Στὸν Βίον τοῦ Ἀλκιβιάδη (23, 4-5) ὁ Πλούταρχος ἐπισημαίνει ὅτι μία ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀξιοθαύμαστες ἱκανότητες τοῦ ἀνδρὸς ἦταν νὰ συνεξομοιοῦται μὲ τὴν συμπεριφορὰ καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τῶν ἄλλων, ἀλλάζοντας γρηγορότερα καὶ ἀπὸ χαμαιλέοντα, ὁ ὁποῖος ὡστόσο δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀφομοιώνει τὸ δέρμα του μὲ ἕνα καὶ μόνο χρῶμα, τὸ λευκό. Γιὰ τὸν Ἀλκιβιάδη λοιπόν, ποὺ συναγελαζόταν μὲ τοὺς πάντες χωρὶς νὰ κάνει διακρίσεις ἀνάμεσα σὲ καλοὺς καὶ σὲ κακούς, τίποτε δὲν ἦταν ἀκατόρθωτο. Ἔτσι, στὴ Σπάρτη ἦταν γυμναστικός, ὀλιγαρκής, σκυθρωπός. Ὅταν διαβιοῦσε στὴν Ἰωνία φαινόταν χλιδανός, ἐπιτερπὴς καὶ ράθυμος. Στὴ Θράκη πάλι μεθοῦσε καὶ κάλπαζε πάνω στὰ ἄλογα.
Αὐτὴν τὴν εἰκόνα τοῦ χαμαιλέοντα μὲ τὶς αἰφνίδιες τροπές του θυμήθηκε ὁ λόγιος αὐτοκράτορας Ἰουλιανός στὴ δηκτικότατη σάτιρα ποὺ συνέγραψε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 361 γιὰ τοὺς παλαιότερους ὁμοτίμους του μὲ τὸν τίτλο Συμπόσιον ἢ Κρόνια. Χαμαιλέων αὐτὴ τὴ φορὰ χαρακτηρίζεται ὁ Ὀκταβιανὸς Αὔγουστος, τὸν ὁποῖο ὁ καλοπροαίρετος πολίτης τοῦ Δυτικοῦ κόσμου ἀντιμετωπίζει μὲ δέος καὶ ἀνυπόκριτο θαυμασμό. Γράφει λοιπὸν ὁ Ἰουλιανὸς, ποὺ ὡς ἐκ τῆς θέσεως καὶ τῆς εὐρυμάθειας τοῦ γνώριζε τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς ρωμαϊκῆς ἱστορίας (309 Α-Β): Ὀκταβιανὸς ἐπεισέρχεται πολλὰ ἀμείβων, ὥσπερ οἱ χαμαιλέοντες, χρώματα καὶ νῦν μὲν ὠχριῶν, αὖθις δὲ ἐρυθρὸς γινόμενος, εἶτα μέλας καὶ ζοφώδης καὶ συννεφής. Ἂς ἀναλογιστεῖ λοιπὸν ὁ ἀναγνώστης τοῦ χωρίου τοὺς συμβολισμοὺς καὶ τὶς ἀντιστοιχίες τῶν χρωμάτων αὐτῶν μὲ ἰδιότητες ποὺ ἔχουν ἢ ἀποκτοῦν κατὰ τὴν ἄσκηση τῶν καθηκόντων τους οἱ ἀπόλυτοι μονάρχες, ἔστω καὶ ἂν οἱ αὐλοκόλακες μοχθοῦν νὰ ἐξωραΐσουν τὶς ἀρνητικὲς συνυποδηλώσεις. Ὁ ἐξουσιομανὴς καὶ ἀδίστακτος Ὀκταβιανὸς ἐπέτρεψε κατὰ τὶς προγραφὲς νὰ ἐκτελεσθεῖ ὁ Κικέρων, ἐξόντωσε τὸν ἰδεώδη, ἐν τῇ λύπῃ του, Καισαρίωνα καὶ συμπεριφέρθηκε μὲ ἀδιανόητη σκληρότητα στὴν θυγατέρα του Ἰουλία, ἡ ὁποία ντυνόταν φανταχτερά, ἔπινε μὲ τὴ συντροφιά της ἕνα ποτηράκι παραπάνω, καὶ ἦταν ὑπέρμαχος τῆς δημοκρατικοποίησης τοῦ ἔρωτα στὴ ρωμαϊκὴ ἀγορά. Καὶ ἡ Ἰουλία λοιπόν, καὶ ἀργότερα καὶ ἡ κόρη της Ἰουλία ἡ Νεοτέρα ἐξορίστηκαν μὲ τὴν κατηγορία τῆς «ἀκολασίας» σὲ ἐρημονήσια καὶ σὲ ἀπομακρυσμένες περιοχὲς ὅπου καὶ πέθαναν. Οἴκοθεν νοεῖται ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀταλάντευτος ὑπερασπιστὴς τοῦ καθωσπρεπισμοῦ καὶ τοῦ αὐτοκρατορικοῦ κύρους ἦταν ἔκδοτος στὶς ἡδονές μὲ τὴν κάλυψη τῆς Λιβίας. Πολλὲς ἀπὸ τὶς πολιτικές του ἐπιλογὲς ἐπίσης ἀποδείχτηκαν ὀλέθριες. Ἐνῶ ὑποσχόταν καὶ μποροῦσε νὰ ἀποκαταστήσει τὴν «πάτριον πολιτεία», δηλαδὴ τὴ δημοκρατία, ἐγκαθίδρυσε μιὰ δυναστεία ἀπὸ τὴν ὁποία προέκυψαν κατὰ σειρὰ βιολογικῆς διαδοχῆς οἱ λεγόμενοι «παρανοϊκοὶ καίσαρες»: Τιβέριος, Καλιγούλας, Κλαύδιος, Νέρων. Ἀπὸ αὐτοὺς ὁ Κλαύδιος, καίτοι ἀνισόρροπος, φαίνεται ὁ λιγότερο ἀπωθητικός.
*
Ὁ Κλαύδιος γεννήθηκε τὸ 10 π.Χ. στὸ Λούγδουνο (σημερινὴ Λυών), ὅπου ὑπηρετοῦσε ὡς διοικητὴς ὁ πατέρας του Δροῦσος, γιὸς τῆς Λιβίας καὶ ἀδελφὸς τοῦ Τιβερίου. Μητέρα του ἦταν ἡ παγερὴ Ἀντωνία ἡ νεωτέρα, ἐγγονὴ τῆς Ὀκταβίας τῆς ἀδελφῆς τοῦ Αὐγούστου. Ὁ Κλαύδιος ἦταν φιλάσθενος, δύσμορφος, ψευδός, χωλός, συνεχῶς καταϊδρωμένος καὶ ἔτσι ἡ ἄσπλαχνη μητέρα του τὸν περιφρονοῦσε καὶ τὸν ἀποκαλοῦσε βλάκα. Βλάκας ὡστόσο δὲν ἦταν, γιατὶ καὶ κατόρθωσε νὰ ἐπιβιώσει ἔστω θεωρούμενος «χαζούλης» στὸ παλάτι, ποὺ ἦταν φωλεὰ ἐχιδνῶν (μίση ἀκατάλλεκτα, πισώπλατα μαχαιρώματα, συνομωσίες, ἴντριγκες καὶ ἀθέμιτοι ἔρωτες), καὶ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ γράμματα ὡς ἱστορικὸς καὶ φιλόλογος. Μὲ τὸν καιρὸ ὡστόσο ἀπέκτησε ἐπιβλαβεῖς συνήθειες ὑποκύπτοντας στὶς θηριωδίες γαστρὸς καὶ ὑπογαστρίου: κοιλιόδουλος, οινόφλυξ, γυναιμανὴς καὶ γυναικοκρατούμενος. Αὐτοκράτορας ἀνεκηρύχθη σχεδὸν κατὰ τύχη μετὰ τὴ δολοφονία τοῦ ἀνιψιοῦ του Καλιγούλα.
Ἀνεδείχθη ἐν τούτοις παρὰ προσδοκίαν ὑποφερτὸς κυβερνήτης, γιατὶ εἶχε τὴν πρόνοια νὰ ἀσκήσει συγκεντρωτικὴ πολιτικὴ καὶ νὰ ἀναθέσει σὲ ἱκανοὺς ἀπελεύθερους τὴ διοίκηση κρίσιμων τομέων τοῦ δημοσίου. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴ Ρώμη ὑπῆρξε (γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω σύγχρονη ὁρολογία) κυβέρνηση μὲ τεχνοκράτες «ὑπουργοὺς» ἑλληνικῆς καταγωγῆς ἢ παιδείας, γνῶστες τοῦ ἀντικειμένου. Ἔτσι, στὸ πλαίσιο μιᾶς πολιτικῆς ἐπὶ τὸ φιλανθρωπότερον, καὶ κάποια πολιτικὰ δικαιώματα παραχωρήθηκαν στὰ ἀνίσχυρα μέλη τῆς κοινωνίας (δούλους, γυναῖκες καὶ παιδιά) καὶ κοινωφελῆ ἔργα ἔγιναν καὶ θεσμοὶ ποὺ θέτουν προσκόμματα στὴν αὐθαιρεσία ἱδρύθηκαν.
Στοὺς μονάρχες τὸ σφάλμα στὴν ἐπιλογή (culpa in eligendo) δὲν ἀφορᾶ μόνο τοὺς ἀξιωματούχους τοῦ κράτους ἀλλὰ καὶ τὶς συζύγους. Ὁ φιλήδονος καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπερίσκεπτος μονάρχης στὸν τρίτο γάμο του ἐπέλεξε ὡς σύζυγο τὴν κατὰ πολὺ νεότερη τοῦ Μεσσαλίνα, μιὰ ἐκθαμβωτικὴ καλλονὴ ποὺ ἀναζητοῦσε τὸν αὐθεντικὸ ἔρωτα, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι, ἂν πιστέψουμε τὸν Γαλάτη ποιητή, παρὰ «ὁ πρῶτος τυχών». Στὸ τέλος ἡ ἀχαλίνωτη μαινάδα μὲ τοὺς ἀπειροπληθεῖς ἐραστὲς προχώρησε στὸ ἀδιανόητο: παντρεύτηκε ἐκμεταλλευόμενη τὴν ἀπουσία τοῦ συζύγου, τὸν ὡραιότερο ἄντρα τῆς Ρώμης, τὸν Γάιο Σίλιο. Τὸ ἄνευ προηγουμένου σκάνδαλο κατατρομοκράτησε τὸν ἔμπιστο ἀξιωματοῦχο τοῦ Κλαυδίου Νάρκισσο, ὁ ὁποῖος ἴσως ὑποπτευόμενος μιὰ συνομωτικὴ κίνηση ἔσπευσε νὰ θανατώσει διὰ τοῦ ὑπασπιστή του Εὐόδου τὴ μοιχαλίδα στοὺς κήπους τοῦ Λουκούλου, ὅπου εἶχε καταφύγει.
Τὸ δεύτερο σφάλμα του, βαρύτερο ἀπὸ τὸ πρῶτο, ἦταν ὁ τέταρτος του γάμος μὲ τὴν ἀνιψιά του μάλιστα, μὲ τὴ δεσποτικὴ καὶ καταχθόνια Ἰουλία Ἀγριππίνα, ἡ ὁποία ἀφοῦ προηγουμένως τὸν ἔπεισε νὰ υἱοθετήσει τὸν γιό της ἀπὸ τὸν πρῶτο της γάμο μὲ τὸν κτηνώδη Γναῖο Δομίτιο Ἀηνόβαρβο, τὸν Νέρωνα, ὀργάνωσε τὴ δολοφονία του μὲ δηλητηριώδη μανιτάρια. Ὁ Κλαύδιος πέθανε τὴν 13η Ὀκτωβρίου τοῦ 54 μ.Χ. Ὁ διάδοχός του ὁ Νέρων ἐξεφώνησε ἕναν δακρύβρεκτο ἐπικήδειο, τὸν ὁποῖο εἶχε συνθέσει ὁ παιδαγωγὸς καὶ σύμβουλος του Σενέκας, καὶ ἡ δουλοπρεπὴς Σύγκλητος ἀναγνώρισε τὸν τεθνεώτα ὡς θεό — ἱέρεια τοῦ νέου θεοῦ ὁρίστηκε ἡ Ἀγριππίνα. Λίγους μῆνες ἀργότερα κυκλοφόρησε σὲ στενὸ κύκλο μιὰ φαρμακερὴ σάτιρα γιὰ τὴν ἀποθέωση, μὲ τὸν αἰνιγματικὸ τίτλο «Ἀποκολοκύντωση». Συγγραφέας της θεωρεῖται ὁ Σενέκας.
*
Ὁ Σταῦρος Τσιτσιρίδης εἶναι καθηγητὴς τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας καὶ τοῦ Ἀρχαίου Θεάτρου στὸ Πανεπιστήμιο Πατρῶν, καθὼς καὶ διευθυντὴς τοῦ διεθνοῦς ἐπιστημονικοῦ περιοδικοῦ Λογεῖον/Logeion. A journal of Ancient Theatre, τὸ ὁποῖο ἐκδίδεται ἀπὸ τὶς εὐφήμως πασίγνωστες Πανεπιστημιακὲς Ἐκδόσεις Κρήτης. Τὸ δημοσιευμένο ἔργο του, πρωτοποριακὸ καὶ πολυσχιδές, ἀποκαλύπτει ὅτι πρόκειται γιὰ κλασσικὸ φιλόλογο παλαιᾶς κοπῆς, ποὺ σημαίνει ὅτι ἀφενὸς διδάσκει aequo animo ἀρχαῖα ἑλληνικὰ καὶ λατινικὰ καὶ ἀφετέρου προσηλωμένος στὸ ἰδεῶδες ποὺ ὑπηρέτησε καὶ ἐλπίζουμε ὅτι θὰ ὑπηρετεῖ ἀκόμη στὰ Ἡλύσια, ὁ γραμματικὸς ἐκεῖνος, ποὺ ἀπαθανάτισε ὁ Κ. Π. Καβάφης στὸ ἐπίγραμμά του, ὁ Λυσίας (θυμήσου, ἀναφαλαντία ἀναγνώστη τὸ λύω, λύεις, λύει κτλ.). Ποιό ἦταν τὸ ἀντικείμενο τῆς παθιασμένης μελέτης του; Μά τί ἄλλο παρά: «Σχόλια, κείμενα, τεχνολογία, γραφές, εἰς τεύχη ἑλληνισμῶν πολλὴ ἑρμηνεία». Ἐξαίρετα δείγματα τῆς προσήλωσης του αὐτῆς στὰ παραδοσιακὰ θέσφατα εἶναι τὰ βιβλία: Platons Menexenos. Einleitung, Text und Kommentar, (B.G. Teubner 1998), Beiträge zu den Fragmenten des Klearchos von Soloi, (Walter de Gruyter 2013) καὶ Ἡ γένεση τῆς λογοτεχνικῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ ποιήματος τοῦ Σιμωνίδου στὸν Πρωταγόρα τοῦ Πλάτωνος, (Στιγμὴ 2001). Στὸν ρηξικέλευθο ἐκδοτικὸ οἶκο Κίχλη, ποὺ διευθύνεται ἀπὸ τὴν φιλόλογο καὶ ἐρευνήτρια Γιώτα Κριτσέλη, ἐξέδωσε τὸ 2023 τὴν περιώνυμη, ἀλλὰ καὶ ἀπελπιστικὰ δύσβατη μενίππεια σάτιρα τοῦ Σενέκα μὲ ἐκτενὴ εἰσαγωγή, κείμενο, μετάφραση καὶ σχόλια.
Μιὰ περίληψη τοῦ περιεχομένου σὲ ἁδρότατες γραμμὲς εἶναι ἀναγκαία. Μετὰ τὸ σύντομο χλευαστικὸ προοίμιο ὅπου ὑπονομεύεται ἡ ὅποια ἀξιοπιστία τοῦ περιστατικοῦ ὁ ἀνώνυμος βαρύγλωσσος ἀφηγητὴς ἐξιστορεῖ τὰ ὅσα συνέβησαν στὴ γῆ κατὰ τὴν ἡμέρα θανάτου τοῦ Κλαυδίου καὶ τὰ ὅσα διαδραματίστηκαν στὴ Συνέλευση τῶν θεῶν στὸν οὐρανό, ἡ ὁποία ἀντικατοπτρίζει τὴ Ρωμαϊκὴ Σύγκλητο. Ἡ ἀξιοθρήνητη Σύγκλητος πείθεται ἀπὸ τὴν ὀργίλη ἀγόρευση τοῦ Ὀκταβιανοῦ καὶ ἀπορρίπτει τὴν αἴτηση γιὰ θεοποίηση. Ἔτσι ὁ Κλαύδιος ἀποστέλλεται μὲ τὴ συνοδεία τοῦ ψυχοπομποῦ Ἑρμῆ στὸν Κάτω Κόσμο. Ἐκεῖ περίτρομος πιὰ ὁ αὐτοκράτορας συναντᾶ τοὺς δολοφονημένους συγγενεῖς του καὶ τὰ ἐκδικητικὰ θύματα τῶν ἀλλοπρόσαλλων δικαστικῶν του ἀποφάσεων. Ὁ Αἰακός, ὁ ἀδέκαστος κριτὴς, καταδικάζει τὸν μανιώδη κυβευτὴ νὰ ρίχνει αἰωνίως ζάρια ἀπὸ ἕνα τρύπιο τάσι. Τελικὰ ὅμως ἐμφανίζεται ἡ ἀγαθοποιός μορφὴ τοῦ Καλιγούλα, ὁ ὁποῖος ἐπιτυγχάνει νὰ παραχωρηθεῖ ἀπὸ τὸν Αἰακὸ ὁ Κλαύδιος ὡς δοῦλος καὶ γραφέας στὸν ἀπελεύθερό του Μένανδρο.
Στὴν πρώτη ἑνότητα («Τὰ ἱστορικὰ συμφραζόμενα») τῆς Εἰσαγωγῆς παρουσιάζονται συνοπτικὰ χωρὶς προκαταλήψεις καὶ δραματοποιήσεις τὰ οὐσιώδη βιογραφικὰ στοιχεῖα τοῦ προβληματικοῦ πρίγκηπα καὶ παρ᾽ ἐλπίδα αὐτοκράτορα. Παραλλήλως μὲ ἀδρὲς πινελιὲς εἰκονογραφεῖται ἡ δυστοπία τῆς μοναρχικῆς αὐλῆς, ὅπου θεριεύουν ὅλα τὰ «ἄνθη τοῦ κακοῦ»: πολυτέλεια, τρυφή, ὡμότητα, διαφθορά.
Στὸ κεφάλαιο γιὰ τὸν Σενέκα παρακολουθοῦμε τὴ δαιδαλώδη πορεία τοῦ στωικοῦ φιλοσόφου ἀπὸ τὰ μεγαλεῖα τῆς ἐξουσίας στὴν διατεταγμένη ἀπὸ τὸν μαθητή του, τὸν Νέρωνα, αὐτοκτονία, ἡ ὁποία ὡστόσο συντελεῖται στὸ πλαίσιο ἑνὸς θεατρικοῦ διακόσμου. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι στὴν αὐτοκρατορικὴ Ρώμη, ἡ εὔλογος ἐξαγωγὴ τοῦ βίου ὅπως ὅριζαν τὴν αὐτοκτονία οἱ Στωικοί, ἐξελίχτηκε σὲ μιὰ στυλιζαρισμένη θεατρικὴ παράσταση, ἕνα θέαμα, ἀνάμεσα σὲ τόσα ἄλλα.
Στὴ δεύτερη ἑνότητα (Ἡ Ἀποκολοκύνθωση) τῆς Εἰσαγωγῆς συζητοῦνται θέματα, ὅπως ὁ τίτλος, ἡ δομὴ καὶ χρονολόγηση τοῦ ἔργου, τὸ λογοτεχνικὸ εἶδος καὶ ἡ θεατρικὴ διασταύρωση καθὼς καὶ παράδοση τοῦ κειμένου. Εἰδικότερα τώρα στὸ κεφάλαιο «Τί σκέφτηκε ὁ Σενέκας» ὁ ἐκδότης ἐπισημαίνει ὅτι ἡ σάτιρα δὲν ἀπέβλεπε μόνο στὴν περιστασιακὴ διασκέδαση τοῦ κοινοῦ, ἀλλὰ εἶχε καὶ μιὰ εὐρύτερη σκοποθεσία προτρεπτικοῦ χαρακτήρα: νὰ παροτρύνει τὸν νέο αὐτοκράτορα, τὸν Νέρωνα, νὰ ἀκολουθήσει τὸ παράδειγμα τοῦ Αὐγούστου σεβόμενος τὴ Σύγκλητο κτλ.
Ἡ πολιτικὴ σάτιρα, τὸ ὅπλο τοῦ ἀδύναμου ἐναντίον τοῦ ἰσχυροῦ ἢ ἔστω, ὅπως ἐδῶ, τοῦ πρώην ἰσχυροῦ σκοπεύει πρωτίστως στὴν ἀπομυθοποίηση καὶ στὴ γελοιοποίηση τοῦ ἀντιπάλου. Καταφεύγει λοιπὸν καὶ σὲ ἀκραῖες μορφὲς γλωσσικῆς ἔκφρασης, καὶ σὲ κινδυνώδεις μεταφορὲς καὶ στὸν ἐσχηματισμένο λόγο καὶ σὲ ἀρρητολογίες καὶ σὲ ἀνυπόφορες αἰσχρολογίες. Δύσκολα ἑπομένως μεταφράζεται, ἰδίως ἂν ἔχει γραφεῖ σὲ μιὰ γλώσσα τοῦ μακρινοῦ παρελθόντος, ποὺ σήμερα εἶναι νεκρή. Ὁ μεταφραστὴς ἑπομένως ἀναγκάζεται συχνὰ νὰ ἰσορροπεῖ ἀνάμεσα στὴν πιστὴ μεταγραφὴ καὶ στὴν ἐλεύθερη ἀπόδοση τοῦ κειμένου.
Ἡ στέρεη ἑλληνομάθεια, ποὺ σημαίνει βαθιὰ γνώση τῆς γλώσσας μας στὴ διαχρονική της διάσταση, συμπορευόμενη μὲ τὴν ὀξύτατη αἴσθηση τοῦ χιοῦμορ καὶ τὴν εὐτράπελη διάθεση συνεπικούρησαν τὸν μεταφραστὴ ὥστε καὶ τὰ ἐναλλασσόμενα ἐπίπεδα ὕφους (σεμνολόγο, ἱερατικό, λυρικό, γραφειοκρατικό, ἀγοραῖο) νὰ μιμηθεῖ μὲ ἄνεση, καὶ τοὺς ἀνυπότακτους ἰδιωτισμοὺς νὰ τιθασεύσει καὶ τὴν πιπεράτη νοστιμάδα τῆς αὐθόρμητης βαναυσολογίας εὐτόλμως νὰ μὴν ἀπεμπολήσει καὶ τὴ μητρική του γλώσσα, τὴ βαθύπλουτη κρητικὴ διάλεκτο νὰ ἀξιοποιήσει ἀνακαλώντας εὐφωνικὰ τεχνουργήματα (4,2 «μπουρμπουλίζω»). Φρόντισε ἐπίσης νὰ ἱκανοποιήσει καὶ τὸν ἄκρως ἀπαιτητικὸ ἀναγνώστη παραθέτοντας στὰ Σχόλια καὶ ἐναλλακτικὲς μεταφραστικὲς λύσεις καὶ ἀποκρυπτογραφήσεις σεσοφισμένων γρίφων. — Εὖγε λοιπόν.
Δύσκολα θὰ κατανοούσαμε σήμερα τὸν Ἀριστοφάνη καὶ τὸν Πίνδαρο, ἂν χαλκέντεροι γραμματικοὶ τῆς ἀρχαιότητας καὶ τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς δὲν θυσίαζαν στὸ βωμὸ τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης ἀκόμη καὶ τὸ φῶς τῶν ματιῶν τους, ὅπως ὁ Δίδυμος ὁ τυφλός, διαφωτίζοντας μας γιὰ γεγονότα, πρόσωπα, θεσμούς, ρωπογραφικὲς λεπτομέρειες καὶ σημασίες σπανίων λέξεων, ποὺ οἱ ποιητὲς μνημονεύουν ἢ ὑπαινίσσονται στὰ γλωσσηματικά τους κείμενα. Σημαντικὴ ὅμως εἶναι καὶ ἡ συμβολὴ ὅμως τῶν νεότερων ὑπομνηματιστῶν, οἱ ὁποῖοι διακινδυνεύοντας τὴν οἰκογενειακή τους γαλήνη καὶ δεινῶς ἀχρηματοῦντες μοχθοῦν νυχθημερὸν γιὰ νὰ μᾶς διασαφηνίσουν ἐπὶ παραδείγματι τὶς δομὲς ἐξουσίας κατὰ τὴν αὐτοκρατορικὴ ἐποχή, τὶς ἀθλιότητες τῆς ἰουλιοκλαυδιανῆς δυναστείας, καὶ τὰ καταλεπτολογήματα ποιητῶν καὶ φιλοσόφων. Ἡ ταπεινὴ ὑποσημείωση στὶς μελέτες θεωρεῖται τὸ θεμέλιο τῆς ἐπιστήμης («Das Fundament der Wissenschaft»). Τὸ φιλολογικὸ ὑπόμνημα, ποὺ ἐνίοτε δὲν εἶναι παρὰ συμπίλημα ὑποσημειώσεων φωτίζει τὰ δυσείκαστα χωρία τῆς λογοτεχνίας παλαιότερων ἐποχῶν. Πάνω σ᾽ αὐτὰ τὰ ἔργα τοῦ μόχθου στηρίζονται καὶ τὰ σημερινὰ μεγαλόπρεπα οἰκοδομήματα τῆς θεωρίας τῆς λογοτεχνίας. Στὴ σύνταξη τοῦ ὑπομνήματος ὁ ἐκδότης μας κράτησε τὴ χρυσὴ τομὴ ἀνάμεσα στὴν φιλόφρονα ὑψηλὴ ἐκλαΐκευση καὶ τὴν βλοσυρὴ ἐμβρίθεια, τὴν φιλολογικὴ ἐκείνη ἀρετὴ ποὺ οἱ Γερμανοὶ ἀποκαλοῦν Gründlichkeit.
Σημειώνω ἐδῶ δυὸ ἐπιφυλάξεις γιὰ πορίσματα τῆς παλαιότερης ἔρευνας ποὺ ἔχουν ἀποκρυσταλλωθεῖ σὲ βεβαιότητες. Ἡ πρώτη ἀφορᾶ τὴν πατρότητα τοῦ ἔργου. Διαβάζοντας πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὴν Ἱστορία τῆς λατινικῆς λογοτεχνίας τοῦ H. J. Rose (μτφρ. Κ. Χ. Γρόλλιου, ΜΙΕΤ 1980) ἐξεπλάγην ποὺ ὁ συγγραφέας δηλώνει χωρὶς περιστροφὲς ὅτι δυσκολεύεται νὰ κρίνει ἀμερόληπτα τὸν φιλόσοφο, γιατὶ τοῦ προκαλεῖ ἀντιπάθεια ὁ χαρακτήρας του. Ἐκθέτει λοιπὸν τοὺς λόγους τῆς ἀντιπάθειας καὶ συμπεραίνει ὅτι ὁ φιλόσοφος ἦταν μὲν εὔγλωττος ἀλλὰ χωρὶς ἠθικὸ σθένος, γιατὶ ἐπιθυμοῦσε νὰ συμβουλεύει μὲ τὸ ἔργο του χιλιάδες ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἦταν καλύτεροι του. Ἀσπάζομαι τὴ γνώμη τοῦ διακεκριμένου μελετητή. Καὶ ἐγὼ ἀκόμη, καίτοι περιστασιακὸς ἀναγνώστης κατὰ καιροὺς τοῦ φιλοσόφου, θὰ μποροῦσα νὰ προσθέσω ἐπιβαρυντικὰ στοιχεῖα γιὰ τὸν κομφορμισμὸ καὶ τὴν εὐτέλεια τῆς συμπεριφορᾶς του. Σὲ ἀντίθεση λοιπὸν μὲ τὸν φιλόσοφο ὁ συγγραφέας τῆς σάτιρας, ἕνα ἐλεύθερο πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, ἀσκεῖ σαρωτικὴ καὶ ἀνοικτίρμονα κριτικὴ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἐποικοδόμημα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ στοὺς στυλοβάτες του. Ἡ κριτική του εἶναι «ἄνευ ὁρίων, ἄνευ ὅρων» ποὺ λέει ὁ ποιητής. Ὁ ἀνώνυμος ἑπομένως χλευαστὴς θὰ πρέπει νὰ ἀναζητηθεῖ στοὺς κύκλους τῶν διανοουμένων ποὺ νοσταλγοῦσαν τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα, ὅπως ἔστω τὸ εἶχε πλάσει ἡ φαντασία τους ἀπὸ διηγήσεις τῶν πατέρων τους καὶ ἀπὸ ἀναγνώσματα. Γιὰ τὸ κλίμα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς (Kaiserzeit), καὶ τοὺς ἡρωικοὺς ἀγῶνες τῶν «ἀντιφρονούντων» μᾶς ἐνημερώνουν δύο ἐμπεριστατωμένες ἀνακοινώσεις ποὺ ἔχουν συμπεριληφθεῖ στὰ Πρακτικὰ τοῦ Α´ Πανελληνίου Συμποσίου Λατινικῶν Σπουδῶν (Γιάννενα 1984), τὸ ὁποῖο εἶχε ὡς θέμα του «Λογοτεχνία καὶ πολιτιική στὰ χρόνια τοῦ Αὐγούστου»: Δήμητρα Μ. Τσιτσικλή, «Πομπήιος Τρόγος καὶ ρωμαϊκὴ παράδοση», καὶ Δ. Ζ. Νικήτας, «Ὁ Αὔγουστος καὶ ἡ “μὴ στρατευμένη” ρωμαϊκὴ λογοτεχνία».
Η δεύτερη ἐπιφύλαξη ἀφορᾶ τὸν καταδικαστικὸ γιὰ τὸν Κλαύδιο λόγο τοῦ Αὐγούστου, ποὺ πράγματι κατέχει σημαντικὴ θέση, ἂν ὄχι τὴ σημαντικότερη, στὴ σύνθεση τοῦ ἔργου. Ὁ Αὔγουστος προτείνει νὰ ἐκτοπισθεῖ τὸ ταχύτερον δυνατὸν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν, ἀπὸ δὲ τὸν Ὄλυμπον ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Καὶ γιὰ νὰ ποῦμε τὴν πρώτη κακία μας: μὲ μεγάλη εὐκολία ἐξόριζε ὁ Αὔγουστος καὶ ὅταν ἦταν ἐν ζωῇ. Τὰ παραδείγματα λεγεών. Ἡ πλειονότητα τῶν σχολιαστῶν θεωρεῖ καλῇ τῇ πίστει ὅτι πρέπει νὰ πάρουμε τοῖς μετρητοῖς τὰ λεγόμενα τοῦ Αὐγούστου. Καὶ ὁ ἐκδότης μας συντάσσεται μὲ αὐτὴ τὴν ὑπερβολικὰ καλοπροαίρετη ἄποψη σημειώνοντας ὅτι «ἀπὸ τὸ λόγο του διαφαίνεται μιὰ προσωπικότητα μὲ μετριοφροσύνη καὶ ἀξιοπρέπεια […] Τὰ πιὸ καθημερινά, ἀνάλαφρα περιστατικὰ (ἀνάμεσά τους καὶ ὁρισμένα κωμικὰ στοιχεῖα) δὲν θὰ ὑπῆρχαν βέβαια στοὺς δημόσιους λόγους τοῦ ἱστορικοῦ Αὐγούστου, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρόκειται γιὰ παρωδία ἤ, πολὺ περισσότερο, ὅτι ἀσκεῖται ἔμμεσα κριτικὴ στὸν Αὔγουστο (ὅπως θεωρεῖ ἡ Sοnja Wolf, Die Augustusrede in Senecas Apocolyntosis, 1986). Ὁ Σενέκας πιθανῶς θέλησε νὰ λάβει ὑπόψη του τὶς συμβάσεις τοῦ εἴδους στὸ ὁποῖο γράφει. Ἔτσι διατηρεῖ τὴν εἰρωνικὴ ἀπόσταση κτλ.». Δὲν κατόρθωσα νὰ προμηθευτῶ τὴ μελέτη τῆς S. Wolf, ἀλλὰ πιστεύω καὶ ἐγὼ ὅτι ἀσκεῖται καὶ μάλιστα δριμύτατη κριτικὴ καὶ μέσα καὶ ἀνάμεσα στὶς γραμμὲς τοῦ κειμένου στὸν ἀρχηγέτη τῆς δυναστείας.
Ἡ πολιτικὴ σάτιρα δὲν εἶναι ἕνας μονότονα ὀργίλος καταγγελτικὸς λόγος, ἀλλὰ δίκην χαμαιλέοντος καὶ αὐτὴ ἀλλάζει συνεχῶς χρώματα καὶ τόνους συμπαρασύροντας καὶ τὶς διαθέσεις τοῦ ἀναγνώστη, τοῦ κάπως ἐξοικειωμένου μὲ τὸν χῶρο τῆς πολιτικῆς, ὁ ὁποῖος πότε ἐξανίσταται πότε ἀγανακτεῖ, πότε μειδιᾶ, πότε γελᾶ μὲ τὴν ψυχή του καὶ πότε παραδίδεται στὸ ὀξύμωρο πάθος τοῦ κλαυσίγελου — Variatio delectat. Ἔτσι, στὴν προκειμένη περίπτωση ὁ ὑποψιασμένος ἀναγνώστης, ποὺ δὲν κατατρύχεται ἀπὸ ἰδεολογικὲς ἀγκυλώσεις καὶ προκαταλήψεις θὰ πλήξει μὲ τὴν ἀφόρητη κοινοτοπία τῆς αὐγούστειας προπαγάνδας γιὰ τὴν εἰρήνη σὲ γῆ καὶ θάλασσα, γιὰ τὸ πέρας τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν γιὰ τὴν νομοθεσία καὶ τὰ δημόσια ἔργα καὶ βέβαια γιὰ τοὺς αὐτοεγκωμιασμοὺς τοῦ ρήτορα γιὰ τὴν (ψυχρὰ ὑπολογισμένη) ἐπιείκεια του. Θὰ δυσανασχετήσει ὅμως μὲ τὸν ὑπερεκχειλίζοντα λαϊκισμὸ τοῦ κατηγορητηρίου: πληθώρα παροιμιῶν, ποὺ ὁρισμένες εἶναι κακόγουστες. Θὰ χαμογελοῦσε βέβαια μὲ τὴν ἐπίδειξη ἑλληνομάθειας τοῦ Ὀκταβιανοῦ (τότε ἀκόμα τὰ ἑλληνικὰ ἦταν γλώσσα περιωπῆς), ἡ ὁποία δὲν ἦταν κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Σουητώνιου σπουδαία. Θὰ γελοῦσε ὅμως τρανταχτὰ ἀκούγοντας ὅτι ὁ πολυπράγμων μονάρχης ἀσχολεῖται μόνο μὲ τὶς δουλειές του, γιατὶ ἦταν πασίγνωστο ὅτι οἱ παρεμβάσεις ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ προσωπικὲς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων δὲν εἶχαν ὅρια. Τὰ συνοικέσια πολιτικῶν σκοπιμοτήτων καὶ τὰ διατεταγμένα διαζύγια, ἀκόμη καὶ γιὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογένειας βρισκόταν στὴν ἡμερησία διάταξη.
Θὰ ἐξοργιζόταν βέβαια ὁ ἀναγνώστης μας μὲ τὰ ἐγκλήματα τοῦ Κλαυδίου, ὅσα τουλάχιστον διέπραξε αὐτοβούλως, γιατὶ ἀρκετὰ τὰ σχεδίασε ἡ Μεσσαλίνα. Δὲν θὰ μποροῦσε ὡστόσο νὰ παραβλέψει ὅτι καὶ τὸ ποινικὸ μητρῶο τοῦ κατηγόρου ἦταν κατάγραφο ἀπὸ δολοφονίες, βασανιστήρια, βιαιοπραγίες καὶ ἄλλα ἔργα μυσαρά, ὅπως ἡ τύφλωση τοῦ πραίτωρος Κόιντου Γάλλιου. Μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια γιὰ ἀσήμαντη ἀφορμὴ τοῦ ἐξώρυξε τὰ μάτια ὁ Αὔγουστος (Σουητώνιος 27,4). Καὶ οἱ δύο Ἰουλίες; Γκάφα ἀσυμμάζευτη (σκόπιμη βέβαια), γιατὶ ὁ καθένας ἀκούγοντας τὰ ὀνόματα σκεπτόταν συνειρμικὰ τὶς δυὸ πιὸ προβεβλημένες Ἰουλίες, τὴν κόρη καὶ τὴν ἐγγονὴ τοῦ αὐτοκράτορα, ποὺ δεινοπάθησαν ἀπὸ τὴν ἀδιατρεψία τοῦ πατέρα τους.
Κατὰ κανόνα ὁ ἱστορικὸς Αὔγουστος ἀξιολογεῖται μὲ βάση τὸ νεφελῶδες καὶ συνεπῶς ἀμφιβόλως ἐγκυρότητας κριτήριο τῆς «ἱστορικῆς προοπτικῆς», καὶ ἔτσι συσκοτίζονται πολλὲς ἀπὸ τὶς ἀρνητικές (ἀλλὰ τόσο τελεσφόρες στὴν πολιτικὴ πρακτική) ἱκανότητες ποὺ διέθετε, ὅπως ἦταν ἡ ἀοριστολογία, ἡ προσποίηση καὶ ἡ θεατρικότητα ποὺ ἐκδηλωνόταν μὲ μεγαλοστομίες καὶ μελοδραματισμοὺς κυρίως ὡς ρητορικὴ ὑπόκριση. Ἂς θυμηθοῦμε τὶς ἀντιδράσεις τοῦ ὑπερήλικος Αὐγούστου γιὰ τὸν ὄλεθρο τῶν λεγεώνων τοῦ Οὐάρωνος. Καὶ στὸ λογύδριο βέβαια ἡ παρουσία τῆς θεατρικότητας εἶναι πληθωρικὴ μὲ ἀποκορύφωμα τὴν δανεισμένη ἔστω ἀναφώνηση: «Ντρέπομαι γιὰ τὴν αὐτοκρατορία».
*
Ὁ Max Cary στὴ Ρωμαϊκὴ ἱστορία του (ἐκδ. Μίνωας 1960, Β´, 153) παρατηρεῖ ἀφελῶς ὅτι «ἡ ὑπόσχεση ποὺ εἶχε δώσει ὁ Αὔγουστος τὸ 36 π.Χ. ὅτι θὰ ἀποκαθιστοῦσε ὁριστικὰ τὴ δημοκρατία δὲν ἀποτελοῦσε ἁπλῶς κίνηση τακτικῆς σ᾽ ἕνα διπλωματικὸ παιχνίδι: ἡ δική του ἀκριβῶς κλίση καὶ ἐμπειρία τὸν ἔστρεφε πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση». Ὅμως στὴν σχετικὴ ὑποσημείωση (ὅ.π. ἀρ. 2) ὁ διακεκριμένος ἱστορικὸς σπεύδει κατόπιν ὡριμοτέρας σκέψεως νὰ ἀποκαταστήσει τὰ πράγματα: «Ἡ ἀντίθετη ἄποψη ὅτι ἡ “ἀποκατάσταση τῆς Δημοκρατίας” θὰ χρησίμευε μόνο σὰν προπέτασμα γιὰ τὴν προσωπικὴ κυριάρχηση τοῦ Αὐγούστου ὑποδεικνύεται ἀπὸ τὸν Τάκιτο καὶ βεβαιώνεται ἀπὸ τὸν Δίωνα Κάσσιο, ἐνῶ συγχρόνως ἔχει βρεῖ τὴ σύγχρονη ἀναγνώριση. Ἂν εἶναι σωστὸ αὐτό, ὁ Αὔγουστος ἦταν ὁ πιὸ τέλειος ἠθοποιὸς τῆς πολιτικῆς ὅλων τῶν ἐποχῶν». Δὲν ἔχω δυσκολία νὰ τὸ παραδεχτῶ: ἦταν λοιπὸν ἀνώτερος στὴ θεατρικὴ ὑπόκριση καὶ ἀπὸ τοὺς δυὸ γνωστότερους θαυμαστές του, τὸν βασιλέα ἥλιο Λουδοβίκο 14ο καὶ τὸν θλιβερὸ καμποτίνο, τὸν καταγέλαστο Μπενίτο Μουσολίνι. Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος τὶς τελευταῖες του στιγμές, ὅπου καὶ ὸ πιὸ κρυψίνους ἄνθρωπος ἐνδέχεται νὰ πεῖ γιὰ πρώτη καὶ τελευταία φορὰ τὴν ἀλήθεια, ὁμολόγησε ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν μιὰ ἐπιτυχημένη θεατρικὴ παράσταση. Μάρτυρας ὁ Σουητώνιος ποὺ ἦταν ἀρκετὰ ἐπιεικὴς μαζί του: «... ὕστερα, ἀφοῦ ζήτησε νὰ τοῦ φέρουν ἕναν καθρέφτη χτενίστηκε, ἴσιωσε τὰ σαγόνια του, ποὺ εἶχαν στραβώσει, καὶ ἀφοῦ κάλεσε τοὺς φίλους του, τοὺς ρώτησε ἂν πίστευαν πὼς εἶχε παίξει ὅπως ἔπρεπε τὴν κωμωδία τῆς ζωῆς. Στὸ σημεῖο αὐτὸ πρόσθεσε στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ τοὺς στίχους ποὺ ἔκτοτε ἔμειναν παροιμιώδεις:
χειροκροτῆστε με λοιπόν, μιὰ κι ἔχω παίξει ὡραῖα
κι ὅλοι μαζί χαρούμενοι πέστε μου κατευόδιο.
(Σουητ. Αὔγ. 97, μτφρ. Ν. Πετρόχειλος)
Ἐκθύμως παραχωρῶ τὸν σχολιασμὸ τοῦ κειμένου στοὺς ψυχαναλυτὲς ποὺ εἶναι ἁρμοδιότεροι γιὰ γνωματεύσεις ἀθεράπευτου ναρκισσισμοῦ.
Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐνασχόλησή μου μὲ τὸν Κλαύδιο καὶ τὰ κατορθώματά του μὲ ἀφορμὴ τὴν ἔξοχη ἀπὸ κάθε ἄποψη ἔκδοση τῆς Ἀποκολοκύνθωσης, ἑνὸς ἔργου «σχεδὸν μεγαλοφυοῦς», μοῦ ἐνεστάλαξε αἰσθήματα συμπάθειας γιὰ τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν ποὺ ἦταν βέβαια ἀδικημένος ἀπὸ τὴν (κακούργα ἐνίοτε) φύση ἀλλὰ καὶ ἀπερίσκεπτος. Ἀπὸ τὸν ὠκεανὸ τῶν σφαλμάτων του δυὸ ἦταν οἱ πιὸ πικρὲς σταγόνες: ἡ ἐγκατάλειψη τῆς μακαριότητας τοῦ φιλολογικοῦ του σπουδαστηρίου, προκειμένου νὰ ἀφιερωθεῖ στὴ διοίκηση, καὶ μάλιστα στὴ διοίκηση μιᾶς αἱμοσταγοῦς αὐτοκρατορίας, καὶ τὸ δυσήνιο πάθος του γιὰ τὶς μοιραῖες γυναῖκες, ποὺ εἶναι καὶ ἐπικίνδυνες καὶ πολυέξοδες· μὲ μαστίχα Χίου καθάριζε τὰ αἰχμηρά της δοντάκια ἡ φεγγαροπρόσωπη Μεσσαλίνα, τὸ ἴνδαλμα ὡς σήμερα ἐφήβων καὶ γερόντων ὅπου γῆς. Ἐπηρεασμένος λοιπὸν ἀπὸ τὴν ὑφέρπουσα αὐτὴ συμπάθεια σκεφτόμουν ὡς ἐναλλακτικὴ πρόταση γιὰ τὸν ἀγριευτικὸ τίτλο τῆς παρούσας φλύαρης βιβλιοκρισίας τὸν στίχο ποὺ ὁ Γ. Σεφέρης ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸ προφητικὸ βιβλίο τοῦ Ἰωνᾶ: λελύπημαι ἐπὶ τῇ κολοκύνθῃ.