Σύνδεση συνδρομητών

Τα πρώτα 50 χρόνια λογοτεχνικής ζωής

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2025 11:07
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904) το 1866.    
Αρχείο The Books’ Journal
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904) το 1866.   

Αλέξης Πολίτης, Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος (1830-1880). Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, πνευματική κίνηση, αναγνώστες, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, 456 σελ.

Μια πανοραμική θεώρηση της ελληνικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα μέσα από την οπτική της αναγνωστικής πρόσληψης, στην κατεύθυνση που υπέδειξε ο Αλέξανδρος Αργυρίου για τη λογοτεχνική ιστορία του 20ού αιώνα.

Η Ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος αποτελεί μια αναμενόμενη κατάληξη της πολύχρονης και αδιάκοπης συγγραφικής πορείας του Αλέξη Πολίτη. Αν διατρέξουμε την πλούσια εργογραφία του στα Πρακτικά του Συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε στο Ρέθυμνο το 2013 προς τιμήν του[1] και καταμετρήσουμε τα αυτοτελή δημοσιεύματα και τα επιστημονικά άρθρα, προκύπτει αβίαστα ένα εύρος φιλολογικών ενασχολήσεων γύρω από πρόσωπα και θέματα της γραμματείας μας, που εκτείνεται σε άνυσμα τριών και πάνω αιώνων: από τη Νέα Ιστορία Αθέσθη Κυθηραίου[2] και τον «Αγαθάγγελο» του Ρήγα[3], περνώντας στα δημοτικά τραγούδια, τον Φωριέλ[4] και πολλά ακόμη ομόθεμα δημοσιεύματα, φτάνουμε στον Μανόλη Αναγνωστάκη και τον Τίτο Πατρίκιο[5]. Για το συνολικό αυτό έργο τιμήθηκε με το βραβείο του περιοδικού Ο Αναγνώστης. Τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνει, όμως, ο ελληνικός 19ος αιώνας ‒«τα ρομαντικά χρόνια»‒ για να θυμηθούμε το παλαιότερο πυκνό μελέτημα του 1993[6]: ποίηση, πεζογραφία, μεταφράσεις, ήσσονες και μείζονες συγγραφείς, ποιητικές ανθολογίες, βιβλίο, βιβλιοπαραγωγή και αγορά, συνδρομητές, ανάγνωση, αναγνωστικό κοινό και αναγνωστικά ίχνη, ιδεολογίες και νοοτροπίες, εθνική συνείδηση, εθνοκεντρισμός, εθνικοί ποιητές, εξευρωπαϊσμός. Ένας αμητός ερωτημάτων και θεμάτων για ξετύλιγμα που ανατροφοδότησαν αδιάκοπα βιβλιογραφικές αναζητήσεις, φέρνοντας στο φως αθησαύριστες μικρο-φιλολογικές πληροφορίες, συνοδευμένες με εύστοχα σχόλια, για να καταλήξουν σε λεπτομερείς βιο-εργογραφίες (η περίπτωση του Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίτση[7]) ή σε εστιασμένες βάσεις δεδομένων, χάρη και στη συμβολή άξιων μαθητριών και μαθητών του στο πανεπιστήμιο Κρήτης: ο λόγος για το «Παρουσιολόγιο νεοελληνικής ποίησης» και τη «Νεοελληνική Προσωπογραφία», σχολιασμένες καταγραφές που τις «άνοιξε» απλόχερα στη φιλολογική κοινότητα.

Η ογκωδέστατη πρόσφατη πραγματεία του που αγγίζει τις 453 σελίδες συνιστά την επανατοποθέτηση αυτής της μακράς έρευνας και μελέτης στο πλαίσιο συγγραφής μιας νέας ιστορίας της λογοτεχνίας. Αυστηρά οριοθετημένη χρονικά στα πρώτα πενήντα χρόνια ζωής του νεότευκτου ελλαδικού κράτους και ενταγμένη στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, η ιστορία του Πολίτη, επιλέγει και επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε ένα κρίσιμο διπλό ερώτημα: πώς η ελληνική διανόηση βίωσε την πεντηκονταετή αυτήν πορεία του νέου ελληνισμού και πώς την αποτύπωσε στη λογοτεχνία που παρήγαγε. Η κατάταξη της ύλης ακολουθεί αυστηρή χρονολογική σειρά· δομείται σε πέντε κεφάλαια όσες και οι δεκαετίες. Ανάλογη χρονολογική αυστηρότητα τηρείται και εσωτερικά, εντός των κεφαλαίων, με την κατ’ έτος πραγμάτευση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο κάθε δημιουργός εξετάζεται από τη στιγμή που εμφανίζεται στο προσκήνιο ώς το τέλος του βίου του ‒εφόσον παραμένει συγγραφικά ενεργός‒ κλιμακωτά μέσα στις αντίστοιχες δεκαετίες. Έτσι, το κάθε έργο εντάσσεται μέσα στα συμφραζόμενα της χρονικής στιγμής και η κάθε συγγραφική ή κριτική παρέμβαση αναδεικνύει την ανταπόκριση απέναντι στις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες και τους λόγους (discours) που οι τελευταίες υποκίνησαν, όπως και τις ιδεολογικές θέσεις που τις πλαισίωσαν, λαμβάνοντας, ταυτόχρονα και ισάξια, υπόψη όχι μόνο τον πομπό, αλλά και τον δέκτη και την αναγνωστική του εμπειρία. Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, κριτική ‒που στο μεγαλύτερο μέρος της εξαντλείται στους ποιητικούς διαγωνισμούς‒ συνεξετάζονται ισότιμα, ανάλογα βέβαια με τον όγκο παραγωγής, πάντα στη ροή του χρόνου.

Η μελέτη περιορίζεται στην αποτύπωση της ελλαδικής λογοτεχνίας, αυτής που παράγεται εντός του εθνικού κράτους όπως δηλώνεται και από τον τίτλο, αφήνοντας απέξω τη σύγχρονη επτανησιακή παραγωγή, καθώς και τη λογοτεχνία των εξωελλαδικών κέντρων, της Πόλης, της Σμύρνης και των παροικιών.  Η ενασχόληση με αυτές τις γραμματείες είναι περιστασιακή, μόνο όταν κάποιο βιβλίο έχει τυπωθεί στο αθηναϊκό κέντρο.

 

Από την οπτική του αναγνώστη

Αντιμετωπίζοντας μεθοδολογικά τον αναγνώστη ως σημαντικό παράγοντα της λογοτεχνικής ιστορίας, με άλλα λόγια επιδιώκοντας να συστήσει μια λογοτεχνική ιστορία μέσα από την οπτική του αναγνώστη, ο Αλέξης Πολίτης αφήνει  εκτός πεδίου όσα έργα δεν έφταναν στα χέρια του ή κι αν έφταναν δεν πρέπει να κίνησαν την προσοχή του. Τρανταχτό παράδειγμα ο Σολωμός ‒ο οποίος πάντα βρίσκεται σε περίοπτη θέση σε όλες τις έγκριτες ιστορίες νεοελληνικής λογοτεχνίας: τουλάχιστον ώς τα 1859 που δημοσιεύτηκαν τα Ευρισκόμενα μπορεί να μην ήταν εντελώς άγνωστος ως όνομα στον ελλαδικό χώρο, αλλά, κυρίως, λόγω της δημοτικής του γλώσσας προσέκρουε στο γλωσσικό κριτήριο ενός κοινού που καλούνταν να αποδεχτεί και με τη σειρά του να υιοθετήσει, για κοινωνικούς και ιδεολογικούς λόγους, όλο και πιο αρχαΐζουσες γλωσσικές εκδοχές. Η εξαίρεση της ισχνής λογοτεχνικής παραγωγής του έξω ελληνισμού απορρέει από τη διαπίστωση του Πολίτη ότι διαβάστηκε ελάχιστα ή καθόλου από το ελλαδικό κοινό. Τέλος, καθώς το ενδιαφέρον του είναι στραμμένο στην ανταπόκριση του αναγνώστη απέναντι στη σύγχρονή του παραγωγή, εξαιρεί και τα προγενέστερα έργα που εξακολουθούσαν  να ανατυπώνονται και σίγουρα έφταναν στα χέρια του αναγνώστη, όπως τα λαϊκά βιβλία που έβγαιναν στη Βενετία και από κάποια στιγμή και ύστερα στην Αθήνα.

Η συστηματική και λεπτομερής χαρτογράφηση της παραγωγής μέσα στη ροή των πενήντα χρόνων και όχι η εξέταση των δημοφιλών έργων στην εποχή τους ούτε των μέσων όρων, ούτε και εκείνων που καταξιώθηκαν αργότερα με βάση αισθητικά ή άλλα κριτήρια, επιτρέπει την ανάδειξη της συμβίωσης ανάμεσα στους μείζονες συγγραφείς με τους ελάσσονες, τους λησμονημένους και άγνωστους, που τους αποθησαύρισε ο Αλέξης Πολίτης μέσα από βιβλιοπωλικούς και βιβλιογραφικούς καταλόγους και άλλο δυσπρόσιτο υλικό. Έτσι δίπλα στα γνωστά ονόματα, τον Αλέξανδρο και τον Παναγιώτη Σούτσο, τον Α. Ρ. Ραγκαβή, τον Εμμ. Ροΐδη, τον Γ. Χ. Ζαλοκώστα, τον Δημ. Παπαρρηγόπουλο ή τον Δημ. Βικέλα παρελαύνει μέσα στις σελίδες του βιβλίου ένα πλήθος από επίδοξους ποιητές και πεζογράφους που εμφανίζονται άπαξ ‒ ανάμεσά τους αρκετοί μαθητές, δάσκαλοι και στρατιωτικοί. Νεαροί, άπειροι και αδέξιοι δεν μπορούν να αποφύγουν μια μικρή δόση λεπτής ειρωνείας από τη μεριά του μελετητή. Αυταρέσκεια, ενδεχομένως, για την ανακάλυψη του ευρήματος; Όχι μόνο. Υπάρχει και η χαμηλή ποιότητα του έργου, το έλλειμμα δημιουργικότητας, αλλά και ο άφθονος χρόνος που ξοδεύτηκε από τη στιγμή του εντοπισμού του βιβλιογραφικού λήμματος μέχρι την πραγματοποίηση της αυτοψίας ‒επιβεβλημένη προκειμένου να συμπεριληφθεί το έργο στο corpus‒, και στη συνέχεια για την ανάγνωση από την πρώτη ώς την τελευταία σελίδα.

Δεδομένου ότι από τα βασικά ερωτήματα που διατρέχουν τη στιβαρή αυτή μελέτη είναι το τι γράφεται και τι καταναλώνεται από ένα προσδιορισμένο τοπικά και χρονικά αναγνωστικό κοινό, η χαρτογράφηση επέβαλε πέρα από τις αυτοτελείς εκδόσεις, την επέκταση της έρευνας στον χώρο του Τύπου. Σε ό,τι αφορά τα οικογενειακά φιλολογικά περιοδικά, χάρη στις διαθέσιμες μελέτες, συστηματικές αποδελτιώσεις, ευρετηριάσεις και τις εύχρηστες ψηφιακές βάσεις, τα συμπεράσματα για την ποιητική και πεζογραφική συγκομιδή  ‒σειριακή στην περίπτωση του μυθιστορήματος‒ μπορούν να θεωρηθούν σε σημαντικό βαθμό οριστικά. Οι εφημερίδες, όμως, που από τα μέσα του αιώνα και εξής σημείωναν ποσοτική αύξηση και εύρισκαν μεγάλη ανταπόκριση από το ελλαδικό αναγνωστικό κοινό, προκαλώντας μεγάλη έκπληξη στον ευρωπαίο επισκέπτη, με τις άφθονες επιφυλλίδες αλλά και την ποίηση που καταχώριζαν στις στήλες τους, αξιοποιούνται στο μέτρο του δυνατού· η μελέτη των εφημερίδων είναι ένα από τα μεγάλα desiderata για τον Πολίτη, μια κατεύθυνση προς την οποία επείγει να στραφεί συστηματικότερα η έρευνα, προκειμένου να αποκομίσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη λογοτεχνική παραγωγή και τις αναγνωστικές έλξεις των «ρομαντικών χρόνων».  

Τέλος, οι μεταφράσεις. Ο Αλέξης Πολίτης σε δημοσιεύματά του έχει προσεγγίσει επανειλημμένα και από διαφορετικές όψεις το μεταφραστικό φαινόμενο στον 19ο αιώνα: θυμίζω την Κορίννα της Μαντάμ ντε Σταλ[8] και τον μεταφραστή του Ουγκώ και του Σύη, Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίτση. Είναι προφανές ότι αποδέχεται τις μεταφράσεις ως αναπόσπαστο μέρος του λογοτεχνικού συστήματος της εποχής, τις συνυπολογίζει στις μετρήσεις του, χωρίς πάντως εδώ να εξαντλεί το πεδίο, το οποίο άλλωστε αποτελεί αντικείμενο παράπλευρης αλλά ξεχωριστής μελέτης[9]. Οι μεταφραστικές επιλογές, καθώς και ο λόγος περί μετάφρασης, όπως στοιχειοθετείται μέσα από τους προλόγους των αυτοτελών εκδόσεων ή μέσα από τις συζητήσεις και τις καταγγελίες που υποκινεί σε εφημερίδες και περιοδικά[10], αξιοποιούνται ως πολύτιμο ευρετήριο για την αναζήτηση της πολιτισμικής ταυτότητας και της σχέσης με την ευρωπαϊκή ετερότητα.

 

Μέσα στα εθνικά οράματα

Ποια είναι εντέλει τα βασικά γνωρίσματα αυτής της Ρομαντικής Λογοτεχνίας, η οποία παράγεται και καταναλώνεται εντός ενός νεόκοπου κράτους που προσπαθεί να συγκροτηθεί μέσα στα ασφυκτικά γεωγραφικά του όρια; Η μοναξιά, η μελαγχολία, η λαγνεία για τον θάνατο και το πένθος, η διάψευση των ιδανικών, οι ανέφικτοι έρωτες, το υπερβάλλον συναίσθημα, οι απίθανες περιπέτειες και οι άσκοπες περιπλανήσεις, κάποια δηλαδή από τα κεντρικά μοτίβα του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, είναι ορατά. Ωστόσο, η ελληνική λογοτεχνία μέσα στα πρώτα πενήντα χρόνια ζωής του εθνικού κράτους απέχει πολύ από το να θεωρηθεί αυτόνομο πεδίο. Δεν είναι απλώς ιδεολογικά φορτισμένη αλλά εγκλωβισμένη μέσα στα εθνικά οράματα και ιδεολογήματα. Στο ελλαδικό κράτος, γέννημα μιας επιτυχημένης επανάστασης, η οποία εκτός από τον ηρωισμό και τον πατριωτισμό εκείνων που συμμετείχαν όφειλε πολλά στον ξένο παράγοντα, λόγω ποικίλων αντιφάσεων, διαψεύσεων, ματαιωμένων προσδοκιών και ατυχών ή λανθασμένων πολιτικών κινήσεων, ο καταστατικός ευρωπαϊκός προσανατολισμός κλονίζεται. Ο ευρωπαϊκός φιλελληνισμός βρίσκεται σε ύφεση, αν όχι σε ημερομηνία λήξης, παραχωρώντας τη θέση του στη δυσαρέσκεια. Οι διεθνείς ισορροπίες είναι δύσκολες για τα οράματα της διεύρυνσης των στενών συνόρων, για την ευόδωση της Μεγάλης Ιδέας. Οι Νεοέλληνες πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους απέναντι στην Ευρώπη. Η λατρεία εναλλάσσεται με την απαρέσκεια σε ένα συνεχή φαύλο κύκλο και ως αντίβαρο προβάλλεται το αγωνιστικό φρόνημα και οι αρχαιοελληνικές καταβολές, στη βάση των οποίων έχει στηθεί το ευρωπαϊκό πολιτισμικό οικοδόμημα. Η αυξανόμενη στροφή προς όλο και πιο αρχαιότροπες γλωσσικές εκδοχές θα χρησιμεύσει ως ένα ακόμη πειστήριο στα μάτια των Ευρωπαίων για την αδιάκοπη συνέχεια του ελληνισμού· θα βρει, μάλιστα, ανάμεσά τους και συμμάχους. Από τη δεκαετία του 1850 και ύστερα ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θα προσθέσουν τον ενδιάμεσο κρίκο στη μακρά συνέχεια: το Βυζάντιο.

Ο ελληνικός ρομαντισμός δεν θα επιμείνει στα ατομικά πάθη· θα στραφεί στα συλλογικά. Η αρχαιότροπη γλώσσα με το εθνικό φορτίο που αναλαμβάνει να σηκώσει θα περιορίσει την εμβέλεια του ρομαντισμού, θα τον χρησιμοποιήσει μόνο για περίβλημα, οδηγώντας σε έναν ελληνικό ιδιόμορφο ρομαντικό κλασικισμό. Χαρακτηριστικότατο παράδειγμα αποτελούν οι ποιητικοί διαγωνισμοί, ο Ράλλειος και ο Βουτσιναίος, οι δυο σημαντικοί θεσμοί της πρωτεύουσας που λειτούργησαν επί εικοσιπέντε χρόνια, συγκεντρώνοντας πλήθη στις βραβεύσεις, όπου το κριτήριο που επικράτησε ήταν ο κλασικισμός.  

Μέσα από μια οπτική που επιδιώκει να αναδείξει το λογοτεχνικό φαινόμενο μιας εποχής όχι μέσα από τα κριτήρια του σήμερα αλλά μέσα από συγχρονικά τεκμήρια, μέσα από τον αναγνώστη και την κατανάλωση, αναδύεται προφανώς το ερώτημα: τι θεωρούσαν λογοτεχνία οι αναγνώστες του εθνικού κράτους μέσα στα πρώτα πενήντα χρόνια ζωής του;  Διατρέχοντας τα πέντε κεφάλαια του βιβλίου, τις πέντε ισάριθμες δεκαετίες, από τη συνεξέταση ποίησης, πεζογραφίας, θεάτρου και κριτικής προκύπτει μια μοναδική απάντηση: λογοτέχνης θεωρείται κυρίως ο ποιητής. Το αναγνωστικό κοινό ήθελε ποίηση, λυρική, δραματική, πατριωτική, πολιτική. Οι πειραματισμοί στον χώρο του μυθιστορήματος που ξεκίνησαν με έναν αγώνα δρόμου μέσα στη δεκαετία του 1830 με τους αδελφούς Σούτσους και τον Ιάκωβο Πιτσιπιό για να δώσουν τη σκυτάλη μέσα στις επόμενες δεκαετίες στον Γρηγόριο Παλαιολόγο, τον Αλέξανδρο Ραγκαβή και πολλούς άλλους, μπορεί να υποκίνησαν αξιόλογες φιλολογικές μελέτες και εκδόσεις κατά την τελευταία εικοσαετία[11], αναδεικνύοντας ειδολογικές και άλλες όψεις της παλαιότερης αυτής πεζογραφίας μας, το μερίδιο όμως του μυθιστορήματος στην αναγνωστική αγορά υπήρξε μικρό. Δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί την ποίηση. Ούτε να ανταγωνιστεί το μεταφρασμένο μυθιστόρημα που από το 1845 και ύστερα βλέπει τη δημοφιλία του να αυξάνεται σταθερά.  

Από τη λεπτομερή και συστηματική χαρτογράφηση της λογοτεχνικής παραγωγής αναδύεται ένας κόσμος ιδεατός, ονειρικός, παραμυθένιος που απέχει από τον πραγματικό, που αδυνατεί να προσγειωθεί και ρέπει συνεχώς στην υπερβολή σε όλα τα επίπεδα: στον πατριωτισμό, στον έρωτα, στην αυτοεκτίμηση. Ένας ελλαδικός κόσμος που επί πενήντα χρόνια δεν τον γοήτευε το «είναι» αλλά το «φαίνεσθαι» όπως καταλήγει ο συγγραφέας.  

Το magnum opus του Αλέξη Πολίτη είναι συνθεμένο σε ύφος μάλλον δοκιμιακό παρά ακαδημαϊκό· η βιβλιογραφία του δεν είναι αναλυτική ‒κάτι τέτοιο θα απαιτούσε έναν δεύτερο τόμο‒ αλλά αυστηρά επιλεγμένη, χωρίς φυσικά να γίνεται παραχώρηση στην επιστημονική τεκμηρίωση. Ο συγγραφέας με τη λεπτή ειρωνεία και το χιούμορ που τον διακρίνουν συντηρεί έναν αδιάκοπο διάλογο ή αντίλογο με τις μικροϊστορίες και μικροβιογραφίες που έχει συλλέξει, με τις μείζονες και, κυρίως, τις ελάσσονες φωνές που έχει ανακαλύψει. Η μονογραφία του Πολίτη, χάρη στο πλήθος των στοιχείων που κομίζει και την εύστοχη και ισορροπημένη πραγμάτευσή τους μέσα από μια συγχρονική και όχι αναχρονιστική οπτική, καθώς και στους ερευνητικούς ορίζοντες που ανοίγει, συμβάλλει αποφασιστικά σε μια πανοραμική θεώρηση του 19ου αιώνα μέσα από την οπτική της αναγνωστικής πρόσληψης, στην κατεύθυνση που υπέδειξε ο Αλέξανδρος Αργυρίου για τη λογοτεχνική ιστορία του 20ού αιώνα.

Κείμενο ομιλίας  που έγινε σε εκδήλωση για τον Αλέξη Πολίτη στο Μουσείο Μπενάκη, στις 2 Νοεμβρίου 2018.

 

[1] «Εργογραφία Αλέξη Πολίτη», Λόγος και χρόνος στη νεοελληνική γραμματεία (18ος-19ος αιώνας). Πρακτικά Συνεδρίου προς τιμήν του Αλέξη Πολίτη, επιμ. Στέφανος Κακλαμάνης, Αλέξης Καλοκαιρινός, Δημήτρης Πολυχρονάκης, Ηράκλειο, ΠΕΚ, 2015, σ. 797-815.

[2] «Νέα Ιστορία Αθέσθη Κυθηραίου». Επανέκδοση της πρώτης βενετικής έκδοσης του 1749, εισαγωγή και επιμέλεια, Αθήνα, ΚΝΕ-ΕΙΕ, 1983.

[3] «Η προσγραφόμενη στον Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθαγγέλου», Ο Ερανιστής 7(1969) 173-192.

[4] Βλ. ενδεικτικά: Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Προϋποθέσεις, προσπάθειες και η δημιουργία της πρώτης συλλογής, Αθήνα, Θεμέλιο, 1984, 21999· Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Α΄, Η έκδοση του 1824-1825, Β΄, Ανέκδοτα κείμενα, Αναλυτικά κριτικά υπομνήματα, Παράρτημα, Επίμετρα, Ηράκλειο, ΠΕΚ, 1999.

[5] «Ένα πορτρέτο ή μάλλον σκίτσο γιατί τα χρώματα λείπουν», Θέματα Λογοτεχνίας 30(2005)12-17, και «Ενώπιος ενωπίω», The Books’ Journal 14 (Δεκ. 2011) 92-97.

[6] Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Αθήνα, ΕΜΝΕ-Μνήμων, 1993, 32003.

[7] «Η αγάπη για την ποίηση και οι αναγκαστικές μεταφράσεις πεζογραφίας. Ο Ιωάννης Ισιδωρίδης Σκυλίτσης αυτοβιογραφείται», Πολυφωνία. Φιλολογικά μελετήματα αφιερωμένα στον Σ. Ν. Φιλιππίδη, Ηράκλειο, ΠΕΚ και Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Κρήτης, 2009, 49-103.  

[8] «Η μετάφραση της Κορίννας στα 1835. Η ώρα της πεζογραφίας», Από τον Λέανδρο στον Λουκή Λάρα. Μελέτες για την πεζογραφία της περιόδου 1830-1880, επιμ. Νάσος Βαγενάς, Ηράκλειο 1997, 205-225.

[9] Βλ. τη διδακτορική διατριβή του Φίλιππου Παππά που εκπονήθηκε υπό την εποπτεία του Αλέξη Πολίτη, Ο διάλογος της ελληνικής με τις ξένες λογοτεχνίες μέσω των μεταφράσεων (1830-1909), Ρέθυμνο, 2012.

[10] Βλ. και το προγενέστερο δημοσίευμα «Κορίννα, ή περί πεζογραφίας λόγος. Αθήνα 1835. Σχολιάζοντας στις εφημερίδες τη μετάφραση του Ε. Α. Σίμου», Μνήμων 23(2001 [=Νοέμβριος 2002]) 113-152.

[11] Στις απαρχές αυτής της κίνησης για την ανάδειξη της πεζογραφίας του 19ου αιώνα βρίσκεται η έκδοση του μυθιστορήματος του Γρηγόριου Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής με επιμέλεια και πολυσέλιδη εισαγωγή του Άλκη Αγγέλου, που συμπεριλήφθηκε στη σειρά Νεοελληνική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων Ερμής το 1989. Φιλολογικές εκδόσεις με πλούσιες εισαγωγές είναι διαθέσιμες σε εκδοτικές σειρές όπως η «Νεοελληνική Βιβλιοθήκη» της Εστίας, «Η πεζογραφική μας κληρονομιά» της Νεφέλης, η «Νεοελληνική Βιβλιοθήκη» του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών. Ορόσημο για τη μελέτη της παλαιότερης πεζογραφίας μπορεί να θεωρηθεί ο συλλογικός τόμος Από τον Λέανδρο στον Λουκή Λάρα. Μελέτες για την πεζογραφία της περιόδου 1830-1880, επιμ. Νάσος Βαγενάς, Ηράκλειο 1997.

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.