόσμος φαντάζει ακόμα πεδίο ανεξερεύνητο και αχανές. Ανεξαρτήτως ημών ως ατομικοτήτων, ωστόσο, η αξία του παραμένει σημαντική και αποδεικνύεται περίτρανα από τις δεκάδες επανεκδόσεις του σε άλλες πλατφόρμες, την παγκόσμια επιτυχία του, καθώς και τα παιχνίδια που το ακολούθησαν είτε ως άμεσα sequel (με το Syberia 2 να είναι το μοναδικό που διασώζει κάποιες στιγμές την αίσθηση του αρχικού και το αυτόματο Oscar να πραγματοποιεί εκεί έναν πλήρη εξανθρωπισμό), είτε ως εμμέσως επηρεαζόμενα από αυτό στη φωτογραφία, τον τρόπο παιχνιδιού και στο βάθος της εν γένει ατμόσφαιρας.

Προβάλλοντας ανοιχτά τις αντιθέσεις Αμερικής-Ευρώπης και Δύσης-Ανατολής σ’ έναν αιώνα που η δυτική Ευρώπη τείνει να μιμηθεί την άλλη πλευρά του Ατλαντικού κι απομακρύνεται καίρια από την ανατολική της άκρη, σχολιάζοντας τα βιομηχανοποιημένα ανατολικά καθεστώτα δίχως την ηδονή του νικητή του «τέλους της Ιστορίας» αλλά με μια πραγματική ανθρώπινη ματιά στις ατομικότητες που έμειναν πίσω και φέρνοντας στο προσκήνιο την ανάγκη για διαφυγή από τον μοντέρνο διχασμένο βιομηχανικό κόσμο προς το χρονότοπο του μαγικού νησιού όπου το «θαύμα λειτουργεί ακόμη» (για να θυμηθούμε και τον Σεφέρη), το παιχνίδι του Sokal δομεί έναν κόσμο πειστικό και αυθύπαρκτο που συμπληρώνει την ευρωπαϊκή Ιστορία του τελευταίου αιώνα και τη σχολιάζει με δάκρυ, χιούμορ, αγωνία και αποφασιστικότητα. Το προτείνω, λοιπόν, ανεπιφύλακτα, έστω και είκοσι χρόνια αργότερα, ως συμπλήρωμα και επέκταση της λογοτεχνίας!

20 Φεβρουαρίου 2024
Η Φάννυ Χιλλ (στο κέντρο) με τις μαθήτριες της Σχολής.

Εκπαιδεύοντας παιδιά στη μετεπαναστατική Αθήνα. Τα ημερολόγια του Τζων & της Φάννυ Χιλλ, μετάφραση από τα αγγλικά: Μάνια Μεζίτη, εισαγωγή - επιμέλεια: Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Ευρασία, Αθήνα 2023, 374 σελ.

Στις 2 Οκτωβρίου 1830 απέπλευσε από τις ΗΠΑ η πρώτη οργανωμένη μετάβαση απεσταλμένων της Ιεραποστολικής Εταιρείας Εσωτερικού και Αλλοδαπής (DFMS), επίσημης ιεραποστολικής εταιρείας της Επισκοπικής Εκκλησίας για την Ανατολική Μεσόγειο και την Ελλάδα. Μέλη της αποστολής ήταν ένα ζευγάρι αμερικανών ιεραπόστολων: ο Τζων Χένρυ Χιλλ, 39 ετών, πρώην υπάλληλος χρεοκοπημένης τράπεζας και εφημέριος Επισκοπικής Εκκλησίας, και η κατά οκτώ χρόνια νεότερη σύζυγός του Φράνσις Μαρία Μάλλιγκαν – «Φάννυ» για τους δικούς της. Κατέληξαν στην Αθήνα και έφτιαξαν σχολείο. Η Σχολή Χιλλ φέρει το όνομά τους. Τα ημερολόγιά τους μαρτυρούν την αθηναϊκή περιπέτειά τους. Tεύχος 149

17 Φεβρουαρίου 2024
Η αλληλογραφία του Τίμου Παπαδόπουλου, δευθυντή των Αγροτικών Συνεταιριστικών Εκδόσεων, με τον Νικόλαο Χατζηζήση, διοικητή του ΕΑΤ-ΕΣΑ επί δικτατορίας και βασανιστή του.

Τιμόθεος Παπαδόπουλος, Του Λαζάρου, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2022, 368 σελ.

Τιμόθεος Παπαδόπουλος, Του Λαζάρου. Όταν είδα τον τίτλο, ξαφνιάστηκα. Δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Όταν τέλειωσα το βιβλίο, είπα μέσα μου: μόνον αυτός ο τίτλος τού πήγαινε! Γιατί το βιβλίο είναι τόσα πολλά και διαφορετικά μαζί, που μόνο το όνομα του αφηγητή μπορούσε να τα περιλάβει. Ο Τίμος δεν μας καλεί να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν σαν «μανιακοί» συγγενείς που επισκέπτονται τελετουργικά το νεκροταφείο των νεκρών τους αλλά το παροντοποιεί.

17 Φεβρουαρίου 2024
Μιχάλης Οικονόμου, Σπίτια κοντά στο νερό, ελαιογραφία σε χαρτόνι, 49 × 60 εκ, ιδιωτική συλλογή. Ο ζωγράφος αποδίδει με έναν προσωπικό εξπρεσιονισμό τους φθαρμένους από το χρόνο και το αλάτι της θάλασσας τοίχους, όμως είναι ρεαλιστική η προσέγγιση μιας λουσμένης στον ήλιο αδρής επιφάνειας. Η εικόνα συμπληρώνεται λυρικά από τις πάντα λεπτά αποδοσμένες αντανακλάσεις στην υδάτινη επιφάνεια, ενώ ολοκληρώνεται συνθετικά χάρη στα έντονα κόκκινα της στέγης και των τεντών, που περιβάλλουν το οικοδόμημα, αλλά και στο μαύρο εσωτερικό στα τετράγωνα και στα ορθογώνια της πόρτας και των παραθύρων, που αντιτίθενται στο περισσότερο ή λιγότερο έντονα φωτισμένο εξωτερικό περιβάλλον.

Μιχάλης Οικονόμου. Η αλχημεία της ζωγραφικής. Αναδρομική έκθεση, επιμέλεια: Αφροδίτη Κούρια, Μέτσοβο, Πινακοθήκη Αβέρωφ, 30/9/2023-15/1/2024, Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, Ιανουάριος - Απρίλιος 2024 

Αφροδίτη Κούρια (επιμ.), Μιχάλης Οικονόμου. Η αλχημεία της ζωγραφικής, δίγλωσσος κατάλογος, Πινακοθήκη Αβέρωφ, Μέτσοβο 2023, 241 σελ.

Η μεγάλη αναδρομική έκθεση του Μιχάλη Οικονόμου στο Μέτσοβο (30/9/2023-15/1/2024, Πινακοθήκη Ε. Αβέρωφ), που συνεχίζει το ταξίδι της και στην Αθήνα (Φεβρουάριος-Απρίλιος 2024, Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη), σε παραγωγή της Πινακοθήκης Αβέρωφ-Μέτσοβο, επιμέλεια της Αφροδίτης Κούρια, δρος ιστορίας της τέχνης και με αρχιτεκτονικό σχεδιασμό της Σόνιας Χαραλαμπίδου-Διβάνη και της Ειρήνης Χαραλαμπίδου αποτελεί μια ιδανική αφορμή για να σκεφτεί κανείς συνολικά και να επαναπροσεγγίσει με πιο καθαρό βλέμμα το έργο του παραγνωρισμένου επιφανούς έλληνα ζωγράφου.

04 Φεβρουαρίου 2024
O Καζούο Ισιγκούρο, φιλοτεχνημένος από τον πορτρετίστα των βραβείων Νόμπελ, Niklas Elmehed.

Καζούο Ισιγκούρο, Η Κλάρα και ο Ήλιος, μετάφραση: Αργυρώ Μαντόγλου, Ψυχογιός, Αθήνα 2021, 384 σελ.

Στο όγδοο κατά σειρά βιβλίο του, Η Κλάρα και ο Ήλιος, και το πρώτο που έγραψε μετά το βραβείο Νόμπελ, το οποίο κέρδισε το 2017, ο Καζούο Ισιγκούρο πραγματεύεται την πιο δύσκολη και παράδοξη των σχέσεων (για εμάς, τουλάχιστον, που ζούμε στο σήμερα, μέχρι να μας διαψεύσει –και για τούτο– ο  καιρός), αυτήν δηλαδή με ένα ανθρωποειδές με «συναισθήματα», την Κλάρα, καθώς και τη νομιζόμενη σχέση της με τον θεϊκό ζωοδότη της, τον Ήλιο. Η κριτική μπορεί να διαβαστεί συμπληρωματικά με το κείμενο του Γιώργου Ναθαναήλ «Άνθρωποι και μηχανές», το οποίο δημοσιεύεται στο τεύχος 149 του Βooks’ Journal, που κυκλοφορεί, αλλά και με το κείμενο «Σκέπτομαι. Υπάρχω κιόλας;», γισ το βιβλίο του Ίαν Μακ Γιούαν, Μηχανές σαν κι εμένα (Πατάκη 2019): https://booksjournal.gr/kritikes/logotexnia/4712-skeftomai-yparxo-kiolas

30 Ιανουαρίου 2024
Η Άννα Δαμιανίδη στην Κυψέλη, Αθήνα, Δεκέμβριος 2023.

Άννα Δαμιανίδη, Δυο καλοκαίρια και μισό φθινόπωρο. Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2023, 484 σελ.

Τέσσερις φίλες και συμμαθήτριες, διαφορετικές μεταξύ τους αλλά με παρόμοιες ανησυχίες, μεγαλώνουν. Χρόνος, η εποχή της χούντας. Τόπος, η Αθήνα. Κοινωνική ομάδα, παιδιά μεσοαστών και μικροαστών.

30 Ιανουαρίου 2024
Ανδροειδή στην ταινία του 2014, Εγώ, το ρομπότ.

΄Ιαν ΜακΓιούαν, Μηχανές σαν κι εμένα, μετάφραση από τα αγγλικά: Κατερίνα Σχινά, Πατάκη, Αθήνα 2019, 416 σελ.

Είναι ένα μυθιστόρημα που εμβαθύνει στα ηθικά ζητήματα περί την Τεχνητή Νοημοσύνη και τη ρομποτική. Συζητά τα δικαιώματα –και τις ευθύνες αντίστοιχα– της δημιουργίας ευφυών μηχανών, καθώς και τη δυνατότητα αυτών των μηχανών να ξεπεράσουν την ανθρώπινη νοημοσύνη και να χειραγωγήσουν τα ανθρώπινα συναισθήματα, σε έναν καινούργιο κόσμο όπου η τεχνολογία θολώνει τα όρια μεταξύ ανθρώπου και μηχανής. Η κριτική μπορεί να διαβαστεί συμπληρωματικά με το κείμενο του Γιώργου Ναθαναήλ «Άνθρωποι και μηχανές», που δημοσιεύεται στο τεύχος 149 του ΒooksJournal, που κυκλοφορεί.

27 Ιανουαρίου 2024
Η Ειρήνη Ρηνιώτη.

Ειρήνη Ρηνιώτη, Κόκκινη γραμμή, Άγρα, Αθήνα 2023, 88 σελ.

«Η ποίηση είναι πτήση και πτώση μαζί» λέει ο Οκτάβιο Πας σε έναν από τους ευτυχέστερους ορισμούς της ποιητικής τέχνης. Κατά κάποιον τρόπο, βλέπουμε τον ορισμό αυτόν να πραγματώνεται στη λυρική γραφή της Ειρήνης Ρηνιώτη, γραφή ευαίσθητη, ανήσυχη και τολμηρή.

24 Ιανουαρίου 2024
O Γιώργος Συμπάρδης στην Αθήνα, Νοέμβριος 2023. 

Γιώργος Συμπάρδης, Πλατεία Κλαυθμώνος. Μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2023, 264 σελ.

Ένας νεαρός φοιτητής Νομικής στη δικτατορία καταλαβαίνει την αυταρχική εκτροπή, ζει και κάποιες από τις συνέπειές της – αλλά η δική του χειραφέτηση δεν είναι στην πολιτική αλλά στην ερωτική ταυτότητα. Ο Γιώργος Συμπάρδης επιστρέφει με ένα μυθιστόρημα που ακόμα μια φορά ασχολείται με προσωπικά βιώματα ανθρώπων που ιδιωτεύουν, έστω κι αν γύρω τους ρέει το ποτάμι της ιστορίας. [ΤΒJ]

24 Ιανουαρίου 2024
O Γιάννης Αντετοκούμπο, ζωντανή μαρτυρία της αδυναμίας του όρου «ομογένεια» να εκφράσει τη δυναμική της διασποράς στην Αμερική.

Στους δρόμους των Ελλήνων. Σειρά ντοκιμαντέρ για την ομογένεια της Αμερικής, σε σκηνοθεσία Χρόνη Πεχλιβανίδη. Σενάριο-παρουσίαση: Μάγια Τσόκλη. 10 επεισόδια παραγωγής 2023. Προβολή: ERTflix

Στους δρόμους των Ελλήνων: ένα οδοιπορικό, όπως αυτό που παρουσιάζεται στην ΕΡΤ, εξυμνεί μεν την καινοτομία, ωστόσο δεν αποζητά να την εφαρμόσει στον τρόπο θεώρησης του κεντρικού του θέματος, της διασποράς. Η αφηγηματική του ματιά καθοδηγείται από το άκρως αντίθετο της πρωτοπορίας, από τους κοινούς τόπους του εντοπισμού του εθνικού στη διασπορά. Ο ενθουσιασμός για την καινοτομία εξανεμίζεται όταν πρόκειται να περιφρουρηθεί η ιδεολογία της «ομογένειας», η οποία προσφέρεται προς κατανάλωση στην εθνική τηλεόραση. Πού είναι το λάθος; (αναδημοσίευση από το τχ. 147, με την ευκαιρία της συζήτησης για την επιστολική ψήφο -και- των Ελλήνων της Διασποράς)

24 Ιανουαρίου 2024
Σελίδα 37 από 105