Σύνδεση συνδρομητών

Νίκος Φωκάς: Το «οριακό φως» και η σκληρή συνθήκη του ποιήματος

Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2025 00:15
Ο Νίκος Φωκάς, μετά την εκδήλωση της ασθένειάς του. Πϊσω του, η σύζυγός του Αγγέλα, η Αγγελική Σιδηρά και η Αναστασία Αντύπα.
Αρχείο περιοδικού Μανδραγόρας
Ο Νίκος Φωκάς, μετά την εκδήλωση της ασθένειάς του. Πϊσω του, η σύζυγός του Αγγέλα, η Αγγελική Σιδηρά και η Αναστασία Αντύπα.

Να, τι μοναδικό βρίσκω στην ποίηση του Νίκου Φωκά, που χρόνια τώρα με αναπαύει και με καθοδηγεί, τόσο ως αναγνώστρια όσο και ως ποιήτρια: Τη σύγκλιση που με τρόπο μοναδικό εισάγεται στο έργο του ανάμεσα στην πραγματικότητα και την «πραγματικότητα» του ποιητή και του ποιήματος.

 

ΗΛΙΟΣ ΜΕ ΠΑΓΩΝΙΑ

Μέσα στην κρύα λιακάδα εννέα το πρωί

Μ’ εσωστραμμένους απ’ τη νύχτα ακόμα

Όλους τους ζωικούς οργανισμούς

Και με τον Υμηττό ένα απλό περίγραμμα,

Πλάσματα που πατούσαν στέρεα στη γη

Πατούν στη μνήμη τώρα

Αυτή που τρέφει σε μιαν άλλη γη

Όσα από εδώ περνούν, άψυχα, κτήνη κι άνθρωποι.

 

Εννέα το πρωί· το φως ο μόνος χρόνος

Δεν λέει να ξεπαγώσει περισσότερο

Παρ’ όσο για να ενεργοποιηθούν

Απ’ την εντάφια ακινησία τα είδωλά τους:

Χέρια και πόδια χορευτών που αρχίζουν

Να βγαίνουν από την αδράνεια

Κερδίζοντας συνείδηση μιας μουσικής

Ανάκουστης για μας τους άλλους.

 

Με σαλεμένο νου σαν μέσα σ’ όνειρο

Κι ένταση ονειρική, μ’ όλο που ξύπνιος,

Κλαίω κι εγώ καθώς τους βλέπω ν’ αποκτούν,

Παλιές απώλειες της ζωής,

Φωνή και διάρκεια σαν βρέφη·

Καθώς τους βλέπω κάτω από τ’ οριακό αυτό φως

Με τη στρογγυλεμένη αιωνιότητα

Που άνοιξα ενάντια στο ζόφο σαν ομπρέλα…

                                              (Ένα σημείο προσήλωσης, 1993)

 

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός», θα πει ο Γιώργος Σεφέρης και πολλοί δημιουργοί, όχι μόνο ποιητές, θα προσυπέγραφαν. Οπωσδήποτε και ο Νίκος Φωκάς που έζησε, έγραψε και σιωπηλά αποτραβήχτηκε, το 2003, μέσα «στο οριακό φως» της ποίησης. Ο ίδιος ο Φωκάς μεθερμηνεύει στα δοκίμιά του την ποίηση ως «πρόζα των οριακών βιωμάτων» (Επιχειρήματα για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, 1999, σ. 157) καταγράφοντας στιγμές στη γραφή του που παραπέμπουν στο «ακάλεστο φως της ποίησης» («Ο κοιτώνας», Προβολή πάνω σε γαλάζιο, 1972), αυτή τη «νέα χάρη» («Οι προβολείς», Μάρτυρας μοναδικός, 1961). Για να καταλήξει: «Και όπως σε πένθος έκλαιγα μ’ ένα κλάμα έτσι ασυγκράτητο / Σαν να ήθελε η καρδιά μου ν’ αποδείξει / Το υπόλοιπο σώμα. Γύρω δεν υπήρχε άλλη ψυχή / Τόσο άπλετο ήτανε το φως / Τόσο άπλαστος ο κόσμος» («Μέση ηλικία», Προβολή πάνω σε γαλάζιο, 1983).

Παράλληλα, ωστόσο, ο ποιητής σημειώνει: «Το ποίημα δεν είναι μια δραματική κραυγή μιας περισσότερο ή λιγότερο φορτισμένης συγκινησιακά στιγμής, αλλά μια ολοκληρωμένη, τελειωμένη, προσωπική, σκληρή εμπειρία που παρεκκλίνει…» (Επιχειρήματα για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, 1999, σ. 176). Σε αυτό το πλαίσιο ορίζει την «οικονομικότητα», εξίσου σημαντικό χαρακτηριστικό της ποίησης με την «οριακότητα».

Αυτή ακριβώς η ρωμαλέα όσο και ευγενής αντίφαση είναι ό,τι με ελκύει, χρόνια τώρα, στην ποίηση του Νίκου Φωκά. Οπωσδήποτε, υπάρχει κάτι στη δημιουργία, στιγμές μη-νοήματος, μη-εκλογίκευσης, «στιγμές φωτός», που δεν είναι απολύτως συνειδητό στον δημιουργό και τον καθιστά θεατή της ίδιας της δημιουργίας του: Ό,τι από τον Όμηρο, ήδη, και τον Πλάτωνα, με το στόμα του Σωκράτη, περιγράφεται ως θεία δύναμη, έμπνευση, έλλαμψη ή φωτισμός και αποδίδεται, κατά παράδοση, με τον αμφιλεγόμενο όρο «Μούσα».

Ωστόσο, ένα ποίημα είναι μια νοητική κατασκευή. Δομείται. Υπάρχει το υλικό, η γλώσσα (δύσκολο, απαιτητικό και χρησιμοποιημένο υλικό), και υπάρχει ο ποιητής (με όλα όσα ως βιολογία, ιστορικοπολιτική, κοινωνική και ψυχολογική ύπαρξη μεταφέρει). Κι ανάμεσά τους, ανεξάρτητα ποιος την κινεί ή πώς, εγκαινιάζεται μια σχέση. Κι αυτή η σχέση είναι μακρά, επίπονη και απαιτεί, σαν ένα κακομαθημένο, επίμονο παιδί, όχι απλά αφοσίωση, θυσία ή αγάπη, αλλά ολόκληρο τον εαυτό. Με όλες τις παραμέτρους που συμπληρωματικά τον συγκροτούν: το χρόνο, το χώρο, τα πρόσωπα και τα πράγματα της αδυναμίας του. Και η σχέση αυτή είναι σκληρή. Και χρειάζεται, εξάπαντος, τέχνη, τεχνουργία, κατά τον Αριστοτέλη, και μάλιστα ανάλογη, σύμφωνα με το περιώνυμο παράδειγμα του Πλάτωνα, με αυτή του επιπλοποιού!

Να, τι μοναδικό βρίσκω στην ποίηση του Φωκά, που χρόνια τώρα με αναπαύει και με καθοδηγεί, τόσο ως αναγνώστρια όσο και ως ποιήτρια: Τη σύγκλιση που με τρόπο μοναδικό εισάγεται στο έργο του ανάμεσα στην πραγματικότητα και την «πραγματικότητα» του ποιητή και του ποιήματος. Την απενοχοποίηση της ποιητικής Μούσας, αφού, αρθρώνοντας ο νους το περιεχόμενό του, η ύπαρξη τα συστατικά της, η σκέψη τη σκέψη την ίδια, επέρχεται, υπονοεί ο ποιητής, μια ορισμένη αυτονόμηση των λέξεων, μια αυθυπαρξία του γλωσσικού μέσου που ποιητής και αναγνώστης υποδέχονται με αγαλλίαση, σχεδόν, και με μια κρυφή περηφάνια για τη «δαιμονική», θα τολμούσα να πω, φύση του ποιήματος. «Τότε, ώς κι η ρύπανση της μέρας μοιάζει να υποχωρεί / Σαν να ’χασε η χημεία το κύρος της / Μια τιμωρία που έληξε θαρρείς· είθε όπου να ’ναι / Το λιγοστό που μένει φως να γίνει φώτιση!» («Λαϊκοί Άνθρωποι», Προβολέας στα μάτια, 1985).

Ένα είναι βέβαιο: Το ποίημα χρειάζεται τον δημιουργό για να υπάρξει, ο δημιουργός χρειάζεται το ποίημα για να υπάρξει, το ποίημα χρειάζεται μια γλώσσα για να υπάρξει και μια γλώσσα χρειάζεται το ποίημα για να αποκτήσει συνείδηση του γλωσσικού της εαυτού, αυτοσυνειδησία, άρα, με τη σειρά της και αυτή, να υπάρξει. Η έξοδος από την ανυπαρξία στο «είναι» συνιστά εξ ορισμού μια καθαρή στιγμή υπαρξιακής μεταβολής, όπως κι αν θέλουμε να την ορίσουμε, όποια κι είναι η πηγή της, όπου κι αν απευθύνεται ή δεν απευθύνεται. Η ίδια η δημιουργία, η εκδήλωση δηλαδή της δυνάμει ενδιάθετης δημιουργικής ορμής του Ενός-Θεού, που κυοφορούσε μέσα του την ύπαρξη των όντων ως λόγο, εκφράζεται στη Γένεση ως φως. Όποια κι αν είναι η συνθήκη που υπαγόρευσε αυτή την εκδήλωση, ένα είναι βέβαιο: Ότι, ακόμα, με κάποιον τρόπο, φωτίζει – ότι θα ήταν αδύνατον, ό,τι κι αν λέγαμε, να την περιγράψουμε, πόσο μάλλον να την κατανοήσουμε, είτε πιστεύουμε σε αυτήν είτε όχι. Ας είναι αρκετό, όπως μας υπενθυμίζει η ποίηση του Φωκά, ότι παραμένει σε διαρκή, επίπονη και επίμονη αντίστιξη με το σκοτάδι. Ότι, αν την αποδεχθούμε και παραδοθούμε σε αυτή, υπάρχουμε πληρέστερα. Όπως όταν διαβάζουμε, πόσο μάλλον όταν είμαστε σε θέση να συνθέσουμε, ένα καλό ποίημα.  

 

ΕΛΙΕΣ ΚΑΙ ΔΡΟΜΟΙ

Ένας άνεμος πελαγίσιος στην πλώρη.

Κι αίφνης γεμίζεις αφορμή

για κείνο που ’ναι αιωνιότητα.

Όλα είναι εκεί,

Oι ελιές, οι δρόμοι·

Κι αν απέχει κάτι ακόμα απ’ αυτά

Είναι οι γέροι θαλασσινοί που πεθάναν.

Μόλις απέχουν οι γέροι νεκροί θαλασσινοί.

Οι ελιές, οι δρόμοι, οι φωνές

Ζουν ακόμα· κι ό,τι σε δημιούργησε,

Καλοκαίρι, κάτω απ’ τ’ άστρα:

Η αιωνιότητα.

Κάποια απ’ τα φυσικά της

Τα πήραν οι χρυσόμυγες

Βουίζοντας γύρω απ’ τη συκιά·

Άλλα τα πήρε ο γκιώνης που αρχίζει

Το παντοτινό τραγούδι

            Βραδιάζοντας.

 

Η αιωνιότητα, που δεν αφήνει

Ούτε σε μένα εκλογή.

                                   (Δυο φορές τ’ όνειρο, 1957)

 

Δήμητρα Κωτούλα

Αρχαιολόγος, επιστημονικός συνεργάτης στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο και στη Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών. Έχουν εκδοθεί οι ποιητικές της συλλογές Τρεις νότες για μια μουσική (2004), Η επίμονη αφήγηση (2017), Θα ήσουν παντελώς ανυπεράσπιστος (2021).

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.