Σύνδεση συνδρομητών

Φιλοσοφία χωρίς τους φιλοσόφους της

Τρίτη, 12 Μαϊος 2026 11:26
Wikipedia
Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ και η Έλεν Τέιλορ, κόρη της Χάριετ Τέιλορ, η οποία συνεργάστηκε μαζί του για δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατο της μητέρας της το 1858. Η Χάριετ Τέιλορ, πάντως, αν και ο στοχαστής την είχε ανακηρύξει μέντορά του, μάλλον δεν είχε την πνευ
Wikipedia

Kυριάκος Δημητρίου, Η κρυφή ζωή των φιλοσόφων, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2024, 360 σελ.

Το κείμενο του Κυριάκου Δημητρίου αποτελεί κάτι περισσότερο από μια συστηματική αντι-αγιογραφία σημαντικών φιλοσόφων της νεωτερικότητας, σπάνια στο είδος της, ακόμη και για τα διεθνή δεδομένα. Ο Μακιαβέλλι, ο Νεύτων, ο Ρουσσώ, ο Καρτέσιος, ο Πασκάλ, ο Κίρκεργκωρ, ο Σοπενχάουερ, ο Μπένθαμ, ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, ο Νίτσε ήταν λιγότερο επιβλητικοί απ’ όσο η σκέψη τους. Μπορεί όμως η σκέψη ενός φιλοσόφου να προσλαμβάνεται χωρίς την πρόσληψη και της ζωής του; [ΤΒJ] 

Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν, ιδίως στον αγγλοσαξωνικό χώρο, οι διανοητικές βιογραφίες (intellectual biographies) (και) φιλοσόφων. Ενίοτε εμφανίζονται αποκαθηλωτικές αποκαλύψεις ή υπενθυμίσεις του σύνθετου χαρακτήρα γνωστών φιλοσόφων και της συχνά υβριδικής αιτιώδους σχέσης τους με τα φιλοσοφικά κείμενά τους, η πατρότητα των οποίων διανθίζεται έτσι από λανθάνουσες, πραγματικές ή πιθανολογούμενες εκλεκτικές συγγένειες με τη σκοτεινή πλευρά τους. Συχνά, βεβαίως, λησμονείται ότι οι φιλόσοφοι απλώς  ήταν άνθρωποι και αυτοί, με πάθη, παραξενιές, συνήθειες αλλά και φρικτά ελαττώματα. Αυτές οι συζητήσεις σπάνια υπερβαίνουν το πλαίσιο μίας συνοδευτικής ανεκδοτολογίας, υπαινικτικής πιθανών συνδέσεων φιλοσοφικών συστημάτων, θεωριών κι επιχειρημάτων με τη λοξή βιογραφία των θρυλικών, συχνά θεοποιημένων φιλοσόφων.

 

«Καθαρίζοντας» τη σκέψη

Ο συγγραφέας, στην εισαγωγή του βιβλίου του, στρέφεται καταρχήν εναντίον της ιστορικιστικής σχολής του Κέιμπριτζ, που ανάγει τους φιλοσόφους στα κείμενά τους, τα οποία εξηγεί διαμέσου της ανάλυσης των προθέσεων των στοχαστών τοποθετημένων εντός ιστορικού συγκειμένου, υλικού και πνευματικού, και της αλληλεπίδρασης των φιλοσόφων με αυτό. Με αυτόν τον τρόπο, οι φιλόσοφοι μετατρέπονται σε σκεπτόμενες μηχανές με αποτέλεσμα οι συνειδητές και ασύνειδες προσπάθειες ενός στοχαστή να υπερβεί τις περιστάσεις που τον καθορίζουν εκπίπτουν του πεδίου άσκησης φιλοσοφικού λόγου.

Συνεπώς, εξορίζεται εκτός φιλοσοφίας το «γκρίζο» και «θολό» πλαίσιο το αποτελούμενο από  τις ενστικτώδεις, ερεβώδεις, ανομολόγητες και υπόγειες επιρροές και άλλους σχετικούς καθορισμούς ή από τις μορφές πίστης, φαντασίας ή ονειροπόλησης που ενδεχομένως προσδιόρισαν τον φιλοσοφικό λόγο. Πέραν των κειμένων ως «μουσειακών, ιστορικών παραγώγων», ή ως αυτόνομων φορέων ιδεών και επιχειρημάτων, υπάρχουν και άλλες προσεγγίσεις. Μια απ’ αυτές είναι και η  εναλλακτική προσέγγιση που ακολουθεί ο Κυριάκος Δημητρίου, δηλαδή η «προσπάθεια κατανόησης της διαμορφωτικής εξέλιξης  που προκύπτει από τις βιωματικές συνθήκες ενός συγγραφέα» (9-10). Με άλλα λόγια, η Κρυφή ζωή των φιλοσόφων προκρίνει μια πορεία χωρίς βεβαιότητες, ένα ταξίδι χωρίς εγγυημένο αίσιο τέλος, καθώς ο φιλοσοφικός λόγος στερείται συστατικά της εγγυητικής λειτουργίας του στο πλαίσιο ακόμη κι οποιασδήποτε εκκοσμικευμένης ή μη εσχατολογίας στην οποία ρητά μπορεί να εντάσσεται ο φιλόσοφος.

Ο Δημητρίου προτείνει ένα υπαινικτικό είδος λόγου, που συμπληρώνει και δεν υποκαθιστά άλλες μορφές ερμηνευτικής της φιλοσοφίας. Έναν λόγο που «εμβαθύνει στον εσώτερο άνθρωπο, ενημερώνει, αποκαλύπτει μία πρόσθετη παράμετρο στην εξηγητική των κειμένων, όχι όμως αιτιακά κι αναπόδραστα δεσμευτική» (10). Απορρίπτει όμως τη συνηθισμένη οδό σε αυτό το πλαίσιο, την ψυχαναλυτική ερμηνεία δηλαδή των φιλοσόφων, η οποία, κατά τον συγγραφέα, καταλήγει συχνά σε βιοψυχολογικό αναγωγισμό που υπεραπλουστεύει την ερμηνεία του φιλοσοφικού λόγου χωρίς δυνατότητα κλινικής επαλήθευσης (11).

Η πρωτοτυπία του εγχειρήματος της Κρυφής ζωής των φιλοσόφων δεν έγκειται απλώς στην απο-θεοποίηση της τρέχουσας απο-θέωσης των μεγάλων φιλοσόφων ή στην υπονόμευση του (συχνά) αγιογραφικού χαρακτήρα των βιογραφιών τους, μολονότι κάνει και αυτό. Η βασική θεωρητική μετατόπιση στην οποία υποβάλλει το είδος της φιλοσοφικής βιογραφίας ο Δημητρίου έγκειται στην έμφαση που δίνει στον ακραία αντισυμβατικό, παθολογικό χαρακτήρα του βίου γνωστών φιλοσόφων. Οι φιλόσοφοι δεν είναι απλά όπως όλοι οι άνθρωποι, πλήρεις παθών, αδυναμιών και μικροτήτων, αλλά ακραία εμπαθείς κι εμμονικοί, πολύ περισσότερο από ό,τι οι περισσότεροι άνθρωποι. Είναι βέβαιο ότι κι άλλοι άνθρωποι, παντελώς άγνωστοι, είναι αντίστοιχα ακραία εμπαθείς κι αντικοινωνικοί. Ορισμένα τέτοια πορτρέτα γνωρίζουμε από την παγκόσμια λογοτεχνία και το θέατρο, συχνά αφορούν πρόσωπα εντός κι εκτός της καλλιτεχνικής σφαίρας. Ακραία νευρωτικοί, εμπαθείς και εμμονικοί άνθρωποι, ζουν συχνά και πεθαίνουν περνώντας απολύτως απαρατήρητοι από όλους, πλην ίσως των δύστυχων οικείων τους.

Οι διάσημοι φιλόσοφοι φαίνεται όμως να πέτυχαν κάτι μοναδικό: μετασχημάτισαν την ψυχοσωματική διαταραχή τους, μέσα από ενίοτε σκοτεινά ή δυσδιάκριτα μονοπάτια, σε φιλοσοφικό λόγο, ριζικά διαφορετικό από τη φιλοσοφική πεπατημένη της εποχής τους. Ο Δημητρίου ισχυρίζεται ότι η ακραία διαταραχή των δώδεκα φιλοσόφων με τους οποίους καταπιάνεται, δώδεκα κωμικοτραγικών, αντεστραμμένων αποστόλων, την οποία σκιαγραφεί, τους ώθησε, μέσα από ετερογενείς οδούς, εκτός φιλοσοφικού κανόνα – ή, πιο συγκεκριμένα, στο μεταίχμιο, στη no man’s land ζώνη ενδιαμέσως, εντός κι εκτός του κανόνα: ωσάν υβριδικές ψυχοσωματικές διαταραχές να πυροδότησαν όχι μία απλή «αυτοπυρπόληση» του φιλοσόφου αλλά την ανάγκη της ψυχοδιανοητικής αυτοεξορίας του.

Οι φιλόσοφοι που αναδεικνύει ο Δημητρίου ζουν, αισθάνονται, σκέπτονται στο μεταίχμιο, στο όριο μεταξύ του οικείου και του ανοίκειου, του οριακά κατανοητού και επικοινωνήσιμου, γεγονός που ενίοτε τους οδηγεί, μέσα από μία επώδυνη ψυχονοητική ακροβασία,  στην επινόηση ριζικά νέων για την εποχή κατηγοριών σκέψης και έκφρασης. Κάθε νέα φιλοσοφία προϋποθέτει ένα ναρκοθετημένο ανθρώπινο υπέδαφος, οριακό ώστε να μην εξοντώσει πλήρως τον φιλόσοφο αλλά, σε συνδυασμό με σπάνια πνευματικά χαρακτηριστικά, να οδηγήσει βασανιστικά στην έκφραση του νέου φιλοσοφικού ιδιώματος που κυοφορεί ο κάθε φιλόσοφος εν μέρει μέσα από τα αλλαγμένα λόγια του παλιού, εν μέρει μέσα από μία ριζικά νέα φιλοσοφική γλώσσα. Έτσι, ο συγγραφέας της Κρυφής ζωής φαίνεται να ιδιοποιείται με τον τρόπο του τη διάσημη φράση του Georges Canguilhem: « η φιλοσοφία είναι στοχασμός για τον οποίο το μη οικείο υλικό είναι πάντοτε καλός αγωγός της σκέψης, και θα έλεγα, μάλιστα, ο στοχασμός για τον οποίο ο καλός αγωγός της σκέψης δεν πρέπει να αποτελεί οικείο υλικό» (Le  normal et le pathologique, Paris: PUF, 1966, 7).

 

Φιλοσόφων πάθη

Θα μπορούσε κανείς να θέσει το εξής  ερώτημα: όχι φυσικά γιατί δεν περιλαμβάνονται άλλοι φιλόσοφοι στην ανθολογία, ερώτημα που θα μπορούσε να απαντηθεί με άπειρους τρόπους, αλλά γιατί επελέγησαν αυτοί οι συγκεκριμένοι. Ο συγγραφέας στην εισαγωγή αναφέρεται στο είδος λόγου της φιλοσοφικής αυτοβιογραφίας όπως καλλιεργήθηκε ή ενσωματώθηκε στο φιλοσοφικό έργο του Αυγουστίνου, πριν ο Ρουσσώ την επανασυστήσει ως πλήρως νομιμοποιημένο είδος της φιλοσοφικής νεωτερικότητας. Ο Καρτέσιος εντάσσει στοιχεία αυτοβιογραφίας στο αμιγώς φιλοσοφικό του έργο, ενώ οι πρωτο-υπαρξιστές στοχαστές του τραγικού όπως ο Πασκάλ και ο Κίρκεργκωρ ή, στο μεταίχμιο μεταξύ δυτικών και μη δυτικών θρησκευτικών παραδόσεων, ο Σοπενχάουερ και, εκτός κάθε θρησκευτικής  παράδοσης, ο Νίτσε, εύλογα εντάσσονται σε αντίστοιχο πλαίσιο όπου το βιωματικό στοιχείο, έστω και μέσα από έκκεντρους δρόμους και τρόπους, επικοινωνεί με τον σκληρό φιλοσοφικό πυρήνα της σκέψης τους. Κάτι αντίστοιχο μπορεί να ειπωθεί και για τον Νικκολό Μακιαβέλλι που ανοίγει την ιστοριοβιογραφική σειρά της Κρυφής ζωής: ο Φλωρεντίνος υπήρξε ενσωμάτωση της απόρριψης κάθε ηθικο-λογίας και κάθε πολιτικο-λογίας ως ξένης προς τον ατίθασο δυναμισμό κάθε άξιας λόγου μορφής ζωής, όχι μακριά από τη νιτσεϊκή σκέψη, αν και μπολιασμένη με τον άλλης πάστας πραγματισμό ενός « χορτάτου» από τη σεξουαλική του ζωή και την πρόσβαση στην εξουσία, λαίμαργου κι ανικανοποίητου αλλά «γευσιγνώστη».  Δεν είναι ίσως τυχαίο  ότι ο Φλωρεντίνος ανοίγει και ο Νίτσε κλείνει τις κρυφές ζωές των φιλοσόφων. Τι συμβαίνει όμως με την κρυφή ζωή των υπόλοιπων φιλοσόφων που ανθολογούνται στο βιβλίο;

Εκτιμώ ότι η επιλογή  των υπολοίπων δεν είναι τυχαία. Μία προσεκτικότερη ματιά αναδεικνύει ότι, για παράδειγμα, ο  Ισαάκ Νεύτων, πατέρας της κλασικής φυσικής, η μεθοδολογία του οποίου υιοθετήθηκε από όλη τη φιλοσοφική Ευρώπη του 18ου αιώνα, υπήρξε ένας οριακά εξουσιομανής, ακοινώνητος και μονήρης ανθρωπάκος χωρίς ίχνος ενσυναίσθησης, που ενθουσιαζόταν περισσότερο από τις αλχημιστικές του έρευνες και την εξόντωση κάθε σύγχρονού του επιστήμονα που θα μπορούσε να τον επισκιάσει. Ο Ιμμάνουελ Καντ, ιδρυτής του γερμανικού ιδεαλισμού και από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του νεότερου ορθολογισμού, ήταν βαθιά υποχόνδριος, βυθισμένος σε μια αλυσίδα εμμονικών συνηθειών και νευρωτικής ανάγκης τήρησης της τάξης στο στενό περιβάλλον του, ερήμην κάθε ικανότητας συναισθηματικής επένδυσης σε ανθρώπους. Αντίστοιχα ο Ντεκάρτ, πατέρας του νεότερου ορθολογισμού, είχε σημείο εκκίνησης των φιλοσοφικών αναζητήσεων του τρία όνειρα, τα οποία είδε ο Καρτέσιος την 10η Νοεμβρίου 1619 και του άλλαξαν την ζωή (όπως αποτυπώνονται στο χαμένο χειρόγραφο σημειωματάριό του Olympiques). Έτσι, «τα τρία όνειρα έθεσαν τα θεμέλια της νεότερης φιλοσοφίας» (47). Οι δε μεγάλες ιδρυτικές φιγούρες του ωφελιμισμού Μπένθαμ και Τζον  Στιούαρτ Μιλ, αφού τόνισαν την τεράστια σημασία του πόνου και της ηδονής για την ηθική, φαίνεται να έζησαν μια ζωή ερήμην κάθε ικανότητας προσωπικής ενσυναίσθησης. Ο Μπένθαμ θεωρούσε κάθε άνθρωπο γύρω του ακόλουθο και μαθητή του και κάθε τέχνη, ειδικά την ποίηση, παραποίηση, ενώ ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, καρπός ενός παιδαγωγικού πειράματος οικοδιδασκαλίας από τον πατέρα του Τζέιμς Μιλ, κατέρρευσε ψυχοσωματικά το 1826, καθώς συνειδητοποίησε ότι ήταν συναισθηματικά αναλφάβητος και ότι η πνευματική ηδονή δεν ανάγεται σε ωφελιμιστικούς υπολογισμούς σαν αυτούς που ο ίδιος ανασυγκροτούσε μέσα από την σπουδή των χειρογράφων του Μπένθαμ, την επιμέλεια και τη δημοσίευση των οποίων είχε αναλάβει (270-271). Όλα αυτά, λίγο πριν εμπλακεί σ’ ένα ερωτικό τρίγωνο και απορροφηθεί πλήρως από τη μάλλον διφορούμενη προσωπικότητα της Χάριετ Τέιλορ, την οποία ανέδειξε σε μέντορα, σύντροφο, ερωμένη και μητέρα, χωρίς να έχουμε όμως σημαντικές ενδείξεις και φυσικά αποδείξεις της δικής της διανοητικής αξίας. (Ποιος θα τολμήσει βέβαια να ισχυριστεί και διεκδικήσει κάτι τέτοιο αναφορικά με το ιδρυτικό, ισχυρό ζεύγος της σύγχρονης φεμινιστικής θεωρίας;)

Ο συγγραφέας μοιάζει ενίοτε να συμπαθεί και να προσελκύεται από τις συχνά καθόλου άδικες κακουχίες και (αυτο-) ασανισμούς, σωματικούς και ψυχικούς, των φιλοσόφων, καθώς ταλαντεύονται μεταξύ τραγικού και γελοίου. O Αρτούρ, όπως αποκαλεί τον Σοπενχάουερ, ανταγωνιζόταν μέχρι θανάτου τη μητέρα του Γιοχάνα, η οποία όμως τον περιφρονούσε τόσο ώστε να του υπενθυμίζει ότι τα μυθιστορήματά της, ευπώλητα εκείνη την εποχή, όσο κι αν ήταν επιφανειακά, θα ξεπουλήσουν ενώ τα δικά του, ακόμη κι αν διαβάζονται, αφορούν τόσο περιορισμένο κοινό που, και μετά θάνατον «δεν θα έχουν εξαντληθεί ακόμη» (247). Όταν δε έλαβε μία θέση διδασκαλίας στο Βερολίνο με τη θετική ψήφο του Χέγκελ, αφού τον είχε δυσφημήσει σε πλείστα γραπτά του ως «αδέξιο και σεληνιακό τσαρλατάνο » (254), ο Σοπενχάουερ δοκίμασε να βάλει τα μαθήματά του την ίδια ώρα με του Χέγκελ, με αποτέλεσμα να μείνει σταδιακά  χωρίς καθόλου φοιτητές (όπως και ο Νεύτωνας !). Για δέκα χρόνια, το μάθημα «Ο κόσμος ως βούληση κι αναπαράσταση» ανακοινωνόταν χωρίς να διδάσκεται! Ενίοτε η ενσυναίσθηση του συγγραφέα για τους «λούζερ» φιλοσόφους δίνει τόπο στην ελαφρά ειρωνεία, ιδίως όταν περιγράφονται οι προφανείς αυταπάτες τους, οι καθοδηγημένες από καθαρή ματαιοδοξία και ναρκισσισμό, όταν για παράδειγμα ο Βολταίρος επικρίνει την αποτυχία της όπερας του Ρουσσώ, ενώ αυτή παίχτηκε στο Φοντεναιμπλώ ενώπιον του Λουδοβίκου ΙΕ΄ ([Ο Ρουσσώ] «τρώει φάπες στην όπερα»; Όχι ακριβώς μεσιέ Βολταίρ) (163).

Από τον Μακιαβέλλι έως τον Καντ, και κατ’ ουσίαν έως τον Χέγκελ, το προφίλ του φιλοσόφου ως καθηγητή πανεπιστημίου δεν έχει ακόμη εμπεδωθεί. Η άμεση εμπλοκή του φιλοσόφου στα δημόσια ζητήματα είναι απότοκος της ταυτότητάς του ως δημόσιου διανοουμένου χωρίς επαγγελματική ταυτότητα δημόσιου λειτουργού, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που διατρέχει καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την κρατική ή εκκλησιαστική λογοκρισία και τις προκαταλήψεις της κοινής γνώμης, όπως βλέπουμε στις περιπτώσεις του Βολταίρου ή του Ρουσσώ. Η προσέγγιση της φιλοσοφίας ερήμην της ιστοριοβιογραφίας  των φιλοσόφων είναι φυσιολογική πλην κάπως τραγελαφική εξέλιξη, αν αναλογιστεί κανείς το ψυχονοητικό προφίλ όσων διεκδικούν το label της φιλοσοφίας σήμερα. Η επινόηση και διεκδίκηση της φιλοσοφικής μάσκας, από τον Καρτέσιο στον Νίτσε, λαμβάνει το τεράστιο ρίσκο της δυσδιάκριτης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ βίου, βιωμάτων, κειμένου και συγκειμένου και αποθαρρύνει τους νέους φερέλπιδες καθηγητές και ερευνητές της global academia, οι οποίοι, από την (αν)ασφάλεια των επιστημονικών δημοσιεύσεων, από το ψευδές μεγαλείο φαντασιακής ταύτισης με κάτι εξ ορισμού υψηλό όπως η φιλοσοφία και την αναπόφευκτη μιζέρια του φιλοσοφικού μεροκάματου, επισφαλούς ή ασφαλούς, περιφρονούν την ταραχώδη ζωή των φιλοσόφων η οποία τους αφήνει ανέγγιχτους, όπως και κάθε είδος έντονης ζωής γενικότερα.           

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.