Ένα σχόλιο με αφορμή τη συζήτηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ηλία Κανέλλη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Books’ Journal
Μια ξεχωριστή συνέντευξη, με κοινό, έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και όσοι είχαμε την τύχη να την παρακολουθήσουμε στην αίθουσα του Ωδείου Αθηνών, φύγαμε πολλαπλώς κερδισμένοι. Όχι απλώς επειδή ακούσαμε έναν άρτιο ομιλητή, αλλά επειδή βρεθήκαμε απέναντι σε έναν πολιτικό με σπάνια δομημένη σκέψη. Μια σκέψη που δεν εγκλωβίζεται στο ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά διασταυρώνεται δημιουργικά με την καθημερινότητα, τόσο στα απλά όσο και στα πιο σύνθετα ζητήματά της. Εκεί όπου θεωρία και πράξη συνυπάρχουν για να αλληλοφωτίζονται.
Η συνομιλία του πρωθυπουργού με τον δημοσιογράφο Ηλία Κανέλλη, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Books’ Journal, λειτούργησε ως μια σπάνια στιγμή πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Απουσίαζε ο γνώριμος όσο και αδέξιος, απαρχαιωμένος και τελικά επικίνδυνος πολιτικός λόγος της συνθηματολογίας και του φλύαρου ρητορικού ναρκισσισμού. Εκείνος ο λόγος που προσποιείται ότι φωτίζει την πραγματικότητα ενώ τη θολώνει, που αντί να οργανώνει τη σκέψη την αποκοιμίζει, που λειτουργεί αποσταθεροποιητικά και διαβρωτικά στο πολιτισμικό επίπεδο ένας λόγος ρηχός, αυτάρεσκος, αισθητικά φτωχός, που ευτελίζει την πολιτική μετατρέποντάς τη σε άσκηση συναισθηματικής χειραγώγησης και όχι σε πράξη ευθύνης.
Ακριβώς απέναντι σε αυτή τη συνθήκη στάθηκε η συγκεκριμένη δημόσια συζήτηση: ως άρνηση της ευκολίας, ως αποκατάσταση της σκέψης, ως υπενθύμιση ότι η πολιτική, όταν αποκόπτεται από τη σοβαρότητα και το μέτρο, παύει να είναι λύση και γίνεται μέρος του προβλήματος. Απολαύσαμε έναν σημαντικό ομιλητή που για αγαθή μας τύχη διανύει την δεύτερη πρωθυπουργική του θητεία χρησιμοποιώντας τη γνώση ως μηχανισμό κρίσης και πράξης. Η αναφορά στους επτά θεωρητικούς –από τον Άνταμ Σμιθ και τον Αλέξις ντε Τοκβίλ έως τον Καρλ Μαρξ, τον Τζον Στιούαρτ Μιλ, τον Μαξ Βέμπερ, τον Εμίλ Ντυρκέμ και τον Ζίγκμουντ Φρόυντ– έγινε με την αισθητική λεπτότητα που διαθέτουν ενστικτωδώς όσοι μετέχουν της παιδείας εκείνης που δεν στρέφει το βλέμμα της στις εντυπώσεις αλλά στην καλλιέργεια, όπου η σκέψη έχει μάθει να συνυπάρχει με τη διαφωνία, να τη μεταβολίζει και να αποφασίζει μέσα απ’ αυτήν. Αυτό που αναδείχθηκε με καθαρότητα ήταν η σημασία της συγκρότησης ως θεμελιώδης προϋπόθεση άσκησης της εξουσίας.
Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η ικανότητά του της σύνθεσης, όπου το απλοϊκό προσεγγίζεται πολυσύνθετα και το πολυσύνθετο εκφράζεται απλά, χωρίς εξωραϊσμούς, χωρίς ρητορικά τεχνάσματα, χωρίς την εύκολη καταφυγή σε αντιθετικά σχήματα. Πρόκειται για μια πολιτική γλώσσα άλλων προδιαγραφών που δυστυχώς απουσιάζει εκκωφαντικά από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Πρόκειται για έναν πολιτικό λόγο που δεν υψώνει τη φωνή για να καλύψει κενά, αλλά χαμηλώνει τον τόνο για να αφήσει χώρο στη σκέψη. Έναν λόγο δομημένο, επεξεργασμένο, συνθετικό, που αποφεύγει την επιφάνεια χωρίς να γίνεται δυσπρόσιτος.
Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος συχνά εξαντλείται στην ένταση, η συγκεκριμένη συζήτηση υπενθύμισε ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να μιλά με όρους νοημοσύνης και μέτρου. Ότι όταν η υψηλού επιπέδου παιδεία συνδέεται οργανικά με την πράξη μπορεί να γεννήσει έναν σπάνιο πολιτικό, ικανό να κατανοεί τον σύνθετο κόσμο χωρίς να τον απλοποιεί χονδροειδώς και να απευθύνεται στην κοινωνία χωρίς να την υποτιμά.
Ήταν, τελικά, μια βραδιά όπου η πολιτική φάνηκε να επιστρέφει στον φυσικό της χώρο, εκεί δηλαδή όπου ο στοχασμός προηγείται της δήλωσης και η ευθύνη της ευκολίας. Αν κάτι ξεχώρισε σε αυτή τη βραδιά, ήταν ο συνδυασμός πολλών πλεονεκτημάτων σε ένα πρόσωπο σύγχρονου πρωθυπουργού με παιδεία χωρίς έπαρση, ρεαλισμό χωρίς κυνισμό, ευρωπαϊκή ταυτότητα χωρίς επαρχιωτισμό, ισχύ χωρίς ρητορεία. Σε έναν πολύπλοκο κόσμο, η πολιτική επάρκεια όταν εμφανίζεται δημόσια, αξίζει να αναγνωρίζεται.