Σύνδεση συνδρομητών

100 χρόνια Μεγάλος Γκάτσμπι

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2025 06:50
Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.
Carl Van Vechten / Van Vechten Collection / Library of Congress
Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ.

F. Scott Fitzgerald, Ο μεγάλος Γκάτσμπυ, μετάφραση από τα αγγλικά: Άρης Μπερλής, Άγρα, Αθήνα 2012, 248 σελ.

Ο μεγάλος Γκάτσμπι κυκλοφόρησε στην Αμερική τον Απρίλιο του 1925. Ήταν το τρίτο μυθιστόρημα του, έως τότε, μπεστσελερίστα 29χρονου Φιτζέραλντ που θεωρούνταν «η φωνή της γενιάς του» και η πρώτη κυκλοφοριακή αποτυχία βιβλίου του συγγραφέα. Αλλά είναι ένα βιβλίο που το αποκατέστησε ο χρόνος. Διαρκώς επίκαιρο, επειδή θέμα του είναι η επανεφεύρεση του εαυτού μέσα από το χρήμα. Δηλαδή το «αμερικανικό όνειρο», δηλαδή η Αμερική.

Το βράδυ της 10ης Απριλίου, ένας φάρος άναψε κι ακτινοβόλησε στην Νέα Υόρκη: ένα πράσινο φως, γύρω από το Empire State Building. Ήταν ο τρόπος μιας ερωτευμένης πόλης να θυμίσει και να επιβεβαιώσει τους όρκους της προς εκείνον που με τα βιβλία του την αγάπησε, την αποθέωσε και την ξεγύμνωσε (όπως όλοι οι ερωτευμένοι), και ήταν και το σύνθημα για να γιορταστούν τα 100 χρόνια ενός βιβλίου που ξεκινά και τελειώνει μ’ ένα πράσινο φως στην άκρη μιας προβλήτας – φως ελπίδας, έρωτα, προσδοκιών, ψευδαισθήσεων και ματαιώσεων, αλλά και φως που τελικά δεν έσβησε ποτέ. Γιατί ο Μεγάλος Γκάτσμπι δεν ξεπεράστηκε από τους καιρούς· ίσα ίσα, το φως του μοιάζει να γίνεται όλο και πιο διεισδυτικό κι αποκαλυπτικό. Και η Αμερική δεν θα μπορούσε ν’ αφήσει τα γενέθλιά του να περάσουν ανεόρταστα, αφού αυτό που αντηχεί περισσότερο στις σελίδες του, φωτεινά, σκοτεινά, παραπλανητικά, είναι μια γιορτή.

Γιορτή άδεια, χωρίς χαρά. Ένα από τα πολλά παράδοξα που ισχύουν για τον Μεγάλο Γκάτσμπι. Όπως παράδοξο είναι ότι όταν κυκλοφόρησε, τον Απρίλιο του 1925, πούλησε μετά βίας 20.000 αντίτυπα· ότι ήταν δηλαδή αυτό, το τρίτο του μυθιστόρημα, η πρώτη γεύση αποτυχίας για τον ώς τότε μπεστσελερίστα 29χρονο Φιτζέραλντ που θεωρούνταν «η φωνή της γενιάς του» – γεύση που αργότερα θα πολλαπλασιαζόταν σε μια πλημμύρα πίκρας. Είναι παράδοξο ότι το βιβλίο που διαβάζεται σήμερα σαν «το μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα» χαρακτηρίστηκε από τους τότε κριτικούς βαρετό, σαχλό και «βιβλίο γι’ αυτήν τη σεζόν μόνο» (New York Herald).

Παράδοξο επίσης, υπέροχα παράδοξο, ότι ο βασικός ίσως λόγος διάσωσής του από το βύθισμα της αρχικής του απόρριψης είναι ότι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δινόταν στα αμερικανικά στρατεύματα, σε έκδοση του αμερικανικού στρατού, μαζί με ένα πακέτο τσιγάρα και ένα κουτί προφυλακτικά: πάνω από 150.000 αντίτυπα του Γκάτσμπι μπήκαν έτσι σε στρατιωτικούς σάκους και διαβάστηκαν κάτω από συνθήκες, για μας σήμερα, αδιανόητες. (Λέγεται ότι και ο Τζ. Ντ. Σάλιντζερ το διάβασε στο στρατό, προτού το συμπεριλάβει ευλαβικά στη Σίκαλή του).

Από ένα είδος σάτιρας της ανέμελης δεκαετίας του 1920, το βιβλίο άρχισε να αντιμετωπίζεται ως ανατομία του «malaise του μοντέρνου ανθρώπου» και ο ήρωάς του ως τραγική φιγούρα – και όχι της σεζόν. Τη δεκαετία του 1940 πια, ο «υπαρξιακός Γκάτσμπι» μπήκε στα πανεπιστήμια και στα λογοτεχνικά έντυπα, και σταδιακά έγινε ό,τι ήθελε ο καθένας, για κάθε εποχή και ηλικία και αντίληψη για τη ζωή. Ή, περίπου.

 

«Οι πλούσιοι είναι απρόσεκτοι»

Όπως όλα τα βιβλία του Φιτζέραλντ, ο Μεγάλος Γκάτσμπι απλώνεται σε μια κυματιστή σπινθηροβόλα επιφάνεια, αλλά παράλληλα καταδύεται και σε βυθούς θολούς. Ο αναγνώστης μπορεί αν θέλει να παραμείνει (χωρίς ενοχές, χωρίς να χάσει καμία απόλαυση) στη λάμψη της αναγνωρίσιμης μαγείας με την οποία ο Φιτζέραλντ γράφει για τη νιότη και την ανελέητη ομορφιά της, για τον έρωτα και τους χίλιους τρόπους απιστίας του, για τα φώτα και τη μέθη ενός αέναου πάρτι, για τις ψευδαισθήσεις της ζωής και την ακλόνητα σκληρή και άδικη αλήθεια του θανάτου. Όμως ο Μεγάλος Γκάτσμπι είναι πάνω απ’ όλα για την επανεφεύρεση του εαυτού και για το χρήμα. Για την επανεφεύρεση του εαυτού μέσα από το χρήμα. Δηλαδή για το «αμερικανικό όνειρο», δηλαδή για την Αμερική.

Αν θέλεις να γράψεις για την Αμερική, καταπιάνεσαι μ’ ένα καλειδοσκόπιο τόσο πολλών κι αντιφατικών στοιχείων που και η προσπάθεια προσδιορισμού τους μοιάζει με θράσος: νόμοι και βία, πολυπολιτισμικότητα και ρατσισμός, συγκλονιστικά επιτεύγματα και βαθιές προκαταλήψεις, ανομοιότητες και συγκλίσεις, αφέλεια και γνώση. Όμως δεν καταλαβαίνεις και δεν μιλάς σωστά για την Αμερική αν δεν ξεκινήσεις από το χρήμα και τους τρόπους με τους οποίους αυτό καθορίζει μια βασική αίσθηση ταυτότητας: ποιος είμαι, ποιος θέλω να είμαι, ποιος μπορώ να γίνω. Έτσι ήταν την εποχή του Φιτζέραλντ, που ακούμπησε εκεί το συγγραφικό του δάχτυλο με φαινομενική νεανική ευκολία (που ήταν όμως κατά βάθος, όπως κάθε μορφή αληθινής τέχνης, αγωνία, πόνος, ακυρώσεις και πληγές), και έτσι είναι και σήμερα. Όπως μας αποκαλύπτεται τώρα, καθημερινά και τρομακτικά. Και γι’ αυτό, το βιβλίο μάς αφορά.

Ο Φιτζέραλντ μεγάλωσε βλέποντας τον πλούτο των άλλων (στην Αμερική πάντα νιώθεις τον πλούτο των άλλων), χωρίς να τον αγγίζει. Ερωτεύτηκε τρελά μια όμορφη κακομαθημένη κοπέλα που του ξεκαθάρισε ότι αν δεν έβγαζε χρήματα δεν θα γινόταν ποτέ δική του, κι έτσι αυτός, απελπισμένος, έκατσε κι έγραψε ένα μυθιστόρημα για νέους, όμορφους και κακομαθημένους που είχε μεγάλη εκδοτική επιτυχία, και μ’ αυτόν τον τρόπο κέρδισε το κορίτσι. Όταν η ζωή σου ξεκινά έτσι, δεν το ξεχνάς. Και γράφεις για έναν ήρωα που είναι σαν κι εσένα: ο Γκάτσμπι, ένας φτωχός νέος που φορά μόνιμα τη στρατιωτική του στολή γιατί δεν έχει άλλα αξιοπρεπή ρούχα, ερωτεύεται μια πανέμορφη κοπέλα η οποία ζει σ’ ένα σπίτι που όμοιό του δεν έχει ξαναδεί, και που οι τρόποι, το μυαλό και η καρδιά της είναι φτιαγμένοι από την ισχύ και τη γοητεία του πλούτου. («Η φωνή της είναι γεμάτη χρήμα», εξηγεί, μαγεμένος.) Η κοπέλα τον εγκαταλείπει γιατί είναι φτωχός, και έτσι ο Γκάτσμπι αποφασίζει ότι δεν θα είναι πια φτωχός: ότι θα κατασκευάσει έναν ολόκληρο καινούργιο εαυτό για να την κατακτήσει, να κατακτήσει τη φαντασίωσή του για έναν κόσμο όπου αυτός θα ανήκει πια στους «μέσα» και όχι στους «έξω». Με τρόπους σκοτεινούς κι άνομους, βρόμικους και θλιβερούς, κτίζει από το μηδέν έναν καινούργιο εαυτό. Όμως η μεγαλειώδης τέχνη του Φιτζέραλντ αποκαλύπτεται στο ότι ο Γκάτσμπι δεν γίνεται ποτέ, ο ίδιος, βρόμικος και θλιβερός. Μέσα σ’ έναν κόσμο διεφθαρμένο και πρόστυχο, διατηρεί την αγνότητα των ονείρων του. Βουτηγμένος στην προσπάθειά του για να προσεγγίσει το δικό του φαντασιακό «άσκοπο μεγαλείο», ο Γκάτσμπι στέκεται στα σκαλιά του μεγάρου του «κρύβοντας το αδιάφθορο, άφθαρτο όνειρό του», αποχαιρετώντας τους άγνωστους καλεσμένους του, και παραμένει αθώος. Σε αντίθεση με όλους τους άλλους γύρω του, ο Γκάτσμπι είναι αθώος.

«Οι πλούσιοι είναι απρόσεκτοι άνθρωποι» γράφει ο Φιτζέραλντ, ξανά και ξανά. Οι πλούσιοι Μπιουκάναν, ο Τομ και η Νταίζη, το ζευγάρι που χωρίς δεύτερη σκέψη ανάβει την πυρά μέσα στην οποία καίγονται σαν πεταλουδίτσες όσοι τους πλησιάζουν γυμνοί από την πανοπλία των προνομιούχων, όταν βλέπουν τις φλόγες να πλησιάζουν αποχωρούν «διακριτικά». Απρόσεκτοι, αδιάφοροι. Γιατί, εξηγεί ο Φιτζέραλντ, οι πλούσιοι δεν είναι κακοί άνθρωποι, απλώς δικαιούνται τα πάντα. Και δεν θέλουν να τους ενοχλείς: όταν ακούνε και μυρίζουν την καμένη σάρκα όσων εκείνοι κατέστρεψαν, απλώς αλλάζουν διεύθυνση. Έχουν πάντα πολλά άλλα μέρη για να πάνε, καινούργια τοπία και καινούργιους ανθρώπους για να γοητεύσουν και να χρησιμοποιήσουν, ώστε να αρπάξουν τις γιορτές που είναι βέβαιοι ότι δικαιούνται – τις γιορτές που δεν είναι ποτέ εύκολες γιατί τελικά το κέφι, η χαρά, η ευτυχία, απαιτούν πολύ αλκοόλ και θυσίες και πολύ, πολύ σκληρές καρδιές.

Το «αμερικανικό όνειρο» θεωρείται μια νίκη των ονείρων επί της πραγματικότητας, και εν μέρει είναι. Μια άλλη του πλευρά όμως είναι ο θρίαμβος του χρήματος επί των πάντων· του χρήματος που μπορεί να μεταλλάσσει και να θεμελιώνει ονόματα, ταυτότητες, εξουσίες, αξίες. Ο Φιτζέραλντ το ανέτμησε όσο λίγοι. Ο Γκάτσμπι πιστεύει ότι πρέπει να μπει στην υπηρεσία μιας «τεράστιας, χυδαίας και επίπλαστης ομορφιάς», και έτσι εφευρίσκει αυτό που ο Τζίμι Γκατζ,  δηλαδή ο 17χρονος εαυτός του, μπόρεσε να φανταστεί – και σ’ αυτό θα παραμείνει πιστός μέχρι τέλος. Προσπαθεί να μιμηθεί αυτό που πιστεύει ότι πρέπει ο ίδιος να γίνει: ντύνεται με χρυσά και ροζ κοστούμια και μιλά με τρόπο που νομίζει ότι θα τον κάνει πιο πιστευτό ως μέλος μιας προνομιούχας τάξης. Το περίφημο “old sport”, ο χαρακτηριστικός (και αμετάφραστος, κατά τη γνώμη μου) τρόπος με τον οποίο απευθύνεται στους άντρες που επιθυμεί να προσεγγίσει, είναι η κωμικο-θλιβερή του απόπειρα να ακουστεί πειστικά σαν κάποιος που «πήγε Οξφόρδη» και συγχρωτίστηκε με έναν μυθικό, περίκλειστο αγγλοσαξονικό αριστοκρατικό κύκλο. Το βασικό όμως ανατομικό νυστέρι του Φιτζέραλντ, στο σύνολο του έργου του, είναι οι γυναίκες: δεν μπορώ να μην τον παραλληλίσω με τον Προυστ όταν, με δυο-τρεις φράσεις, συλλαμβάνει και αποδίδει ανατριχιαστικά όλη την υπόκρυφη διαφορά των κοινωνικών τάξεων. Η Νταίζη και οι φίλες της μιλούν με φωνές που ηχούν σαν θεσπέσιες ουράνιες μουσικές, ενώ οι γυναίκες των «απέξω», όσο όμορφες κι αν είναι, έχουν φωνές διαπεραστικές και στριγγιές· η  Νταίζη και οι φίλες της  ντύνονται με φαινομενικά απλά, αιθέρια λευκά, ενώ η γυναίκα του γκαραζιέρη και η αδελφή της φορτώνονται με ρούχα κακόγουστα, υπερβολικά, αστεία.

Αλλά κανένας δεν γελά. Το «αμερικανικό όνειρο» δεν είναι για γέλια. Και ειδικά σήμερα.

 

Οι γυναίκες του Φιτζέραλντ

«Την ατιμία στη γυναίκα δεν μπορείς να την κατηγορήσεις πολύ», γράφει ο Φιτζέραλντ. Όταν ξεκινάς τη ζωή σου ερωτευμένος με μια πανέμορφη κακομαθημένη που απειλεί να σε εγκαταλείψει επειδή δεν είσαι αρκετά πλούσιος, γι’ αυτήν θα γράψεις. Η Νταίζη είναι το κοντινό αλλά κι απρόσιτο φως στην προβλήτα το οποίο κοιτάζει κάθε βράδυ ο Γκάτσμπι λαχταρώντας το, όμως δεν θα μπορέσει ποτέ να τη δει πραγματικά. Η Νταίζη είναι άπιαστη, άκαρδη, επιθυμητή επειδή είναι άκαρδη – δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον Φιτζέραλντ αν δεν καταλάβουμε αυτό. «Γνώρισε τις γυναίκες από νωρίς και καθώς τον κακόμαθαν, γρήγορα τις περιφρόνησε· περιφρόνησε τις νεαρές παρθένες επειδή ήσαν ανίδεες, και τις άλλες επειδή ήσαν υστερικές για θέματα που ο ίδιος, μέσα στον σαρωτικό εγωκεντρισμό του, θεωρούσε αυτονόητα». Ο Γκάτσμπι λαχταρά την Νταίζη επειδή δεν θα την καταλάβει ποτέ: την Νταίζη που εύχεται για το κοριτσάκι της να γίνει «μια μικρή ανόητη – αυτό είναι το καλύτερο για ένα κορίτσι σ’ αυτόν τον κόσμο, να είναι μια όμορφη μικρή ανόητη». Λατρεύει μέχρι το τέλος την Νταίζη που θα τον προδώσει και θα τον  καταστρέψει (εύκολα, γρήγορα, απρόσεκτα) και θα παραμείνει μια όμορφη όχι-και-τόσο-ανόητη, που θα πασχίζει πάντα να μην συνειδητοποιεί πόσο δυστυχισμένη και ηττημένη είναι.  

 

Γιατί να το διαβάσω;

Και τώρα μπορούμε να ξεχάσουμε όλα τα παραπάνω. Ο Μεγάλος Γκάτσμπι, όπως και τα περισσότερα βιβλία του Φιτζέραλντ, αξίζουν να διαβαστούν και μόνο για τη μαγεία της γραφής του.

Ένα σύμπαν άφατης λάμψης υφαινόταν στο μυαλό του, ενώ το ρολόι στον νιπτήρα χτυπούσε τα λεπτά και το φεγγάρι μούσκευε με υγρό φως τα ανακατωμένα, πεταμένα στο πάτωμα ρούχα του. Έτσι, κάθε νύχτα, πρόσθετε κάτι ακόμα στο τοπίο των φαντασιώσεών του...

Ο Φιτζέραλντ έζησε την Αμερική ώς το μεδούλι της. Όλες της τις πλευρές: το «απέξω», και μετά το «απομέσα»· το να μην έχεις, και μετά το να τα έχεις όλα· τη γιορτή, και μετά το τέλος της γιορτής. Υπήρξε η φωνή της «χαμένης γενιάς» του, και μετά ο πραγματικά χαμένος και λησμονημένος. Γνώρισε την ισχύ του πλούτου από ψηλά, ψηλά όπως το Empire State Building, και από πολύ χαμηλά – κάτω από την μπότα όσων τον ανέδειξαν κι ύστερα τον απέρριψαν και τον εξευτέλισαν. Η φωνή του, το πράσινο φως που άναψε σε μια προβλήτα, συνεχίζει να προειδοποιεί με τη θανατερή του έλξη για τις ήττες που μας περιμένουν. Σαν τον Γκάτσμπι επανέλαβε το παρελθόν, αλλ’ αντίθετα από τον ήρωά του δεν προσπάθησε να το ξαναγράψει αλλιώς: η γενναία συγγραφική του ματιά (το μόνο ίσως που δεν τον εγκατέλειψε ποτέ) δεν του το επέτρεψε. Με ορθάνοιχτα μάτια κατέγραψε ό,τι έγινε, ό,τι δεν μπορούσε παρά να γίνει. Ο Τομ, ο πλούσιος σύζυγος που δηλώνει ότι «επαφίεται λοιπόν σε εμάς, την κυρίαρχη ράτσα, να επαγρυπνούμε, αλλιώς αυτές οι άλλες ράτσες θα ελέγχουν τα πάντα», ο άνθρωπος που χωρίς δισταγμό, δικαιωματικά, («απρόσεκτα») μοιχεύεται, παραπλανά και καταστρέφει ζωές, λέει:

«Σήμερα οι άνθρωποι ξεκινούν περιγελώντας τις αξίες της οικογένειας, και όπου να ’ναι θα τα πετάξουν όλα από το παράθυρο και θα παντρεύονται αναμεταξύ τους, μαύροι κι άσπροι». Αναψοκοκκινισμένος με το παθιασμένο του παραλήρημα, έβλεπε τον εαυτό του σαν κάποιον που στέκεται ολομόναχος και φυλά το ύστατο σύνορο του ανθρώπινου πολιτισμού. 

Το ποιος είναι σήμερα ο ανθρώπινος πολιτισμός και τα ύστατα όριά του, το ποιοι επαγρυπνούν και εναντίον ποιανών, κατάντησε η καθημερινή μας αγωνία. Η Αμερική που αγαπήσαμε και τώρα μας πληγώνει, η σημερινή Αμερική, μας φοβίζει· όμως αξίζει να θυμόμαστε (και βιβλία σαν αυτό μας το θυμίζουν) ότι είναι και η Αμερική που έγραψε μόνη της την αλήθεια της. Και το μέλλον της. Ο Φιτζέραλντ (όπως και τόσοι άλλοι) δεν θα έβλεπαν και δεν θα προέβλεπαν όσα έγραψαν, αν δεν ήσαν γέννημα-θρέμμα της. Για τον σύγχρονο αναγνώστη του Μεγάλου Γκάτσμπι υπάρχουν οι εύκολοι, προσβάσιμοι  συμβολισμοί και υπάρχουν, για όποιον θέλει, και τα πιο βαθιά, τα σκοτεινά. Υπάρχει κάτι καινούργιο να ανακαλύψει, και κάτι που αίφνης αναδύεται και έχει σχέση με το καυτό σήμερα. Και υπάρχει πάντα αυτό στο οποίο επιστρέφεις. Σαν τα πλοία, στη διάσημη ακροτελεύτια φράση του μυθιστορήματος, παρασυρμένα ατέρμονα προς τα πίσω, προς το παρελθόν που δεν παύει να μας ορίζει. 

 

Τα γενέθλια των βιβλίων

Μα πώς γίνεται; Πώς πηγαίνει ένα βιβλίο από τη λήθη, στην αναγνώριση, στην εγκαθίδρυσή του ως μέρος του «Κανόνα» και στη διαρκή του υπενθύμιση; Η απάντηση είναι απλή: με το σεβασμό που του αξίζει. Με την απαγόρευση της λήθης. Ένα βιβλίο που διαπερνά το χρόνο πρέπει να αναγνωρίζεται μέσα από το χρόνο, γιατί τα μεγάλα βιβλία διαπερνούν το χρόνο αλλάζοντας κοστούμι, φορώντας τα χρώματα και τις γεύσεις της εποχής τους, διατηρώντας όμως μέσα τους τον αναλλοίωτο πυρήνα της ανίχνευσης της ανθρώπινης περιπέτειας, του μυστηρίου της ανθρώπινης ύπαρξης σε όλες τις εκδοχές του φαντασμαγορικού καλειδοσκόπιού της. Εμείς στην Ελλάδα, αν και δηλώνουμε τις καλύτερες προθέσεις, ξέρουμε να το κάνουμε; Ανάψαμε ποτέ τα φώτα της Βουλής μας για να γιορτάσουμε (αναφέρω τελείως ενδεικτικά) τα γενέθλια των έργων του Σολωμού, της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου (1853), του Καιρού του Βουλγαροκτόνου της Δέλτα (1911), της Αμοργού του Γκάτσου (1943), των Ακυβέρνητων Πολιτειών του Τσίρκα (1961), και τόσων, τόσων άλλων;

 

Οι κινηματογραφικές «μεταφορές»

«Το είδα στο σινεμά» μου λένε πολλοί, και στενοχωριέμαι. Ο κινηματογραφικός Γκάτσμπι δεν ευτύχησε να μπει στην ελάχιστη εξαίρεση των ταινιών που βασίζονται σε βιβλία και δεν αλλοιώνουν/κακοποιούν το πνεύμα και τη μαγεία τους. Αντίθετα, όλες οι κινηματογραφικές «αποδόσεις» του το κάλυψαν με γλυκερά ρομαντικά ή εκτυφλωτικά έξαλλα, και πάντως διαστρεβλωτικά, στρώματα. Η λιγωτική μελαγχολία ή η εξυπνακίστικη νεανική τόλμη δεν αποδίδουν το αίνιγμα, το σκοτάδι, την απόγνωση του μυθιστορήματος.

 

Οι εκδόσεις του Γκάτσμπι στα ελληνικά

Εκτός της έκδοσης της Άγρας στη μετάφραση του Άρη Μπερλή, στα ελληνικά κυκλοφορούν ακόμα οι εξής εκδόσεις του μυθιστορήματος του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ:

  • Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, μετάφραση: Φώντας Κονδύλης, Πατάκη, 2012 (α΄ έκδ. 2000), 226 σελ.
  • Ο υπέροχος Γκάτσμπυ, μετάφραση: Αργυρώ Ζαχαρίου, Παπαδόπουλος, 2016 (α΄ έκδ. 2013), 243 σελ.
  • Ο μεγάλος Γκάτσμπυ, μετάφραση: Γρηγόρης Παπαδογιάννης, Μίνωας 2022 (α΄ έκδ. 1994), 243 σελ.
  • Ο υπέροχος Γκάτσμπι, μετάφραση: Μαρία Κωνσταντούρου, Εμπειρία Εκδοτική, 2016, 160 σελ.
  • The Great Gatsby, Διάνοια, 2020, 164 σελ. (το κείμενο στα αγγλικά)
  • Ο υπέροχος Γκάτσμπι, graphic novel, μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς, Μίνωας, 2022, 208 σελ. (δεν αναφέρεται στα εξώφυλλα, αλλά για τη μεταφορά σε κόμικς του μυθιστορήματος εργάστηκαν οι Fred Fordham (κείμενο) και Aya Morton (εικονογράφηση)

F. Scott Fitzgerald his wife Zelda

Hulton Archive

Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, η σύζυγός του Ζέλντα και η κόρη τους Φράνσες (τη φώναζαν Σκότι), στο Παρίσι το 1925, την περίοδο των Χριστουγέννων.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.