Σύνδεση συνδρομητών

Είναι η γυναίκα εργαλείο αναπαραγωγής;

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2022 01:09
Τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών την περίοδο κατά την οποία το διηύθυνε ο δικαστής Τζον Ρόμπερτς (από τον Οκτώβριο του 2020 έως τον Ιούνιο του 2022). Από αριστερά: στην πρώτη σειρά, Samuel Alito, Clarence Thomas, John Roberts, Stephen Breyer και Sonia Sotomayor. Στην πίσω σειρά, Brett Kavanaugh, Elena Kagan, Neil Gorsuch και Amy Coney Barrett.
Fred Schilling / Collection of the Supreme Court of the United States
Τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών την περίοδο κατά την οποία το διηύθυνε ο δικαστής Τζον Ρόμπερτς (από τον Οκτώβριο του 2020 έως τον Ιούνιο του 2022). Από αριστερά: στην πρώτη σειρά, Samuel Alito, Clarence Thomas, John Roberts, Stephen Breyer και Sonia Sotomayor. Στην πίσω σειρά, Brett Kavanaugh, Elena Kagan, Neil Gorsuch και Amy Coney Barrett.

Dobbs v. Jackson Women’s Health Organisation

Μετά την 24η Ιουνίου 2022 και την απόφαση Dobbs, υπολογίζεται ότι περίπου 34 εκατομμύρια γυναίκες στις ΗΠΑ, οι μισές γυναίκες δηλαδή που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πρόβλημα με κάποια ανεπιθύμητη κύηση την οποία δεν θα μπορούν να διακόψουν. Η Dobbs, μετά από σχεδόν μισό αιώνα, ανέτρεψε καταρχήν την ιστορική απόφαση του 1973, Roe v. Wade. Τι σημαίνουν όλα αυτά για την αμερικανική κοινωνική ζωή, για το Δίκαιο και την πολιτική;

«Μόλις είχα αλλάξει δουλειά, θα έκλεινα τα 27 και ξαφνικά έπρεπε να διαλέξω: είτε να αποκτήσω παιδί είτε να κάνω την άμβλωση μόνη μου», λέει η νεαρή γυναίκα, στο πολύ ενδιαφέρον βίντεο που τιτλοφορείται “This is What a Post-Roe Abortion Looks Like” και είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο των New York Times[1]. Έμεινε έγκυος πριν ακόμη το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ διαγράψει, με τη διαβόητη πλέον απόφαση του περασμένου Ιουνίου, Dobbs v. Jackson Womens Health Organisation, το δικαίωμα στην άμβλωση. Ωστόσο, στην πολιτεία του Τέξας όπου εκείνη ζούσε, ήδη πριν από την Dobbs, οι περιορισμοί του δικαιώματος στην άμβλωση ήταν αυστηροί. Η ίδια περιγράφει τον αγώνα δρόμου για να καταφέρει να προμηθευτεί χάπια άμβλωσης και να την πραγματοποιήσει, ενώ διήνυε τη δωδέκατη εβδομάδα κύησης, χωρίς να αναγκαστεί να μεταβεί σε άλλη Πολιτεία. «Αισθανόμουν ότι η κοιλιά μου θα εκραγεί. Έχανα τόσο πολύ αίμα ώστε ένιωθα ιλίγγους. Σε μια κλίμακα πόνου από το ένα έως το δέκα, εγώ βρισκόμουν πέραν του είκοσι. Σκέφτηκα να πάω στο νοσοκομείο αλλά είχα ακούσει ότι συχνά το νοσηλευτικό προσωπικό καταγγέλλει γυναίκες στις αρχές. Στο Τέξας η άμβλωση είναι παράνομη και κάθε πολίτης είναι εν δυνάμει καταδότης».

Μετά την 24η Ιουνίου 2022 και την περιώνυμη πλέον απόφαση Dobbs, υπολογίζεται ότι περίπου 34 εκατομμύρια γυναίκες στις ΗΠΑ, οι μισές γυναίκες δηλαδή που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία[2], ενδέχεται να αντιμετωπίσουν αντίστοιχα τραγικά διλήμματα με αυτά της τεξανής κοπέλας. Η Dobbs, μετά από σχεδόν μισό αιώνα, ανέτρεψε την ιστορική απόφαση του 1973, Roe v. Wade, όπως και την Planned Parenthood v. Casey, του 1992. Με την πρώτη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ότι το Ομοσπονδιακό Σύνταγμα κατοχύρωνε το δικαίωμα στην άμβλωση, ενώ με την Casey, επιβεβαίωσε τη βασική αρχή της Roe σχετικά με το δικαίωμα στην άμβλωση, περιορίζοντας παράλληλα την εμβέλειά της, αφού επέτρεψε στις Πολιτείες να προβλέπουν ευρύτερους περιορισμούς κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης.

Έχει ήδη χυθεί, παγκοσμίως, πολύ μελάνι για την Dobbs. Και δικαίως. Πέρα από τη σημασία της στο στενό πεδίο της συνταγματικής ερμηνείας, η απόφαση αυτή είναι καταλυτικής σημασίας τόσο για την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στην Αμερική όσο και για το ρόλο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τη γενικότερη λειτουργία των θεσμών στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Όπως θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε κατωτέρω, η Dobbs, δυστυχώς, δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση άστοχης δικαστικής απόφασης. Το πιθανότερο είναι ότι σηματοδοτεί την προοδευτική άλωση από την υπερσυντηρητική πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενός συμπλέγματος ατομικών ελευθεριών που κατοχυρώθηκαν νομολογιακώς τις τελευταίες δεκαετίες μέσω της διαπλαστικής ερμηνείας του ευρύτερου δικαιώματος στην ιδιωτικότητα. Η Dobbs επιβεβαιώνει την προϊούσα πολιτικοποίηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και την προώθηση από το υπερσυντηρητικό μπλοκ των έξι δικαστών μιας πολιτικής ατζέντας η οποία αποσκοπεί στη συρρίκνωση του ομοσπονδιακού κράτους και την ανατροπή νομολογιακώς αναγνωρισμένων δικαιωμάτων.

Στις γραμμές που ακολουθούν, αφού εξετάσουμε τα προβληματικά σημεία της απόφασης, θα αναρωτηθούμε εάν η υπερσυντηρητική στροφή του Δικαστηρίου κλονίζει την κατοχύρωση άλλων ελευθεριών και επιφέρει γενικότερες επιπτώσεις στη θεσμική νομιμοποίησή του.

 

Αντιφάσεις

Ας ξεκινήσουμε με τη νομική ανάλυση της Dobbs. Αυτό είναι απαραίτητο καθώς η νομολογιακή γραμμή που εφαρμόζει το Δικαστήριο και οι αντιφάσεις του δικανικού συλλογισμού αποκαλύπτουν ενδεχομένως και τη δυσλειτουργία του θεσμού σε γενικότερο επίπεδο.

To πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η Dobbs αποτελεί κλασικό παράδειγμα του καταβολισμού[3] (originalism), δηλαδή της συνταγματικής σχολής η οποία επιτάσσει την εφαρμογή του Συντάγματος σύμφωνα με το αυθεντικό νόημα της ερμηνευόμενης διάταξης. Εμβληματικός υποστηρικτής αυτής της σχολής ήταν ο Άντονιν Σκαλία (Antonin Scalia), προεξάρχουσα μορφή της συντηρητικής τάσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου υπηρέτησε από το 1986 έως το 2016. Προκειμένου να αντιληφθούμε το περιεχόμενο του καταβολισμού, μπορούμε απλώς να τον κατανοήσουμε ως το αντίθετο της προσέγγισης του Συντάγματος ως «ζωντανού κειμένου», δηλαδή ενός κειμένου το νόημα του οποίου εξελίσσεται στο χρόνο, έτσι ώστε να παραμένει συντονισμένο με την κοινωνική πραγματικότητα[4].

Για τους «καταβολιστές», το Σύνταγμα είναι κείμενο το οποίο παραμένει παγωμένο στο χρόνο. Ο ερμηνευτής του δεν καλείται να κάνει τίποτε περισσότερο από το να αποδώσει το νόημα της εκάστοτε συνταγματικής διάταξης σύμφωνα με την πρόθεση των συντακτών της. Η καταβολιστική ερμηνεία δεν πρέπει να συγχέεται με τη γραμματική ερμηνεία. Η δεύτερη εκκινεί από το γράμμα της συνταγματικής διάταξης, ενώ στην πρώτη ο δικαστής δεν είναι τίποτε περισσότερο από το στόμα των Πατέρων του Ομοσπονδιακού Συντάγματος[5]. Οι υποστηρικτές του originalism προβάλλουν ότι αυτή η προσέγγιση του συνταγματικού κειμένου εγγυάται την πολιτική ουδετερότητα του δικαστή: ο ίδιος αυτοπεριορίζεται καθώς η ερμηνεία του Συντάγματος οριοθετείται από τη βούληση των συντακτών του. Αυτή περιγράφει και την περίμετρο ερμηνείας των διατάξεων που κατοχυρώνουν ατομικά δικαιώματα. Οτιδήποτε βρίσκεται πέρα από αυτό το όριο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της δικαστικής εξουσίας αλλά του ομοσπονδιακού ή πολιτειακού νομοθέτη. Όπως θα δούμε παρακάτω, ο καταβολισμός δεν αποκαθαίρει τον δικαστικό έλεγχο από τον υποκειμενισμό ή τον κίνδυνο, κατά τους συντηρητικούς, του δικαστικού ακτιβισμού. Το αντίθετο, αποτελεί έξυπνη και βολική θεωρία προκειμένου να προωθηθεί μια, υπέρ το δέον, περιοριστική ανάγνωση των ατομικών ελευθεριών.

Η αναγκαιότητα ερμηνείας της 14ης Τροποποίησης του Αμερικανικού Συντάγματος σύμφωνα με την αρχική πρόθεση του συντακτών της αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή του συλλογισμού που αναπτύσσει ο δικαστής Σάμιουελ Αλίτο (Samuel Alito), συντάκτης της Dobbs, ως εκπρόσωπος της πλειοψηφίας. Η βάση για την εκ θεμελίων ανατροπή της Roe είναι η αρχική διαπίστωση ότι η 14η Τροποποίηση, διάταξη η οποία κατοχυρώνει την πρόβλεψη των αναγκαίων δικαιοδοτικών εγγυήσεων για τον περιορισμό της ζωής, της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας (“due process of law”), δεν προβλέπει ρητώς το δικαίωμα στην άμβλωση. Συνεπώς, κατά τον Aλίτο, το δικαίωμα αυτό μπορεί να αναγνωριστεί μόνον εφόσον διαπιστωθεί ότι είναι «βαθιά ενσωματωμένο στην ιστορία και τις παραδόσεις του αμερικανικού Έθνους»[6]. Έπειτα από εκτεταμένη ιστορική αναζήτηση της διαχρονικής αντιμετώπισης της άμβλωσης στο αγγλοσαξωνικό Δίκαιο, η πλειοψηφία διαπιστώνει ότι ώς τα μέσα του 20ού αιώνα δεν υφίστατο δικαίωμα στην άμβλωση στο αμερικανικό Δίκαιο, άρα η 14η Τροποποίηση δεν κατοχυρώνει αυτό το δικαίωμα, αφού δεν είναι βαθιά ενσωματωμένο στην ιστορία και στις παραδόσεις του Έθνους[7].

Η ιδέα της αναζήτησης του αυθεντικού νοήματος της συνταγματικής διάταξης μέσω της ιστορικής ανάλυσης υποτίθεται ότι προσδίδει αντικειμενικότητα στον δικαστικό έλεγχο. Τον αποκαθαίρει από την υποκειμενικότητα και τον βολονταρισμό του δικαστικού ακτιβισμού, ο οποίος, κατά τη γνώμη της πλειοψηφίας, χαρακτηρίζει τη Roe και την Casey. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, η δικαιολογητική βάση αυτής της προσέγγισης είναι σαθρή και, σε κάποιο βαθμό, υποκριτική. Το βασικό πρόβλημα του καταβολισμού είναι ότι η αναζήτηση της ιστορικής θεμελίωσης του δικαιώματος, με αναφορά μάλιστα στις παραδόσεις του Έθνους, δεν μπορεί να είναι αντικειμενική, όπως δεν υφίσταται γενικά αντικειμενική ερμηνεία της Ιστορίας. Η επίκληση της τελευταίας επενδύει απλώς τον δικανικό συλλογισμό με έναν μανδύα αντικειμενικότητας, επιτρέποντας στο δικαστή να επιλέξει κάθε φορά εκείνη την ιστορική διαδρομή που επιβεβαιώνει τη βασική του θέση σχετικά με την ύπαρξη ή όχι ενός δικαιώματος.

Έτσι, στην Dobbs, o Aλίτο προβαίνει σε ενδελεχή, και ενδιαφέρουσα, ιστορική ανάλυση της νομοθετικής αντιμετώπισης των αμβλώσεων στις ΗΠΑ προκειμένου να διαπιστώσει «την αδιάσπαστη παράδοση απαγόρευσης των αμβλώσεων επί ποινή ποινικού κολασμού, από τις απαρχές του κοινοδικαίου έως το 1973». Βέβαια, για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, αναφέρεται σε νομικούς τους 13ου και του 17ου αιώνα (Henry de Bracton και Matthew Hale), οι οποίοι, αντίστοιχα, είτε ήταν υπέρμαχοι της δουλείας είτε υποστήριζαν τη θανάτωση γυναικών που θεωρούνταν μάγισσες ή ενέκριναν το βιασμό γυναικών από τους συζύγους τους[8]. Επίσης, όπως υπογραμμίζει η Leslie Reagan σε άρθρο της στο Politico[9], η ιστορική αναδίφηση του Aλίτο παραγνωρίζει ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι και τον 19ο αιώνα, ο ποινικός κολασμός της άμβλωσης προβλεπόταν όταν αυτή συνέβαινε μετά το χρονικό σημείο του quickening, δηλαδή κατά το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όταν είναι αισθητά τα πρώτα σκιρτήματα του εμβρύου. Συνεπώς, όπως άλλωστε είχε υπογραμμίσει το υπερασπιστικό υπόμνημα (amicus curiae brief) που υποβλήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο από δύο σημαντικές ενώσεις ιστορικών στις ΗΠΑ, δεν φαίνεται να υφίσταται «αδιάσπαστη παράδοση» ποινικού κολασμού της άμβλωσης όταν αυτή διενεργείται στα πρώιμα στάδια της κύησης.

Αλλά και σε ένα γενικότερο επίπεδο, η αναζήτηση της ιστορικής επιβεβαίωσης του δικαιώματος στην άμβλωση, δηλαδή ενός δικαιώματος που συνδέεται άμεσα με την αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των γυναικών, είναι λογικώς εσφαλμένη: πώς είναι δυνατόν να ανατρέχει κάποιος στην Ιστορία για να ανιχνεύσει την ύπαρξη ενός δικαιώματος άρρηκτα συνδεδεμένου με την ίση μεταχείριση της γυναίκας, όταν η ίδια είναι παντελώς απούσα από το Σύνταγμα των ΗΠΑ; Ωστόσο, η απουσία αναφοράς στη γυναίκα είναι αναμενόμενη, καθώς  κανείς από τους πενήντα πέντε συντάκτες του αμερικανικού Συντάγματος, το 1787, δεν ήταν γυναίκα. Δεν υπήρχαν γυναίκες ούτε μεταξύ των αντιπροσώπων στη Συνταγματική Συνέλευση ούτε σε δικαστικά ή πολιτικά αξιώματα. O δικαστής Aλίτο αναζητεί λοιπόν μάταια το δικαίωμα στην άμβλωση στο Σύνταγμα των ΗΠΑ, καθώς οι γυναίκες δεν αποτελούσαν μέρος του «Εμείς ο Λαός» στο προοίμιο του τελευταίου. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, καθώς το δικαίωμα ψήφου αναγνωρίστηκε στις γυναίκες το 1919 με την Ένατη Τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν τον παραλογισμό μιας ερμηνευτικής μεθόδου, η οποία προτάσσει την ιστορική ανάλυση για να διαγνώσει εάν ένα δικαίωμα έχει αναγνωριστεί σε μια πληθυσμιακή ομάδα, η οποία όμως ιστορικώς έχει αποτελέσει κατ’ εξοχήν αντικείμενο άνισης μεταχείρισης[10]. Με άλλα λόγια, η ιστορική αδικία επιστρατεύεται από τον δικαστή Aλίτο ως δικαιολογητικός λόγος κατάργησης ενός δικαιώματος. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, μήπως το Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει να επανεξετάσει και τη νομολογία του σχετικά με τις φυλετικές διακρίσεις; Πριν από την Brown v. Board of Education του 1954, η ιστορική παράδοση, ιδίως στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, ήταν οι λεγόμενοι νόμοι του Τζιμ Κρόου που επέβαλλαν τον φυλετικό διαχωρισμό…

 

Ακινησία

Είναι προφανή λοιπόν τα αδιέξοδα της καταβολιστικής ερμηνείας. Όταν αντιλαμβάνεσαι το Σύνταγμα ως ένα μήνυμα το οποίο τοποθέτησε κάποιος σε ένα μπουκάλι που ταξίδεψε διακόσια χρόνια μέσα σε μια κάψουλα χρόνου, σε ένα ιστορικό κενό, ώσπου να το διαβάσει ο δικαστής του σήμερα και να του αποδώσει το ίδιο και απαράλλαχτο νόημα με αυτό που είχε πριν από δύο αιώνες, είναι σαν ζητάς από κάποιον να δει και να κατανοήσει τη σημερινή κοινωνία μέσα από τα μάτια των, κατά κανόνα, εύπορων, λευκών γαιοκτημόνων που συγκεντρώθηκαν το 1787 στη Συνέλευση της Φιλαδέλφειας. Μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος, εάν, σύμφωνα με τη λογική της πλειοψηφίας, για την κατοχύρωση του δικαιώματος διαχείρισης προσωπικών δεδομένων θα έπρεπε οι συντάκτες του αμερικανικού Συντάγματος να έχουν προβλέψει την έλευση του διαδικτύου και των big data.

Κατά δεύτερο λόγο, είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ στην Dobbs υπογραμμίζεται επανειλημμένως το δημόσιο συμφέρον προστασίας της εμβρυακής, αγέννητης ή δυνητικής ζωής, σύμφωνα με τους όρους που χρησιμοποιούνται στην απόφαση, απουσιάζει εντελώς η στάθμιση με το δικαίωμα αυτοδιάθεσης της γυναίκας και τη δυνατότητα, εν προκειμένω, η ίδια να αποφασίζει για τη συνέχιση ή τη διακοπή της κύησης, ενός δηλαδή γεγονότος καταλυτικής σημασίας για το σώμα της, την προσωπική και την επαγγελματική ζωή της. Ωστόσο, η ίδια η Dobbs δέχεται ότι «η συντεταγμένη ελευθερία (“ordered liberty”) περιορίζει και καθορίζει τα όρια μεταξύ των αντικρουόμενων συμφερόντων». Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί πώς είναι δυνατόν η ανάλυση να εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στο υπαρκτό και σημαντικό συμφέρον του αγέννητου τέκνου χωρίς να λαμβάνει υπόψη της το αντικρουόμενο, υπαρκτό, συμφέρον της κυοφορούσας γυναίκας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Dobbs εγκαταλείπει εντελώς τη στάθμιση που είχε επιβάλει η Casey στον πολιτειακό νομοθέτη να συνυπολογίζει εάν ο εκάστοτε επιβαλλόμενος περιορισμός στο δικαίωμα στην άμβλωση συνεπαγόταν υπερβάλλον βάρος (“undue burden”) στο δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού της γυναίκας. Αντ’ αυτού, η πλειοψηφία αναφέρεται σε «σύγχρονες εξελίξεις» (“modern developments”), που επικαλούνται οι υπέρμαχοι της κατάργησης του δικαιώματος στην άμβλωση, και οι οποίες καταδεικνύουν ότι οι αντιλήψεις για την εγκυμοσύνη ανύπαντρων γυναικών έχουν αλλάξει δραστικά: «ομοσπονδιακοί και πολιτειακοί νόμοι απαγορεύουν τη διάκριση λόγω εγκυμοσύνης, άδειες λόγω εγκυμοσύνης και τοκετού προβλέπονται σε πολλές περιπτώσεις, […] οι πολιτείες αναγνωρίζουν νομοθετικώς τη δυνατότητα σε γυναίκες να εγκαταλείπουν νεογέννητα υπό την εγγύηση της ανωνυμίας». Είναι τουλάχιστον ειρωνική η αναφορά της πλειοψηφίας στην εξέλιξη των αντιλήψεων μόνο σε ό,τι αφορά την τύχη του νεογέννητου χωρίς όμως να την απασχολεί το γεγονός ότι η αποδοχή σήμερα του δικαιώματος στην άμβλωση από την πλειονότητα του αμερικανικού λαού[11] είναι επίσης αποτέλεσμα της σύγχρονης εξέλιξης των αντιλήψεων ως προς το δικαίωμα ιδιωτικότητας και αυτοδιάθεσης.

Ο αντίλογος του δικαστή Αλίτο, όπως αποτυπώνεται στην Dobbs, είναι ότι το Ανώτατο δικαστήριο επιστρέφει με αυτήν την απόφαση τη συζήτηση για το δικαίωμα στην άμβλωση στο επίπεδο του πολιτειακού νομοθέτη[12]. Εδώ όμως βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος: είναι ανεκτό ζητήματα που αφορούν την ουσία των ατομικών δικαιωμάτων, όπως η έκταση της προσωπικής ελευθερίας και η παρέμβαση της κρατικής εξουσίας στη δυνατότητα του ατόμου να λαμβάνει ανεμπόδιστα κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν μύχιες εκφάνσεις της προσωπικής του ζωής, να εγκαταλείπονται στη βούληση της εκάστοτε πλειοψηφίας; Η ιδέα ότι ο δικαστής, έχοντας επίγνωση των ορίων της αρμοδιότητάς του, αντί να αποφασίσει επί δυσεπίλυτων ηθικοπολιτικών διλημμάτων, παραμερίζει για να παραχωρήσει τη θέση του στον νομοθέτη, αποτελεί μια βολική υπεραπλούστευση που παραγνωρίζει την ουσία της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Ο σεβασμός της ιδιωτικής αυτονομίας βρίσκεται στο επίκεντρο της προσωπικής ελευθερίας. Και επί ζητημάτων προσωπικής ελευθερίας δεν είναι η εκάστοτε πλειοψηφία που πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο αλλά ο συνταγματικός δικαστής, ο οποίος καλείται να προστατεύσει τον πυρήνα της προσωπικής ελευθερίας του καθενός –και ιδιαίτερα αυτού που βρίσκεται σε καθεστώς αδυναμίας– από τη βούληση της πλειοψηφίας. Αν η τελευταία αποφάσιζε επί παντός δυσεπίλυτου ζητήματος στάθμισης δικαιωμάτων με το δημόσιο συμφέρον, τότε ποιος θα ήταν ο λόγος ύπαρξης των συνταγματικών ελευθεριών και του συνταγματικού δικαστή; Κανένα εκλογικό σώμα και καμιά πολιτική εξουσία δεν θα έπρεπε σε ένα κράτος δικαίου να αποφασίζει για λογαριασμό της γυναίκας που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα της εγκυμοσύνης, που καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις για το σώμα της και το κυοφορούμενο τέκνο της και, εντέλει, να ζήσει με τις συνέπειες της απόφασής της. Η γυναίκα δεν είναι εργαλείο αναπαραγωγής. Συνεπώς, ας μην έχουμε αυταπάτες, η επιστροφή, κατά τον δικαστή Aλίτο, του ζητήματος στο εκλογικό σώμα δεν αποτελεί αυτοπεριορισμό του συνταγματικού δικαστή αλλά άρνηση άσκησης του δικαιοδοτικού του καθήκοντος.

 

Κινδυνεύουν κατοχυρωμένα δικαιώματα;

Ας εξετάσουμε τώρα το δεύτερο ερώτημα που θέσαμε στην εισαγωγή αυτού του κειμένου: η Dobbs θα αποτελέσει ένα μεμονωμένο νομολογιακό προηγούμενο ή προοιωνίζεται την αλλαγή πλεύσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε ό,τι αφορά άλλα νομολογιακώς κατοχυρωμένα δικαιώματα; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να επιστρέψουμε στη δικαιοπολιτική βάση στην οποία στηρίχθηκε η Roe για να αναγνωρίσει το δικαίωμα στην άμβλωση. Αντίθετα με αυτό που ισχυρίζεται, με εμφανή ειρωνική διάθεση, η πλειοψηφία στην Dobbs, ο δικαστής Χάρι Μπλάκμεν (Harry Blackmun), συντάκτης της Roe, δεν «ανακάλυψε», το 1973, το δικαίωμα στην άμβλωση κάπου κρυμμένο στη 14η Τροποποίηση. Ο ίδιος, και οι υπόλοιποι έξι συνάδελφοί του που συντάχθηκαν με τη γνώμη του, ενέταξαν το δικαίωμα στην άμβλωση σε μια σειρά από αποφάσεις οι οποίες είχαν όλες ως σημείο αναφοράς το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα ή, αλλιώς, όπως γλαφυρά το είχε περιγράψει ο δικαστής Brandeis, το δικαίωμα «να σε αφήνουν στην ησυχία σου» (the right to be let alone).

Έτσι, το δικαίωμα στην άμβλωση εγγραφόταν στη προέκταση άλλων συναγόμενων από το γράμμα της 14ης Τροποποίησης Δικαιωμάτων («implied rights»), τα οποία έχουν όλα ως κοινό παρονομαστή ότι αποτελούν «απογόνους» του ευρύτερου δικαιώματος στην ιδιωτικότητα. Όπως έχει υπογραμμίσει το Ανώτατο δικαστήριο στη Washington v. Glucksberg (1997), τα δικαιώματα αυτά είναι τόσο σημαντικά ώστε «δεν θα υφίσταντο ούτε η ελευθερία ούτε η δικαιοσύνη εάν καταργούνταν». Έτσι, η αναγνώριση του απαραβίαστου της ιδιωτικότητας των ομοφυλοφιλικών σχέσεων (Lawrence v. Texas, 2003), το δικαίωμα στην αντισύλληψη (Griswold v. Connecticut, 1965), η αντισυνταγματικότητα νόμων που απαγορεύουν τον διαφυλετικό γάμο (Loving v. Virginia, 1967) αλλά και η επέκταση στα ομόφυλα ζευγάρια του δικαιώματος στο γάμο (Obergefell v. Hodges, 2015) αποτελούν αυτό που η κοινή μειοψηφούσα γνώμη των δικαστών Kagan, Breyer και Sotomayor εύστοχα περιγράφει στην Dobbs ως «μέρος του ίδιου συνταγματικού ιστού (“constitutional fabric”) που προστατεύει την αυτονομία λήψης αποφάσεων επί των πιο προσωπικών ζητημάτων ζωής».

Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι, από τη στιγμή που η Dobbs αναδεικνύει ως βασικό κριτήριο νομολογιακής συναγωγής ενός δικαιώματος από το γράμμα της 14ης Τροποποίησης, την ενσωμάτωσή του στην ιστορία και τις παραδόσεις του αμερικανικού έθνους, όλα τα προαναφερθέντα δικαιώματα, τα οποία δεν αποτελούσαν μέρος της νομικής παράδοσης στα μέσα του 19ου αιώνα, τίθενται εν αμφιβόλω. Είναι δηλαδή αυτονόητο ότι η νομοθεσία, κατά την περίοδο ψήφισης του αμερικανικού Συντάγματος, δεν αναγνώριζε ούτε το δικαίωμα στην αντισύλληψη ούτε το απαραβίαστο της ιδιωτικότητας των ομοφυλοφυλικών σχέσεων και το γάμο ομόφυλων ζευγαριών.

Όπως θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος, είναι αλήθεια ότι ο δικαστής Aλίτο επιχειρεί να προκαταλάβει αυτή τη συζήτηση αναδεικνύοντας την, κατά τη γνώμη του, ειδοποιό διαφορά ανάμεσα στο δικαίωμα στην άμβλωση και τα συγγενή «παρακλάδια» της ιδιωτικότητας στα οποία η Roe και η Casey είχαν στηριχθεί: «η άμβλωση καταστρέφει αυτό που εκείνες οι αποφάσεις αποκαλούν “δυνητική ζωή και το οποίο ο επίδικος νόμος εκλαμβάνει ως “αγέννητη ζωή”. Καμία από τις αποφάσεις που αναφέρονται στις Roe και Casey δεν εγείρουν το κρίσιμο ηθικό ερώτημα που θέτει η άμβλωση».

Το επιχείρημα του δικαστή Aλίτο δεν είναι πειστικό. Και αυτό διότι κρίσιμη εν προκειμένω δεν είναι η μοναδικότητα και η σημασία του ηθικού διλήμματος που θέτει η άμβλωση αλλά το εφαρμοζόμενο από την πλειοψηφία κριτήριο κατάργησής της ως συνταγματικού δικαιώματος που συνάγεται από την 14η Τροποποίηση. Αν αυτό το κριτήριο, όπως αναδείξαμε ανωτέρω, είναι η ενσωμάτωσή της στην αμερικανική νομική παράδοση που έχει ως σημείο αφετηρίας τα μέσα του 19ου αιώνα, τότε οι κατακτήσεις των Lawrence, Griswold και Obergefell θα πρέπει να θεωρούνται επισφαλείς.

Να σημειώσουμε σχετικά ότι σε μια απόφαση του 2020, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αρνήθηκε να εκδικάσει (writ of certoriari) την υπόθεση της Κιμ Ντέιβις (Kim Davis), μιας δημοτικής υπαλλήλου στην πολιτεία του Κεντάκι, η οποία είχε αρνηθεί, επικαλούμενη τη θρησκευτική της συνείδηση, να επικυρώσει το γάμο ενός ομόφυλου ζευγαριού, ο δικαστής Aλίτο από κοινού με τον δικαστή Τόμας είχαν εκφράσει με οξύτητα την αντίθεσή τους στην Obergefell. Επεσήμαναν ότι η ίδια περιορίζει το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία, όπως αυτό κατοχυρώνεται στην Πρώτη Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος: «Επιλέγοντας να ευνοήσει ένα νεόκοπο συνταγματικό δικαίωμα εις βάρος συμφερόντων θρησκευτικής ελευθερίας που προβλέπονται ρητώς στην Πρώτη Τροποποίηση, με τρόπο αντιδημοκρατικό, το Δικαστήριο προκάλεσε ένα πρόβλημα το οποίο μόνο το ίδιο μπορεί να επιλύσει. […] Έως τότε, η Obergefell θα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στη θρησκευτική ελευθερία». Το μήνυμα είναι σαφές. Τουλάχιστον, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο δικαστής Τόμας ήταν περισσότερο ειλικρινής στη σύμφωνη γνώμη του στην Dobbs, καθώς περιέγραψε χωρίς περιστροφές αυτά που έπονται: «σε μελλοντικές υποθέσεις θα πρέπει να επανεξετάσουμε όλη την προηγούμενη νομολογία που αφορά τις ουσιαστικές δικαιοδοτικές εγγυήσεις (“substantive due process”), συμπεριλαμβανομένων των Griswold, Lawrence και Obergefell. Εκ του λόγου ότι κάθε απόφαση σχετικά με τις ουσιαστικές δικαιοδοτικές εγγυήσεις είναι ευαπόδεικτα λανθασμένη (“demonstrably erroneous”), έχουμε το καθήκον να “διορθώσουμε το λάθος” που συντελέστηκε σε αυτές τις αποφάσεις».

Η σαφής και άτεγκτη θέση που εκφράζει ο δικαστής Tόμας μπορεί να ξενίζει, ίσως ακόμα και να σοκάρει, όσους από εμάς διατηρούσαν στο μυαλό τους την εικόνα του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, ως του Warren Court της δεκαετίας του 1960. Ενός δικαστηρίου, το οποίο, υπό την προεδρία του προοδευτικού προέδρου Warren, αντιμετώπισε ρηξικέλευθα το αμερικανικό Σύνταγμα ως ένα ζωντανό κείμενο, επεκτείνοντας εντυπωσιακά τις ατομικές ελευθερίες και τις αρμοδιότητες του ομοσπονδιακού κράτους. Η αλήθεια είναι όμως ότι, δυστυχώς, οι καιροί αυτοί έχουν παρέλθει προ πολλού. Ο πρόεδρος Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δεν άφησαν να πάει χαμένη η μοναδική ευκαιρία που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του πρώτου να διορίσει στο Ανώτατο Δικαστήριο τρεις δικαστές. Έτσι, αυτό που δεν κατάφεραν οι πρόεδροι Νίξον και Ρέιγκαν, να προσδώσουν δηλαδή στο Ανώτατο Δικαστήριο μια καθαρά συντηρητική κατεύθυνση, το κατόρθωσε ο Ντόναλντ Τραμπ με τον διορισμό, κατά σειρά, των Νιλ Γκόρσατς (Neil Gorsuch), Μπρετ Κάβανα (Brett Kavanaugh) και, τέλος, της Έιμι Κόνι Μπάρετ (Amy Coney Barrett)[13].

Το όνειρο γενεών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος να αποκτήσει μια συμπαγή συντηρητική πλειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο έγινε πραγματικότητα καθώς οι έξι από τους εννέα εν ενεργεία δικαστές συγκροτούν πλέον ένα αρραγές συντηρητικό μπλοκ το οποίο, με αυτοπεποίθηση και γοργό ρυθμό, ανατρέπει νομολογιακά κεκτημένα δεκαετιών. Αρκεί η «σοδειά» και μόνο του περασμένου Ιουνίου, για να αντιληφθεί κάποιος ποια Αμερική οραματίζεται η τωρινή πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου: πέραν της Dobbs, στην New York State Rifle & Pistol Association v. Bruen, το Δικαστήριο επεξέτεινε το δικαίωμα οπλοκατοχής και οπλοφορίας, όπως αυτό προβλέπεται στη Δεύτερη Τροποποίηση, κρίνοντας ως αντισυνταγματική τη νομοθεσία της πολιτείας της Νέας Υόρκης, σε ισχύ για πάνω από εκατό χρόνια, η οποία αναγνώριζε διακριτική ευχέρεια στη διοίκηση κατά την έκδοση αδειών κεκαλυμμένης οπλοφορίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο δικαστής Tόμας, που συνέταξε τη γνώμη της πλειοψηφίας, έκρινε ως αλυσιτελές το κριτήριο εξέτασης της αναγκαιότητας του περιορισμού στην οπλοκατοχή, θεωρώντας ότι κρίσιμη ήταν η ύπαρξη ανάλογου κανόνα στην αμερικανική ιστορία περιορισμού της οπλοκατοχής. Ίσως, κατά την προσωπική του ανάγνωση αυτής της ιστορίας, του διέφυγε ότι η επίδικη νομοθεσία είχε τεθεί σε εφαρμογή πριν από 109 χρόνια…

Αλλά και στο πεδίο της θρησκευτικής ελευθερίας, το Ανώτατο Δικαστήριο διαβρώνει μεθοδικά τα όρια μεταξύ κοσμικού κράτους και θρησκείας. Έτσι, στην Kennedy v. Bremerton, η συνήθης πλέον πλειοψηφία των έξι δικαστών δικαίωσε έναν προπονητή ράγκμπι σε δημόσιο σχολείο, ο οποίος απολύθηκε από το τελευταίο διότι συνήθιζε να προσεύχεται μετά τους νικηφόρους αγώνες στο κέντρο του γηπέδου, προσκαλώντας τους παίκτες-μαθητές να συμμετέχουν στην προσευχή. Τέλος, στη West Virginia v. Environmental Protection Agency, το Δικαστήριο, όπως ήταν αναμενόμενο, περιόρισε τις αρμοδιότητες της αρμόδιας ομοσπονδιακής ανεξάρτητης αρχής να ρυθμίζει τη λειτουργία μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα. Η ρήση του φιλελεύθερου δικαστή Breyer, σε μειοψηφούσα γνώμη του σε απόφαση του 2007, η οποία περιόρισε την ευχέρεια δημοσίων σχολείων να λαμβάνουν μέτρα έτσι ώστε να διατηρείται η διαφυλετική ισορροπία, είναι ιδιαίτερα επίκαιρη: «Δεν είναι σύνηθες στο πεδίο του νόμου τόσο λίγοι να αλλάζουν, τόσο σύντομα, τόσα πολλά».

Τι σημαίνει αυτή η υπερσυντηρητική στροφή για το ίδιο το Δικαστήριο; Πρώτον, ότι ο ακτιβισμός, τον οποίον προσήπταν οι συντηρητικοί κύκλοι στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τις οποίες επεκτεινόταν η εμβέλεια δικαιωμάτων, αλλάζει ξεκάθαρα στρατόπεδο. Ο αυτοπεριορισμός, τον οποίον υποτίθεται επεδείκνυαν παραδοσιακά οι συντηρητικοί δικαστές, αντικαθίσταται από έναν νομικό βολονταρισμό που αποσκοπεί στην προώθηση μιας ακραία συντηρητικής ατζέντας. Η Dobbs αποτελεί το πιο εύγλωττο, πρόσφατο παράδειγμα αυτής της νέας, ζοφερής πραγματικότητας. Αυτό επιβεβαιώνεται, καταρχάς, από την ευκολία με την οποία η πλειοψηφία εγκαταλείπει εν προκειμένω τον θεμελιώδη στο αγγλοσαξωνικό Δίκαιο κανόνα του stare decisis, δηλαδή του σεβασμού στο νομολογιακό προηγούμενο. Πράγματι, η αρχή stare decisis είναι κυρίαρχη στο αμερικανικό Δίκαιο και επιβάλλει το σεβασμό από τα δικαστήρια των νομολογιακών λύσεων που έχουν εφαρμοσθεί από ομοιόβαθμα ή ανώτερα δικαστήρια. Έτσι, στο αγγλοσαξωνικό Δίκαιο οι νομολογιακές μεταστροφές είναι λιγότερο συνήθεις απ’ ό,τι στο ευρωπαϊκό ηπειρωτικό Δίκαιο. Ιδιαίτερα στο επίπεδο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η αλλαγή κατεύθυνσης της νομολογίας είναι συνήθως σταδιακή, έτσι ώστε να αποφεύγεται η ανασφάλεια Δικαίου και η ξαφνική ανατροπή καθιερωμένων πρακτικών στην καθημερινή ζωή εκατομμυρίων πολιτών που στηρίχτηκαν στην προτέρα νομική πραγματικότητα. Ωστόσο, στην Dobbs, ουδόλως φαίνεται να επηρεάζει το Δικαστήριο το γεγονός ότι η πρωτοφανής κατάργηση δικαιώματος, το οποίο είχε διαπλαστεί νομολογιακώς πριν από μισό αιώνα, θα επηρεάσει δραστικά τις ζωές εκατομμυρίων γυναικών οι οποίες μέχρι τον περασμένο Ιούνιο είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν κρίσιμες αναπαραγωγικές αποφάσεις για τον εαυτό τους. Όπως αναφέρει ο δικαστής Aλίτο, «[…] αυτό το Δικαστήριο είναι ανεπαρκώς εφοδιασμένο έτσι ώστε να ερμηνεύσει γενικότερες αποφάνσεις για τον εθνικό ψυχισμό».

Εξάλλου, και αυτό είναι σημαντικό, το ύφος της απόφασης είναι αρκετά δηκτικό. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πλειοψηφία στην Dobbs αποπνέει έπαρση. Η ακραία γλώσσα που σε ορισμένα σημεία επιστρατεύεται άνευ λόγου –για παράδειγμα, η Roe χαρακτηρίζεται ως «τρομερά λανθασμένη» και «εξαιρετικά αδύναμη»– υποδηλώνει έλλειψη σεβασμού στις προηγούμενες πλειοψηφίες των Roe και Casey. Όμως, ο ρόλος ενός συνταγματικού δικαστηρίου δεν είναι να επιτείνει την αντιπαλότητα και τη διχόνοια στο κοινωνικό σώμα που καλείται να ζήσει με τις συνέπειες κάθε απόφασης, αλλά να επιδιώκει την κοινωνική συναίνεση ακόμη και σε θέματα, όπως η άμβλωση, που διχάζουν την κοινωνία λόγω της σημασίας των δύσκολων ηθικών ζητημάτων τα οποία εγείρουν. Αντί λοιπόν να αποπνέει ειρωνεία[14] έναντι μιας νομολογίας που διαμόρφωσε τις ζωές εκατομμυρίων γυναικών για περίπου μισό αιώνα, θα ήταν προτιμότερο η πλειοψηφία να έχει επιδείξει κάποια ενσυναίσθηση για όλες αυτές τις γυναίκες, στην πλειονότητά τους προερχόμενες από χαμηλές κοινωνικές τάξεις, οι ζωές των οποίων θα επηρεασθούν δραστικά λόγω της κατάργησης ενός δικαιώματος που αναγνωριζόταν μέχρι πρότινος στις γιαγιάδες και στις μητέρες τους[15].

 

Ωμή δικαστική εξουσία

Η δεύτερη γενικότερη παρατήρηση αφορά τη θεσμική λειτουργία και κοινωνική αποδοχή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αποφάσεις όπως η Dobbs (αλλά και οι προαναφερθείσες Kennedy και Bruen) αλλάζουν εκ βάθρων την εικόνα που είχε ώς σήμερα η αμερικανική κοινωνία για τη φύση αλλά και τη λειτουργία αυτού του θεσμού τον οποίον (ειρωνεία της τύχης;) οι Πατέρες του αμερικανικού έθνους θεωρούσαν «τον λιγότερο επικίνδυνο από τις υπόλοιπες εξουσίες»[16]. Η προϊούσα πολιτικοποίηση του θεσμού έχει συνέπεια τη σταδιακή απαξίωσή του στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Έτσι, η αποδοχή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από το 31% του 2021, έπεσε φέτος στο ιστορικό χαμηλό του 25%[17]. Όμως, η κοινωνική αποδοχή ενός δικαστηρίου, και δη συνταγματικού, είναι απαραίτητη προκειμένου να επιτυγχάνεται η απρόσκοπτη κατανόηση, αποδοχή και εφαρμογή της νομολογίας του. Η επίδειξη «ωμής δικαστικής εξουσίας»[18], με τη δραστική κατάργηση δικαιώματος το οποίο είχε αναγνωριστεί σε δύο γενιές γυναικών, αποτελεί «σοβαρό πλήγμα στο δικαιικό σύστημα»[19] που, αναμφίβολα υποβαθμίζει περαιτέρω το κύρος του Δικαστηρίου. Όπως έχει παρατηρήσει ο Θωμάς Ακινάτης πριν από επτά αιώνες, «κάθε φορά που κλονίζονται τα θεμέλια του νόμου, η δεσμευτική ισχύς του περιορίζεται»[20]. Πολλώ δε μάλλον εν προκειμένω που η ξεκάθαρη πλειονότητα των Αμερικανών (6 στους 10) υποστηρίζει το δικαίωμα στην άμβλωση[21].

Μια διευκρίνιση είναι απαραίτητη σε αυτό το σημείο έτσι ώστε να αποφευχθεί μια πιθανή παρεξήγηση: δεν υποστηρίζουμε ότι ένα συνταγματικό δικαστήριο πρέπει να είναι έρμαιο των εκάστοτε κοινωνικών τάσεων, ότι πρέπει δηλαδή να αφουγκράζεται τον εφήμερο  σφυγμό της κοινωνίας και να τον μετατρέπει σε δικαστική απόφαση. Το αντίθετο. Η ποιότητα των αποφάσεων ενός δικαστηρίου συναρτάται άμεσα με την αποστασιοποίησή του από τον αχό της πολιτικής αρένας και την άσκηση του δικαιοδοτικού του έργου με αποκλειστικό γνώμονα τη συνεκτική εφαρμογή νομικών αρχών, οι οποίες δεν έχουν σχέση με την προώθηση πολιτικής ατζέντας. Ωστόσο, όπως και κάθε θεσμός, ένα δικαστήριο δεν λειτουργεί σε πολιτικό ή κοινωνικό κενό. Σε κάποιο βαθμό λοιπόν, ο συνταγματικός δικαστής πρέπει να συντονίζεται με το ιστορικό γίγνεσθαι, να αφουγκράζεται τις θεμελιώδεις αλλαγές που συντελούνται στις κοινωνικές αντιλήψεις. Με άλλα λόγια, να αντιλαμβάνεται τη γενικότερη κατεύθυνση προς την οποία βαδίζει η κοινωνία, η οποία και αποτελεί τον τελικό αποδέκτη των αποφάσεών του. Σε αντίθετη περίπτωση, το Σύνταγμα, το οποίο ο δικαστής καλείται να ερμηνεύσει, παύει να είναι ζωντανό κείμενο και καταλήγει νεκρό γράμμα.

Για να επανέλθουμε στο Ανώτατο Δικαστήριο, όπως αναφέρεται στον Economist, o Ρόμπερτ Νταλ (Robert Dahl), ένας πολιτικός επιστήμονας, πίστευε ότι οποιοδήποτε χάσμα μεταξύ της κοινής γνώμης και των θέσεων αυτού του δικαστηρίου γεφυρώνεται σχετικά σύντομα. Ο ίδιος υποστήριζε ότι η κυρίαρχη πολιτική κατεύθυνση του Δικαστηρίου δεν παραμένει ποτέ για μεγάλο χρονικό διάστημα ασυντόνιστη με τις πολιτικές θέσεις που εκφράζονται από τις νομοθετικές πλειοψηφίες στις Ηνωμένες Πολιτείες[22]. Μένει να δούμε αν αυτή η εκτίμηση θα αποδειχθεί ακριβής και στην παρούσα πολιτική συγκυρία.

Σε κάθε περίπτωση, και με την πρόθεση να εντοπίσουμε κάποιο θετικό στοιχείο στην Dobbs, ορθώς ο δικαστής Aλίτο διαπιστώνει τη σημασία της δημοκρατικής διαδικασίας. Μετά τη δικαστική κατάργηση του δικαιώματος στην άμβλωση, εναπόκειται εντέλει στους αμερικανούς πολίτες να καθορίσουν, μέσω της εκλογικής διαδικασίας, το περιεχόμενο των νόμων, σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο, έτσι ώστε να αντικατοπτρίζουν τη βούληση του εκλογικού σώματος σχετικά με ακανθώδη ηθικά ζητήματα, όπως είναι η άμβλωση[23]. Εναπόκειται, επίσης, στο εκλογικό σώμα να διαμορφώσει τις μελλοντικές συνθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Τέλος, κατά κάποιον περίεργο τρόπο, η έπαρση που επιδεικνύει το ύφος γραφής στην Dobbs πρέπει να θεωρηθεί ως ένα ακόμη θετικό στοιχείο. Η έπαρση υποδηλώνει αμετροέπεια. Και η αμετροέπεια μιας δικαστικής απόφασης φέρει το σπόρο της μελλοντικής ανατροπής της.

 

[1]“This is what a post Roe abortion looks like”, The New York Times, 29/6/2022, (https://www.nytimes.com/2022/06/29/opinion/abortion-pill-roe-wade.html)

[2] https://www.vox.com/2022/7/1/23180626/roe-dobbs-charts-impact-abortion-women-rights

[3] Βλ. την ενδελεχή ανάλυση της Dobbs  από τον Κωνσταντίνο Μποτόπουλο στο άρθρο του «Πλειοψηφία ή ελευθερία. Το ζήτημα των αμβλώσεων κατά το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ», https://www.syntagmawatch.gr/trending-issues/pleiopshfia-h-eleftheria-to-zhthma-twn-amvlwsewn-kata-to-anwtato-dikasthrio-twn-hpa/

[4] Βλ. σχετικά, Αλιβιζάτος Ν., «Μια μαύρη σελίδα στη δικαστική ιστορία των ΗΠΑ », Η Καθημερινή, 4/7/2022,  https://www.kathimerini.gr/world/561937837/mia-mayri-selida-sti-dikastiki-istoria-ton-ipa/

[5] Kaufman Wh., “The Truth about Originalism”, The Pluralist, 2014, σελ. 39-54.

[6] «In interpreting what is meant by the Fourteenth Amendment’s reference to “liberty,” we must guard against the natural human tendency to confuse what that Amendment protects with our own ardent views about the liberty that Americans should enjoy. That is why the Court has long been “reluctant” to recognize rights that are not mentioned in the Constitution. Collins v. Harker Heights, 503 U.S. 115, 125 (1992). “Substantive due process has at times been a treacherous field for this Court,” Moore v. East Cleveland, 431 U.S. 494, 503 (1977) (plurality opinion), and it has sometimes led the Court to usurp authority that the Constitution entrusts to the people’s elected representatives. See Regents of Univ. of Mich. v. Ewing, 474 U.S. 214, 225— 226 (1985).  As the Court cautioned in Glucksberg, “[w]e must [...] exercise the utmost care whenever we are asked to break new ground in this field, lest the liberty protected by the Due Process Clause be subtly transformed into the policy preferences of the Members of this Court.” 521 U.S., at 720 (internal quotation marks and citation omitted)».

[7] «[…] guided by the history and tradition that map the essential components of our Nation’s concept of ordered liberty, we must ask what the Fourteenth Amendment means by the term “liberty.” When we engage in that inquiry in the present case, the clear answer is that the Fourteenth Amendment does not protect the right to an abortion».

[8] Bernstein A., “Alito’s Draft Opinion Obsesses Over 17th Century Abortion Law—and Gets It Completely Wrong”, The Slate, 9/6/2022, https://slate.com/news-and-politics/2022/06/alito-draft-opinion-abortion-common-law-wrong.html

[9] Reagan L., “What Alito Gets Wrong About the History of Abortion in America”, Politico, 2/6/2022, https://www.politico.com/news/magazine/2022/06/02/alitos-anti-roe-argument-wrong-00036174

[10] Lepore J., “Of Course Constitution Has Nothing to Say About Abortion”, The New Yorker, 4/5/2022, https://www.newyorker.com/news/daily-comment/why-there-are-no-women-in-the-constitution

[11] https://www.pewresearch.org/fact-tank/2022/06/13/about-six-in-ten-americans-say-abortion-should-be-legal-in-all-or-most-cases-2/

[12] «It is time to heed the Constitution and return the issue of abortion to the people’s elected representatives. “The permissibility of abortion, and the limitations, upon it, are to be resolved like most important questions in our democracy: by citizens trying to persuade one another and then voting.” Και επίσης « Our decision returns the issue of abortion to those legislative bodies, and it allows women on both sides of the abortion issue to seek to affect the legislative process by influencing public opinion, lobbying legislators, voting, and running for office. Women are not without electoral or political power. It is noteworthy that the percentage of women who register to vote and cast ballots is consistently higher than the percentage of men who do so».

[13] Βλ. Αλιβιζάτος, ό.π.

[14] Βλ. Μποτόπουλος, ό.π. Ο δικαστής Aλίτο ειρωνεύεται την πλειοψηφούσα γνώμη στη Roe : «[…] το μήνυμα [της Roe] φαινόταν να είναι ότι το δικαίωμα στην άμβλωση μπορούσε να βρεθεί κάπου στο Σύνταγμα και ότι δεν είχε ιδιαίτερη σημασία να διευκρινιστεί πού».

[15] Δεκατρείς πολιτείες είχαν ήδη ψηφίσει νόμους αυτόματης απαγόρευσης των αμβλώσεων σε περίπτωση ανατροπής των Roe και Casey από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικώς αναφέρουμε ότι, στη Λουιζιάνα, τέθηκε αυτομάτως σε ισχύ νομοθεσία που είχε ψηφισθεί το 2006 και η οποία προβλέπει καθολική απαγόρευση των αμβλώσεων, χωρίς εξαίρεση ακόμη και σε περίπτωση βιασμού ή αιμομιξίας και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία του θύματος.

[16]  Abramson J., “The Supreme Court’s new power broker”, Financial Times, 9-10/7/2022.

[17] https://news.gallup.com/poll/394103/confidence-supreme-court-sinks-historic-low.aspx

[18] Στη μειοψηφούσα γνώμη του στη Roe, ο δικαστής White είχε υποστηρίζει ότι η απόφαση ήταν επίδειξη ωμής δικαστικής εξουσίας. Ό,τι δηλαδή επιδεικνύει και η πλειοψηφία στην Dobbs.

[19] Βλ. τη σύμφωνη γνώμη του προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου, John Roberts. Παρά το γεγονός ότι συντάχθηκε με την πλειοψηφία, υποστήριξε ότι εν προκειμένω δεν ήταν αναγκαία η κατάργηση του δικαιώματος στην άμβλωση αλλά απλώς η διαπίστωση της συνταγματικότητας του επίδικου νόμου της πολιτείας του Μισούρι, ο οποίος απαγόρευε τη διενέργεια αμβλώσεων μετά τη δέκατη πέμπτη εβδομάδα κύησης.

[20] The Economist, “SCOTUS, an end-of-term report”, 30/6/2022, https://www.economist.com/united-states/2022/06/30/scotus-an-end-of-term-report

[21] https://www.pewresearch.org/fact-tank/2022/06/13/about-six-in-ten-americans-say-abortion-should-be-legal-in-all-or-most-cases-2/

[22] The Economist, America’s Supreme Court faces a crisis of legitimacy”, 25/6/2022, https://www.economist.com/briefing/2022/05/07/americas-supreme-court-faces-a-crisis-of-legitimacy

[23] The Economist, “The Supreme Court’s judicial activism will deepen cracks in America”, 29/6/2022, https://www.economist.com/leaders/2022/06/29/the-supreme-courts-judicial-activism-will-deepen-cracks-in-america

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.