Σύνδεση συνδρομητών

Ο Άγγελος της Ιστορίας

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2021 23:18
1938, Παρίσι. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στην Εθνική Βιβλιοθήκη φωτογραφημένος από τη Ζιζέλ Φρόυντ.   
Gisèle Freund
1938, Παρίσι. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν στην Εθνική Βιβλιοθήκη φωτογραφημένος από τη Ζιζέλ Φρόυντ.  

Bruno Arpaia, Ο Άγγελος της Ιστορίας, μετάφραση από τα ιταλικά: Χρύσα Κακατσάκη, Ίνδικτος, Αθήνα 2008, 380 σελ.

Από τη ναζιστική Γερμανία στο Παρίσι κι από κει, στο δρόμο για την Πορτογαλία και στο θάνατο, η ζωή του στοχαστή Βάλτερ Μπένγιαμιν είναι μια περιπέτεια που περιστρέφεται γύρω από τις ιδέες του, τις εμμονές του, τις σχέσεις του με τους εκπροσώπους της σχολής του Στρασβούργου και ιδίως τον Αντόρνο τον οποίο ήλπιζε να συναντήσει κάποια στιγμή στην Αμερική, τη Χάννα Άρεντ... Η περιπλάνηση του Μπένγιαμιν έχει περιγραφεί διεισδυτικά σε μια υπέροχη λογοτεχνική βιογραφία – που τη στοιχειώνει ένας πίνακας του Κλέε τον οποίο ο Μπένγιαμιν μετέφερε μαζί του στις περιπλανήσεις του: ο «Άγγελος της Ιστορίας». [ΤΒJ]

Ο Angelus Novus είναι ένας πίνακας ζωγραφικής που ζωγράφισε ο  Πάουλ Κλέε το 1920 και την επόμενη χρονιά,  αγόρασε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν. Όταν, στις  18 Μαρτίου 1933, ο Μπένγιαμιν αποφασίζει να αφήσει το Βερολίνο και τους 2.000 τόμους της βιβλιοθήκης του, παίρνοντας μαζί του μόνο δυο βαλίτσες γεμάτες, περισσότερο με βιβλία και χειρόγραφες σημειώσεις παρά με ρούχα, πήρε μαζί του στο Παρίσι και αυτόν τον πίνακα. Έξι εβδομάδες πριν, ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ είχε παραδώσει την καγκελαρία στον Χίτλερ και το ίδιο βράδυ τα Τάγματα Εφόδου είχαν εισβάλει στα σπίτια του οικονομολόγου, μέλους του Ινστιτούτου Κοινωνικών Ερευνών της Φρανκφούρτης Φρήντριχ Πόλλοκ και του φιλοσόφου, γνωστού εκπροσώπου της «Σχολής της Φραγκφούρτης» Μαξ Χορκχάιμερ. Οι περισσότεροι φίλοι του δεν κοιμούνταν πια στα σπίτια τους ενώ, μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, όπως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο μαρξιστής φιλόσοφος Ερνστ Μπλοχ και ο ιστορικός και θεωρητικός του κινηματογράφου Ζήγκφριντ Κρακάουερ είχαν ήδη φύγει στο εξωτερικό. «Ήταν σαν μια επικήδεια τελετή της Γερμανίας της Βαϊμάρης, μια περιδεής ιεροτελεστία στην οποία η λέξη φυγή υπαγόρευε τον ρυθμό της εξόδειας ακολουθίας».

Όταν, τελικά, στις αρχές του 1938, ύστερα από δεκαοκτώ μετακομίσεις σε νοικιασμένα δωμάτια και θλιβερά ξενοδοχεία στα banlieue της πόλης, ο Μπένγιαμιν κατάφερε να νοικιάσει ένα δικό του δωμάτιο, στον αριθμό 10 της οδού Ντομπάσλ στο 15ο διαμέρισμα  του Παρισιού, κρέμασε επιτέλους σε έναν τοίχο αυτόν τον πίνακα. Στο ίδιο κτίριο έμενε και ο Άρθουρ Καίστλερ που είχε επιστρέψει από την Ισπανία, έχοντας στην πλάτη μια καταδίκη σε θάνατο από τους φρανκιστές και τη θεαματική  αποχώρησή του από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Εκεί, στη λιγότερο χαλασμένη από τις τρεις καρέκλες του μικρού διαμερίσματος, κάθισε  ο φιλόσοφος και ιστορικός Γκέρσομ Σόλεμ, που καθ’ οδόν από το Ισραήλ προς τη Νέα Υόρκη σταμάτησε στο Παρίσι για να δει τον παλιό  του φίλο. Είχαν έντεκα χρόνια να συναντηθούν αν και ποτέ δεν σταμάτησαν να αλληλογραφούν. Παιδιά του βερολινέζικου φιλελεύθερου ιουδαϊσμού και οι δυο, είχαν γνωριστεί στην Βέρνη το 1918, λίγο καιρό μετά την απαλλαγή τους από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις, επικαλούμενοι ο Μπένγιαμιν κρίσεις ισχυαλγίας και ο Σόλεμ λόγους ψυχικής υγείας. Όπως οι πρώτοι ρομαντικοί διανοητές, είχαν νιώσει και αυτοί να έλκονται και ταυτόχρονα να απωθούνται από την αυστηρή διάκριση ανάμεσα στον φαινόμενο κόσμο, τον προσπελάσιμο από την επιστήμη, και τον νοούμενο κόσμο των ηθικών σκοπών. Το μάτι της  βελόνας του Καντ βρισκόταν ανάμεσα σε αυτούς τους δυο κόσμους.

Ο Σόλεμ είχε μάθει την  εβραϊκή γλώσσα και μελετούσε την Καμπάλα,  αλλά για τον Μπένγιαμιν το να υπερβεί αυτήν την καντιανή διάκριση ήταν η «κύρια πρόκληση για τη σύγχρονη φιλοσοφία». Ο αμερικανός καθηγητής Μαρκ Λίλα (Mark Lilla) εξηγεί ότι αυτές «οι απόψεις που εκφράζουν μια αόριστη επιθυμία επιβεβαίωσης της θρησκευτικής εμπειρίας μετά τον Διαφωτισμό αποτελούν κοινό τόπο στην ιστορία του φιλοσοφικού Ρομαντισμού».[1]

Αυτή η σχεδόν κινηματογραφική εικόνα, με τον Σόλεμ στο φτωχικό δωμάτιο και τον επίσης φίλο του, Άρθουρ Καίστλερ, σε ένα διπλανό δωμάτιο, ίσως και να σηματοδοτεί όσο τίποτα άλλο την περιπετειώδη περιπλάνηση του Μπένγιαμιν ανάμεσα στις θρησκευτικές και τις πολιτικές του ιδέες. Ιδίως οι πολιτικές του αντιλήψεις πρωτοεκφράστηκαν τη δεκαετία του 1920, με ένα πυκνό δοκίμιο για τον γάλλο θεωρητικό του επαναστατικού συνδικαλισμού Ζορζ Σορέλ και τις σκέψεις του πάνω στη βία. Και ναι μεν επέκρινε τον Σορέλ, υιοθετούσε όμως την κεντρική ιδέα του, ότι η αστική ζωή και η κοινοβουλευτική δημοκρατία βασίζονται στην ανομιμοποίητη επίσημη βία. Όμως, υποστήριζε, ένα διαφορετικό είδος βίας –μια «δικαιοδοτική βία»– θα μπορούσε να επιφέρει μια νέα κοινωνική τάξη.[2]

Για αυτές τις απόψεις του ο Σορέλ εκείνη την εποχή  ήταν πολύ δημοφιλής εξίσου ανάμεσα στους οπαδούς της ριζοσπαστικής Δεξιάς και της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Θα συγκινήσει και τον μεσσιανισμό του  Μπένγιαμιν όταν,  αργότερα την ίδια χρονιά, γράφει στο Theologisch-Politisches Fragment: «μονάχα ο Μεσσίας εκπληρώνει ολόκληρη την ιστορία».

Η σχεδόν απόρριψη της διδακτορικής διατριβής του για τα γερμανικά τραγικά δράματα του 17ου αιώνα (Trauerspiele) –την οποία είχε αρχίσει στη Φρανκφούρτη το 1923, ώσπου τελικά να την εγκαταλείψει– ήταν για εκείνον ένα σοκ, καθώς απομάκρυνε κάθε σχέδιο πανεπιστημιακής καριέρας. Ίσως όμως η εργασία εκείνη να ήταν μια στιγμή της φιλοσοφικής οξυδέρκειάς του, καθώς εκεί επισήμανε τις αναλογίες του κόσμου του μπαρόκ –ο θρησκευτικά συγκροτημένος μεσαιωνικός κόσμος που καταρρέει, χωρίς όμως ακόμα να έχει γεννηθεί η νεωτερικότητα– με την εποχή του. Ήταν ένας κόσμος δίχως τάξη ή ήρωες, κατακλυσμένος από την μελαγχολία των κατατρυχόμενων από ενοχές δημοσίων ανδρών, τυράννων και μαρτύρων.[3]

Πηγή της έμπνευσης του Μπένγιαμιν, όπως ο ίδιος έχει ομολογήσει, είναι το έργο του Καρλ Σμιτ, Politische Theologie (Πολιτική Θεολογία) που μόλις είχε κυκλοφορήσει[4] και κυρίως η θέση του Σμιτ ότι «όλες οι σημαντικές έννοιες της σύγχρονης θεωρίας του κράτους είναι εκκοσμικευμένες θεολογικές έννοιες», αλλά και ο ντεσιζιονισμός του: «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης».[5]

Το καλοκαίρι του 1924, ο Μπένγιαμιν βρέθηκε στο Κάπρι μαζί με τον φιλόσοφο Ερνστ Μπλοχ. Εκεί γνώρισε και ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα τη λεττονή κομμουνίστρια Άσια Λάσιτς. Αυτή τον οδήγησε σε ένα αριστερό περιβάλλον και σε στενή σχέση με τον Μπρεχτ, με τον οποίο, παρεμπιπτόντως, η Λάσιτς συνεργαζόταν στα πολιτικά θεατρικά του έργα. Τον Μάιο του 1925, ο Μπένγιαμιν γράφει στον Σόλεμ: «θα επισπεύσω πιθανότατα την ανάμειξή μου στη μαρξιστική πολιτική και θα προσχωρήσω στο κόμμα». Αλλά λίγο αργότερα, εξομολογείται στον γερμανοεβραίο θεολόγο (και υπαρξιστή) Μάρτιν Μπούμερ ότι διχάζεται ανάμεσα στη θρησκευτική και την κομμουνιστική δράση. Αυτό δεν τον εμπόδισε, πάντως, το 1930, να αφιερώσει ένα αντίτυπο του βιβλίου του στον Καρλ Σμιτ.

 

«Δεν υπάρχει θέση στον κόσμο»

Αλλά ας επιστρέψουμε στο 1938, στο φτωχικό διαμέρισμα στο Παρίσι και στην Εθνική Βιβλιοθήκη που ήταν το δεύτερο σπίτι του.

Εκεί τον φωτογράφισε ανυποψίαστο η φωτογράφος και φίλη του Ζιζέλ Φρόυντ. Η φωτογραφία εκείνη είναι η πιο διάσημη φωτογραφία του Μπένγιαμιν. Δεν κοιτάζει το φακό. Έχει χαμηλωμένα τα μάτια και φαίνεται συγκεντρωμένος σε αυτό που γράφει. Τα μάγουλα, σαρκώδη και λίγο πρησμένα, δείχνουν έναν μεσόκοπο άντρα που έφτασε σ’ αυτή την ηλικία σέρνοντας με πείσμα ένα βαρύ φορτίο κούρασης. Αλλά αυτό που ξεχωρίζει είναι το βλέμμα του. Αποφασιστικό και χαμένο ταυτόχρονα, είναι το βλέμμα εκείνου που παίρνει τη ζωή τοις μετρητοίς και όσο πασχίζει να την κατανοήσει τόσο απομακρύνεται απ’ αυτή. Του το υπενθυμίζει σκληρά η φίλη και μακρινή συγγενής του –την ίδια εποχή, κι αυτή εξόριστη στο Παρίσι– Χάννα Άρεντ στο Cafe de la Paix:

«Έπρεπε να γεννηθείς τον 18ο ή τον 19ο αιώνα, όπως οι flaneurs σου», είπε στον Μπένγιαμιν η Άρεντ. «Εσύ είσαι στην πραγματικότητα ένας home des lettres εκτός εποχής», πρόσθεσε μιλώντας του για εκείνον. Όποτε η Χάννα Άρεντ έσμιγε έτσι τα φρύδια της ήταν κακό σημάδι. Κακιά και απηυδισμένη, δεν μασούσε τα λόγια της:

Τα πράγματα δεν σου πήγαν καλά με το πανεπιστήμιο, ούτε με τον Σόλεμ και τους σιωνιστές, δεν μπόρεσες να τα βρεις με τους φίλους σου τους μαρξιστές [...] Πότε επιτέλους θα ανοίξεις τα μάτια σου; [...] Λυπάμαι που σου το λέω, Βάλτερ, αλλά για ανθρώπους σαν εσένα δεν υπάρχει θέση στον κόσμο.    

Είχε δίκιο. Όταν τον Ιούνιο του 1936, σε δυο βραδινές διαλέξεις στην αίθουσα των γερμανών εξόριστων συγγραφέων, παρουσίασε μαζί με τον σημαντικό κριτικό του θεάτρου και του κινηματογράφου Χανς Σαλ (έναν από τους πρώτους που πίστεψαν ότι ο κινηματογράφος είναι μορφή τέχνης) το σημαντικότερο ίσως έργο του, Το έργο τέχνης την εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του, η υποδοχή υπήρξε ολέθρια, κυρίως από τους δικούς του ανθρώπους. Ο Αντόρνο εξέφρασε ενστάσεις, ο Σόλεμ κράτησε αποστάσεις, ο Μπρεχτ ήταν σχεδόν εξοργισμένος και τα μέλη και οι συμπαθούντες του κομμουνιστικού κόμματος κράτησαν εκκωφαντική σιωπή αν δεν τον υπονόμευσαν.

Εκείνη η παρουσίαση επέφερε πλήγματα σ’ αυτόν, και του προκάλεσε άγχος και ανασφάλεια. Τον Αύγουστο του 1939 τα προβλήματα μεγεθύνονται. Οι πόνοι στο στήθος που ένιωθε δεν ήταν απλή ένδειξη άγχους. Ο καθηγητής Αμπραμί που τον εξέτασε επιβεβαίωσε προβλήματα στο κυκλοφορικό και καρδιακή ανεπάρκεια. Αλλά τα προβλήματα υγείας που διαγνώστηκαν θα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα σχεδόν αμέσως.

Ο θάνατος της ουτοπίας

Στις 23 Αυγούστου, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν  δεν ήταν ο μόνος που έχασε το χρώμα του όταν άνοιξε την εφημερίδα. Διάβασε για την επίσκεψη αστραπή του Ρίμπεντροπ στη Ρωσία, τα σχετικά με την τρίτη παράγραφο της συμφωνίας που άνοιγε το δρόμο της εισβολής στην Πολωνία. Διάβασε ακόμα για την μπάντα του Κόκκινου Στρατού που παιάνιζε τον φασιστικό ύμνο Horst Wessel Lied, για την κόκκινη σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό δίπλα στην άλλη, την επίσης κόκκινη με το σφυροδρέπανο, που ανέμιζαν στο αεροδρόμιο της Μόσχας. «Κανένας θάνατος», έγραψε εκείνη την εποχή ο Άρθουρ Καίστλερ, «δεν είναι τόσο επώδυνος και αμετάκλητος όσο ο θάνατος μιας ουτοπίας».    

Ήταν 46 ετών. Πολλοί φίλοι του τον αποκαλούσαν πια γερο-Μπένγιαμιν και η κάθοδος προς την κόλαση έχει ξεκινήσει. Ήταν ένα τραγικό πρόσωπο, όχι ένας φιλόσοφος. Περισσότερο έμοιαζε με τραγικό μυθιστορηματικό ήρωα. Κι η λογοτεχνία που «ψεύδεται τα αληθή λέγουσα», μέσω του Ναπολιτάνου Μπρούνο Αρπάγια και του μυθιστορήματός του Ο Άγγελος της Ιστορίας, περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο αυτή την απελπισμένη πορεία του Μπένγιαμιν, εκείνα τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Με τρόπο που, ίσως, δεν θα μπορούσε να κάνει ένα απολύτως τεκμηριωμένο δοκίμιο της σκέψης του ή μια εμπεριστατωμένη βιογραφία.

Η απάντηση των Γάλλων σε αυτή την drôle de guerre –την περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος είναι επί χάρτου– είναι εξωφρενική: «Όλοι οι ressortissants, οι υπήκοοι εχθρικών κρατών, κάτω των πενήντα ετών [...] οφείλουν να παρουσιαστούν […], υπογραφή: η στρατιωτική κυβέρνηση του Παρισιού». Έχοντας μαζί του μια κουβέρτα και τη μαύρη τσάντα στην οποία έχει χώσει μαζί με τις σημειώσεις του και τα δοκίμια του Μονταίνιου, μια οδοντόβουρτσα, ένα ζευγάρι πιτζάμες, δυο μπαγκέτες και λίγο τυρί, ο Μπένγιαμιν παρουσιάστηκε στο στάδιο Κολόμπ και από εκεί, τις επόμενες μέρες –50 άτομα σε κάθε βαγόνι–, στο στρατόπεδο του Νεβέρ. Η γαλλική ξενοφοβία δεν ήταν παρά μια παραλλαγή του γερμανικού αντισημιτισμού.

Ο Μπένγιαμιν επέστρεψε στο Παρίσι στις 25 Νοεμβρίου του 1939. Η αδελφή του Ντόρα τρόμαξε όταν τον είδε. «Είχε αδυνατίσει έντεκα κιλά, είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα τριχωτά φρύδια, το στήθος του βούλιαζε κάτω από το πουκάμισο». Ο γιατρός τού σύστησε να χαλαρώσει, να κόψει το κάπνισμα και να περπατάει μόνο όταν είναι απαραίτητο. Αυτός, ένας flaneur που είχε αναγάγει το περπάτημα σε τέχνη, που οι περίπατοί του στο Παρίσι ήταν ένας τρόπος να βλέπει τον κόσμο. Τα εν εξελίξει “Passages” του για τις στοές του Παρισιού, το  Passagenwerk (Σχέδιο εργασίας περί στοών), ήταν γι’ αυτόν ένα έργο ζωής. «Είναι το θέατρο όλων των συγκρούσεων και όλων των ιδεών μου», έγραψε στον Σόλεμ το 1930.

Έργο ζωής, αλλά το άφησε στην άκρη. Και σε κατάσταση παροξυσμού υπαγόρευσε στην αδερφή του τις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (Uber den Begriff der Geschichte). Η ένατη θέση δεν είναι παρά μια ερμηνεία του αγαπημένου πίνακα, ο Angelus Novus του Κλέε:

Εικονίζεται ένας άγγελος που ετοιμάζεται να απομακρυνθεί από κάτι, όπου έχει προσηλωμένο το βλέμμα του. Γουρλωμένα τα μάτια του, ανοιχτό το στόμα και ξεδιπλωμένα τα φτερά. Παρόμοια όψη πρέπει να έχει και ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπό του στραμμένο στο παρελθόν. Όπου σε εμάς εμφανίζεται μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός διακρίνει μια και μοναδική καταστροφή που συσσωρεύει  αδιάκοπα  ερείπια  επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Αυτός θα ήθελε να μείνει να ζωντανέψει τους νεκρούς και να ανασυστήσει τα συντρίμμια. Μια θύελλα όμως σηκώνεται από τη μεριά του Παραδείσου κι αδράχνει τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Αυτή η θύελλα τον σπρώχνει ακατάπαυστα προς το μέλλον, στο οποίο γυρίζει την πλάτη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια υψώνεται μπροστά του ώς τον ουρανό. Ό,τι εμείς αποκαλούμε πρόοδο είναι αυτή η θύελλα.

Στην αρχή του δοκιμίου, η φιλοσοφία της ιστορίας παρουσιάζεται σαν μια παρτίδα σκάκι, όπου μια κούκλα με το όνομα ιστορικός υλισμός μπορεί να κερδίσει μόνον αν δεχτεί τις υπηρεσίες της θεολογίας. Αγκαλιά ο μαρξισμός του με τον  ιουδαϊκό μεσσιανισμό του, μια λυσσαλέα άμυνα στην πραγματικότητα, απέναντι στον παραλογισμό της ιστορίας.[6]

 

Απελπισία

Στις 10 Μαΐου, ημέρα Παρασκευή, τα τανκς του Γκουντέριαν περικύκλωσαν τη γραμμή Μαζινό και άρχισαν να προελαύνουν μέσα από τις κοιλάδες των Αρδεννών. Έβρεχε, έβρεχε συνέχεια μέχρι τα χαράματα της 3ης Ιουνίου, όταν η Λουφτβάφε βομβάρδισε το Παρίσι. Όλοι έφευγαν ή ετοιμάζονταν να φύγουν. Ο Μπένγιαμιν αρνούνταν, έπρεπε να τελειώσει την εργασία του για τα passages, τις στοές της πόλης. Αλλά, μια μέρα, ξαναεμφανίστηκαν στους δρόμους οι αφίσες: «Δεύτερη ειδοποίηση προς τους ressortissants…». Επέστρεψε η απειλή εγκλεισμού σε στρατόπεδο. Δεν ήταν Γάλλος (δεν του έδωσαν την υπηκοότητα), δεν ήταν Γερμανός (του είχαν αφαιρέσει την υπηκοότητα), ήταν ένας κουρασμένος άρρωστος Εβραίος, γεμάτος χαρτιά και σημειώσεις. Ένας απελπισμένος άνθρωπος. Οι Γερμανοί διέσχιζαν πια τον Σηκουάνα όταν, τελικά, αποφάσισε να φύγει.

Στη μαύρη δερμάτινη τσάντα που πήρε μαζί του στο ταξίδι είχε βάλει τις Θέσεις για την Ιστορία, ένα αντίγραφο από την εργασία για τα “Passages”, τις επιστολές του Χορκχάιμερ και του Ρομαίν, μια ακτινογραφία, μια ιατρική διάγνωση, τρία βιβλία –το ένα ήταν Το Κόκκινο και το Μαύρο του Σταντάλ–, την αντιασφυξιογόνο μάσκα, την οδοντόβουρτσά του και δυο πουκάμισα. Σε μια άλλη γαλάζια τσάντα, που παρέδωσε το επόμενο πρωί στον Ζορζ Μπατάιγ στην έρημη εκείνη την ώρα Βιβλιοθήκη, έβαλε τις δακτυλογραφημένες σελίδες των “Passages” και τον πίνακα του Κλέε, τον Angelus Novus, τυλιγμένο με χαρτιά εφημερίδων. Κάτω από τη βροχή, σε μια πόλη απελπισμένη, είχε προλάβει να μεταφέρει στην αδελφή του Ντόρα δυο βαλίτσες γεμάτες σημειώσεις, βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων και περιοδικών. Πρόλαβε ακόμα να κάνει μια τελευταία επίσκεψη στο γιατρό του που θα υπέκυπτε στις παρακλήσεις του και θα έγραφε μια τελευταία συνταγή για χάπια μορφίνης – ένα το βράδυ σε περίπτωση ανάγκης. Και τέλος, κατάφερε να προλάβει να χωθεί στο τελευταίο τρένο που έφυγε εκείνο το βράδυ από το Παρίσι. Μέσα από τα τζάμια του τρένου «είδε τη Γαλλία να φεύγει μέσα στη λάσπη» πριν να φτάσει στη Λούρδη.

Τον Ιούλιο εκείνο, όταν η Γαλλία ήταν χωρισμένη στα δύο, με τον Πεταίν κυβερνήτη στη μισή, ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ από τις ΗΠΑ προσπάθησαν να του βγάλουν βίζα. Στις 4 Αυγούστου έφτασε ένα τηλεγράφημα του Πόλοκ , μέσω του Ινστιτούτου της Γενεύης, από τη Νέα Υόρκη, που τον πληροφορούσε ότι μια  βίζα τον περίμενε στη Μασσαλία. Η επιβεβαίωση ήρθε στις 17 Αυγούστου και, τρεις μέρες αργότερα, πήρε το τρένο για τη Μασσαλία που ήταν ακόμη Ευρώπη:

Η Ευρώπη των κατατρεγμένων κάθε εθνικότητας […] το τελευταίο καταφύγιο μιας κατακερματισμένης ηπείρου [...] το σημείο εκκίνησης για μια μαζική φυγή που οδηγούσε σε μια μεγάλη παγίδα, να περιμένεις χωρίς ελπίδα πλοία που δεν θα αναχωρήσουν ποτέ, να σου βγαίνει η ψυχή για να βρεις βίζα, χρήματα, χαρτιά, να σε καταδιώκουν εθνοφρουροί ή η Γκεστάπο… 

Εκεί, εγκλωβισμένος και ο ίδιος σε αυτή την παγίδα, θα συναντούσε μια μέρα τυχαία τη Χάννα Άρεντ. Σε ένα μικρό καφέ της πλατείας Ζορέ ήταν έτοιμος να καταρρεύσει, όπως αργότερα διηγήθηκε  η ίδια. «Δεν αντέχω άλλο, της είπε. Δεν είμαι γεννημένος για τέτοιες καταστάσεις, με την ατυχία συνεχώς να με κυνηγάει. Φτάνει πια».  

Ίσως μόνο αυτή και ο Σόλεμ ήξεραν ότι η ιδέα της αυτοκτονίας είχε καρφωθεί στο μυαλό του εδώ και μερικά χρόνια. Ήξεραν επίσης ότι, το 1932 στη Νίκαια, είχε φτάσει ένα βήμα πριν, είχε μάλιστα συντάξει και την διαθήκη του. Πριν χωρίσουν, παρέδωσε στην Άρεντ δυο άρθρα και τις Θέσεις για την Ιστορία, με την παράκληση να τα παραδώσει στον Αντόρνο.

Εξασφάλισε νέα βίζα για την Πορτογαλία, αλλά χρειαζόταν και άδεια εξόδου από τη χώρα – τις εξέδιδε η κυβέρνηση του Βισύ. Ήταν σαν να παραδίνεται στην Γκεστάπο. Η μοναδική λύση γι’ αυτόν ήταν να περάσει παράνομα τα σύνορα μέσα από τα Πυρηναία. Υπήρχε ένα μυστικό μονοπάτι που λεγόταν Λίστερ. Από αυτό το μονοπάτι, ο Ενρίκε Λίστερ, ένας κομμουνιστής στρατηγός της ισπανικής δημοκρατίας στη διάρκεια του εμφυλίου, είχε φυγαδεύσει το 1936 τα υπολείμματα του στρατού του. Εδώ, οι διαδρομές του Μπένγιαμιν διασταυρώθηκαν με εκείνες του (επινοημένου προσώπου) Λαουρεάνο Μαόγιο, ο οποίος σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση περιέγραφε μια διαδρομή που θα μπορούσε να είναι πραγματική, στην Ισπανία του εμφυλίου. Ηττημένος με τον δικό του τρόπο και αυτός, κυνηγημένος από τις δυνάμεις του Φράνκο, είχε καταφύγει στο Πορτ-Μπου, ένα χωριό στα σύνορα της Καταλονίας με τη Γαλλία. Διέσχιζε και αυτός συχνά το μονοπάτι Λίστερ, όχι πια ως φυγάς αλλά ως λαθρέμπορος.

Ο εξουθενωμένος Μπένγιαμιν με τη ραγισμένη καρδιά θα κατάφερνε, μαζί με μια ομάδα προσφύγων, να διασχίσει τα βουνά και να φτάσει στο Πορτ-Μπου. Αλλά εκεί συνάντησε νέα εμπόδια, νέες διαταγές, και την απειλή να τους επιστρέψουν στη Γαλλία. Το ίδιο βράδυ, στο ξενοδοχείο της προσωρινής διαμονής του, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν τελικά αυτοκτόνησε με τα χάπια μορφίνης που είχε μαζί του. Το ημερολόγιο έδειχνε 26 Σεπτεμβρίου 1940. Την επομένη, θα επιτρεπόταν στην υπόλοιπη ομάδα να αναχωρήσει για τη Λισαβόνα.

 

Η μνήμη του

Όταν, μερικούς μήνες αργότερα, η Χάννα Άρεντ πέρασε από τη Γαλλία στην Ισπανία θα έκανε μια σύντομη στάση εκεί, αλλά  δεν βρήκε τίποτα από τον παλιό της φίλο, ούτε καν τον τάφο του. Η μυθολογία αυτών των τελευταίων στιγμών  συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Λέγεται ότι τον θάψανε ως καθολικό, οι μαρτυρίες της Λίζας Φίτκο και της Χέννυ Γκάρλαντ που ήταν μαζί του είναι αντιφατικές, ενώ η τσάντα με τα περίφημα χειρόγραφά του δεν βρέθηκε ποτέ. Με την επιτρεπτή λογοτεχνική του αυθαιρεσία, ο Μπρούνο Αρπάια  βλέπει τα χειρόγραφα να  παραδίδονται, σε μια συγκινησιακά έντονη μυθιστορηματική σκηνή, από τον Μπένγιαμιν στα χέρια του κομμουνιστή μαχητή ήρωα κατά του Φράνκο στον ισπανικό εμφύλιο, του επινοημένου όπως ειπώθηκε Λαουρεάνο Μαόγιο, με την παράκληση να ταχυδρομηθούν στον Αντόρνο. Λίγο καιρό αργότερα, όμως, κυνηγημένος ο Λαουρεάνο ακόμα μια φορά, θα τα χρησιμοποιούσε για προσάναμμα, σε μια φωτιά που άναψε για να μείνει ζωντανός μια παγωμένη νύχτα στην κορυφή των βουνών.                             

Μεταπολεμικά, λίγα πράγματα ήταν γνωστά για Μπένγιαμιν εκτός Γερμανίας, πέραν του ότι επρόκειτο για έναν χαρισματικό κριτικό λογοτεχνίας που είχε αυτοκτονήσει το 1940, προσπαθώντας να διαφύγει από τους ναζί. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο Αντόρνο με τη σύζυγό του Γκρέτελ επιμελήθηκαν την πρώτη δίτομη γερμανική συλλογή κειμένων του Μπένγιαμιν, με απώτερο σκοπό να τον εντάξουν και αυτόν στον κύκλο των διανοητών της σχολής της Φρανκφούρτης, το έργο των οποίων είχαν στηρίξει και δημοσιεύσει τη δεκαετία του 1930. Αλλά τη δεκαετία του 1960, οι πρωτεργάτες της σχολής της Φραγκφούρτης βρέθηκαν στο στόχαστρο της δριμείας και εν πολλοίς αδίστακτης επίθεσης μέρους της Νέας Αριστεράς, γιατί κατά την γνώμη τους είχαν ευνουχίσει τον επαναστατικό μαρξισμό του Μπένγιαμιν.[7] Η διαμάχη εντάθηκε το 1966, όταν ο Αντόρνο, σε συνεργασία με τον Σόλεμ, δημοσίευσε επιλεκτικά μέρος της αλληλογραφίας του. Στις επιστολές αυτές αποκαλύπτεται ένας διανοητής θεολογικής κυρίως έμπνευσης και άστατης πολιτικής σκέψης που, αν και από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 δήλωνε γενικά μαρξιστής, εν τούτοις ποτέ δεν έπαψε να αναζητά τον Μεσσία.

Απάντηση σε αυτή τη φαινομενική αντίφαση δίνει, ώριμος πια, ο παλιός του φίλος, ο ιστορικός Γκέρσομ Σόλεμ. Όπως έγραψε αργότερα, όλα τα κινήματα και οι διανοητές του μεσσιανισμού χαρακτηρίζονται από την επικίνδυνη παρόρμηση  να «επιζητούν επίμονα το τέλος», να προσπαθούν να πετύχουν εδώ, στη γη, τα υπεσχημένα μονάχα στον ουρανό. Οι εκδηλώσεις αυτές μάλιστα μπορούν να εκδηλωθούν σε αναπάντεχες κατευθύνσεις και κάθε προσπάθεια πραγματοποίησής τους ανοίγει αβύσσους.[8] 

Οι δακτυλογραφημένες Θέσεις για την Ιστορία, που παρέδωσε στη Χάννα Άρεντ εκείνο το πρωί στη Μασσαλία, διασώθηκαν και συμπεριλήφθηκαν στην πρώτη συλλογή δοκιμίων του Μπένγιαμιν που εκδόθηκε στα αγγλικά  το 1968 με τίτλο Illuminations, σε επιμέλεια της ίδιας της Άρεντ.

Ο Μπατάιγ, επίσης, είχε φυλάξει και διέσωσε τις περίπου χίλιες σελίδες του χαώδους υλικού για τις “Passages”, που ο Μπένγιαμιν του είχε παραδώσει πριν φύγει από το Παρίσι. Μεταφρασμένες στα αγγλικά κυκλοφόρησαν υπό τον τίτλο Arcades Project.

Διασώθηκε και ο πίνακας του Πάουλ Κλέε, ο Angelus Novus, ο Άγγελος της Ιστορίας. Από τη δεκαετία του 1980 βρίσκεται στο Ισραηλινό Μουσείο της Ιερουσαλήμ. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ευρώπη το 2008, σε μια έκθεση στη Βέρνη αφιερωμένη σε πίνακες που αποτύπωναν εικόνες καταστροφής.     

 

Klee angelus novus

Μουσείο του Ισραήλ - Ιερουσαλήμ

Paul Klee, Angelus Novus, υδατογραφία, 31,8x24,2 εκ., 1920. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ιδιοκτήτης του έργου για πολλά χρόνια, έλεγε ότι η κεντρική μορφή του ήταν «ο Άγγελος της Ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο προς το παρελθόν. Όπου εμείς αντιλαμβανόμαστε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μία μοναδική καταστροφή διά της οποίας εξακολουθεί να συσσωρεύεται το ένα ερείπιο πάνω στο άλλο».

 

 

[1] Mark Lilla, Η Σαγήνη των Συρακουσών, μετάφραση: Χρυσούλα Μεντζαλίρα, The Athens Review of Βooks, Αθήνα 2014.

[2] Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για μια κριτική της βίας, μετάφραση: Λ. Μαρσιανός, Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα 2002. 

[3] Walter Benjiamin, Η καταγωγή του γερμανικού πένθιμου δράματος, μετάφραση: Χρήστος Γεμελιάρης, Ηριδανός, Αθήνα 2017.

[4] Carl Schmitt, Πολιτική Θεολογία, μετάφραση - επιλεγόμενα: Παναγιώτης Κονδύλης, Λεβιάθαν, Αθήνα 1994.

[5] Σε βιογραφικό σημείωμα του ίδιου του Μπένγιαμιν που δημοσιεύεται μεταφρασμένο στο Walter Benjamin, Selected writtings, Harvard University Press, 1999, σ. 77-79. Σ’ αυτό παραπέμπει ο Mark Lilla, ό.π.

[6] Στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2014 από τη Λέσχη Κατασκόπων του 20ού αιώνα.

[7] Mark Lilla, ό.π.

[8] Gersom Scholem, The Messianic Idea in Judaism, σελ. 15, 25, 75,77. Οι σχετικές πληροφορίες αναφέρονται στο Mark Lilla, ό.π. 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.