Παραδόξως, θα μιλήσω για απουσίες. Γιατί η μετάφραση είναι ο μη-τόπος, η ου-τοπία, η γλωσσική επικράτεια που, με την ίδια ένταση που περισσότερο από καθετί άλλο επιθυμεί να βρίσκεται ο ποιητής, με την ίδια αυτή ένταση απουσιάζει ή, έστω, υποκρίνεται ότι απουσιάζει (και πρέπει να απουσιάζει).
σαν να μην είμαι
σαν να μην είμαι πια εγώ εσύ να με θυμάσαι
όταν μες στο λεπτό νερό του φεγγαριού
του κήπου η παγόδα θα γλιστράει
αγαπημένε μου Λί-πό
αγαπημένο μου αρσενικό ελάφι –
τ’ άλλα να τα ξεχάσεις·
αν θες να με κρατήσεις πάλι αγκαλιά.
(«Οι μάγισσες», Ρόδινος φόβος, 1992)
Σαν να μην είμαι – πού αλλού μπορεί να υποκριθεί περισσότερο εύστοχα ένας ποιητής ότι απουσιάζει αν όχι στη μετάφραση; Από όλο το ποιητικό έργο της Λαϊνά, όπως αυτό συνοψίζεται στον συγκεντρωτικό τόμο Σε τόπο ξερό, Ποιήματα 1970-2012, εκδόσεις Πατάκη, 2015, βρήκα συνολικά μία έμμεση και τρεις ευθείες αναφορές σε άλλους ποιητές ή σε μεταφρασμένη ποίηση: στο σημείωμα της συλλογής Ο Κήπος· Όχι εγώ (2005) διαβάζουμε ότι στίχος της παραφράζει στίχο του Γκέοργκ Τρακλ, σε μετάφραση της Ελένης Νούσια, ο «αγαπημένος» Λί-πό (701-762), κινέζος ιδιοφυής ποιητής, γνωστός με το παρώνυμο «εξόριστος αθάνατος» καθώς και οι Σουντό Μόρι και Τάι σού εμφανίζονται, άπαξ, στον Ρόδινο φόβο (1992). Θυμάμαι δυο στίχους από μια συλλογή του Σουντό Μόρι / «Ζέστη από τον κόρφο θαυμάσιου κοριτσιού», παρατίθεται στη «Σιγανή βροχή» του Ρόδινου φόβου. Ο Τάι-σού εμφανίζεται στο Σημείωμα του ποιητή που κλείνει την ίδια συλλογή (το ποίημα παρατίθεται παρακάτω). Στην Ξένη ποίηση του 20ού αιώνα. Επιλογή από ξένες μεταφράσεις, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2007, σε επιμέλεια της Λαϊνά, συμπεριλαμβάνονται 110 ποιητές: ένας Ιάπωνας, μόνο, ο Ίκου Τακενάνα (1904-1973), ο Τρακλ και, φυσικά, κανείς άλλος από τους παραπάνω. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων της Λαϊνά δεν αναφέρει από πού ακριβώς προέρχεται ο στίχος του Σουντό Μόρι που παρατίθεται σε εισαγωγικά στη «Σιγανή βροχή» και δεν δίνει καμία πληροφορία για τον Λί-πό ή τον Τάι-σού. Άραγε είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε αν η αναφορά γίνεται σε υπαρκτά πρόσωπα;
Σαν να μην είμαι – πού αλλού μπορεί να υποκριθεί περισσότερο εύστοχα ένας ποιητής ότι απουσιάζει αν όχι στη μετάφραση; Σαν να μην είναι ο ποιητής υποχωρεί, στη μεταφραστική διαδικασία, ενώπιον του πρωτότυπου κειμένου προκειμένου όμως να ανακτήσει πληρέστερα, πιο ανθεκτικά, πιο οριστικά, μέσω της μεταφραστικής αναδιατύπωσης, τον ποιητικό εαυτό του. Σχεδόν εξ ορισμού μια μετάφραση συνιστά έναν μικρό χριστιανικό θάνατο, την απαρχή μιας άλλης ζωής στο «μετά», τόσο για το κείμενο όσο και για τον δημιουργό του. Η αναφορά στα ονόματα των ποιητών της Άπω Ανατολής στο έργο της Λαϊνά εξυπηρετεί κυρίως λόγους ποιητικής. Υιοθετώντας τη φωνή του άλλου ποιητή, γενόμενος εγώ, ο Τάι-σού (το όνομα θα μπορούσε κάλλιστα να αντικατασταθεί από αυτό ενός άλλου ποιητή, ανάλογα με το ποίημα ή τον δημιουργό) η Λαϊνά ασυνείδητα ή πιο συνειδητά μπολιάζει τη γλώσσα της με ένα άλλο –αλλότριο όσο και δικό της– ιδίωμα, συντηρεί υποδόρια την ευγλωττία της, πλαταίνει τις πλαστικές δυνατότητές της, εμπλουτίζει τη φαρέτρα της με όπλα ακονισμένα για να τα χρησιμοποιήσει στο μέλλον, ανανεώνει το συμβόλαιο της αθανασίας που ανομολόγητα υπογράφει ένας ποιητής με το έργο του. Τουλάχιστον στον Ρόδινο φόβο, η Λαϊνά φαίνεται να καταφεύγει στην κρυστάλλινη, κομψά μαστορεμένη αισθητική του διακριτικού πάθους της ποίησης της Άπω Ανατολής, που σκάβει βαθιά, αλλά αθόρυβα, χωρίς ν’ αναταράζει την επιφάνεια.
Σαν να είμαι πια εγώ εσύ να με θυμάσαι– ο ποιητής γνωρίζει πολύ καλά πως ακόμη κι αν δεν είναι πια αυτός, αλλά η φωνή που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει μέσω της ποίησής του ή μέσω της μετάφρασης που επιτελεί, θα τον θυμόμαστε. Θυμόμαστε τη Μαρία Λαϊνά και ως μεταφράσρια και ως επιμελήτρια στις μεταφραστικές προσπάθειες άλλων. Το «μετά-φράζειν» προεκτείνει τη ζωή του κειμένου μετά τη δική του ζωή. Τη ζωή του ποιητή μετά τη ζωή των κειμένων του. Εγκαθιδύει τα κείμενά του, τα ποιήματα, τα γραπτά του στο σύνολο της γλωσσικής του παραγωγής, στο ευρύτερο ενεργιακό πεδίο της γλώσσας του, στο παρόν και το μέλλον, στη φήμη της φωνής του. Ο ποιητής-μεταφραστής λέει αυτό που κινδυνεύει να μην προλάβει να ειπωθεί στο δικό του έργο. Σαν ασκήσεις αναπνοής στο γλωσσικό πεδίο, όταν αναλαμβάνει να μεταφράσει, επανεφευρίσκει με τα μεταφρασμένα έργα, τις εκλεκτικές συγγένειες που τα συνδέουν μαζί του, αναστοχάζεται δημιουργικά τον ποιητικό, με την ευρεία έννοια, εαυτό του– δανείζεται και δανείζει τρόπους του ποιητικά υπάρχειν. Μια μετάφραση ή η σπουδή της, αν πρόκειται για πόνημα άλλου, επιτρέπει στον ποιητή να διασχίσει το έργο του με άλλον βηματισμό, να επαναπροσδιορίσει το φακό στο γλωσσικό του φάσμα και, επερωτώντας την ταυτότητά του ως δημιουργός, να συμβάλλει στην αυτοσυνειδησία του.
ΙΣΤΟΡΙΑ
Ήσυχα το σύννεφο έριξε τη σκιά του,
περνώντας πάνω από δρόμους με δέντρα, πάνω από λίμνες, πάνω από χωράφια.
Αντέχοντας και τη χαρά και τη λύπη, προχώρησε σιωπηλά το σύννεφο.
Ύστερα, πάνω απ’ τον ήχο ενός φλάουτου, το σύννεφο σταμάτησε·
αναζήτησε εκείνον που έπαιζε: μα δεν υπήρχε κανένας.
Κι ύστερα το σύννεφο άρχισε πάλι το μεγάλο ταξίδι του
μέσα στο ημισφαίριο της νύχτας χωρίς να ξέρει τον δρόμο του.
(Ικού Τακενάκα, μτφρ. Ηλίας Κυζηράκος)
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ
δεν έχει άνθη
δεν κοιμάται όταν ονειρεύεται
δεν έχει αγάπη
φου κάνει και να δεις
σηκώνεται ο άνεμος προς τον βορρά
κανείς δεν λέει το όνομά του
δεν μένει τίποτε απ’ τη σκιά του
πίσω από το γεφυράκι με τις κερασιές
δεν έχει λύπη για το ασημένιο κιμονό
για τα μικρά προσεχτικά μου βήματα
κι εγώ ο Τάι-σού
καλά θα κάνω να γυρίσω σπίτι μου.
(Μαρία Λαϊνά, Ρόδινος φόβος)
«Τα μικρά προσεχτικά βήματα του ποιητή», η σιωπηλή πορεία του σύννεφου στο ημισφαίριο της νύχτας, ανθεκτική στη χαρά και τη λύπη, κινούνται με ευαισθησία παρόμοια, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στην υφή της γλώσσας, στο ύφος της έκφρασης, στον τρόπο που υπάρχουν τα δύο αυτά έργα, στο ρυθμό της αναπνοής τους. Οι ζωές των δύο ποιημάτων τέμνονται, τόσο φυσικά και πιστά, που καθιστούν συναρπαστική για τον αναγνώστη την απλότητα της συνάφειάς τους. Αυτό το συναρπαστικό, το επιπλέον, αναζητά ο ποιητής με τη μαθητεία του στη μετάφραση, είτε δική του είτε άλλων μεταφραστών το έργο των οποίων μελετά ή επιμελείται. Αυτή την ορισμένη λείανση του ύφους του προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση επιζητεί, ανατρέχοντας στο εκάστοτε μεταφρασμένο έργο ανάλογα με την ευαισθησία που επιχειρεί κάθε φορά να μεταδώσει. Στον Ρόδινο φόβο της Λαϊνά αυτό συντελείται με την αφοπλιστική λιτότητα, τη βαθιά όσο και αδιόρατα δουλεμένη καθαρότητα της ποιητικής εικόνας, την τέχνη της καλής γραφής, σαν ιαπωνική καλλιγραφία.
Σε συνέντευξη της Λαϊνά στην Αμάντα Μιχαλοπούλου για την εφημερίδα Καθημερινή, το 2021, μαθαίνουμε για το σκηνικό θεάτρου της ποίησής της, το διαμέρισμά της στο Παγκράτι: το τραπέζι στη μέση, το κρεβάτι στην άκρη, μισοστρωμένο, στεφανωμένο με μια ταπισερί με γκέισες.