Ως κοινωνία και ως χώρα –αναμενόμενο, αφού η χώρα είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας– έχουμε μια έφεση προς την προχειρότητα. Έστω κι αν την κρύβουμε πίσω από επινοήσεις ιδιοπροσωπίας, δεν παύει να είναι προχειρότητα. Που μεταφράζεται σε ήσσονα προσπάθεια, σε αναποτελεσματικότητα, σε αδιαφορία ιδιαίτερα για οτιδήποτε δημόσιο.
Η αδιαφορία αυτή είναι ενδημική και έχει πλήξει ακόμα και ξεχωριστές προσπάθειες ανάδειξης θετικών και δημιουργικών όψεων της ελληνικής κοινωνίας.
Ποιος, π.χ., θυμάται σήμερα την τεράστια και από τις αξιολογότερες διεθνώς πολιτιστική συλλογή-κληρονομιά του συλλέκτη Αλέξανδρου Ιόλα – που καταληστεύθηκε και χάθηκε, παρότι απ’ όσο θυμάμαι είχε δημιουργηθεί και επιτροπή σωτηρίας της συλλογής από το Ελληνικό Δημόσιο;
Και γιατί το ελληνικό κράτος δεν ενδιαφέρθηκε να αποκτήσει πριν κάποια χρόνια (1955-1964), αν και του προτάθηκε, το αξιολογότατο φωτογραφικό και κινηματογραφικό αρχείο των, κυριολεκτικά πρωτοπόρων στα Βαλκάνια, φωτογράφων και κινηματογραφιστών Ελλήνων Βλάχων αδελφών Μανάκια, από την Αβδέλα Γρεβενών, με αποτέλεσμα αυτό να καταλήξει εκτός Ελλάδος, στη Βόρεια Μακεδονία;
Τι έγινε με τα βασιλικά ανάκτορα Τατοΐου, από το 1975 και έως πριν από λίγα χρόνια που, επιτέλους, το ελληνικό κράτος καταδέχτηκε να επιληφθεί σχετικά, λες και δεν αφορούσαν την 150ετή ελληνική ιστορία αλλά την ιστορία άλλη χώρας;
Μέχρι να ενδιαφερθεί το ελληνικό κράτος, εξήχθησαν στο εξωτερικό από την πρώην βασιλική οικογένεια και τα βασιλικά ανάκτορα, με την άδεια του κράτους, το σύνολο σχεδόν των κινητών πραγμάτων. Ενώ κανονικά δεν έπρεπε να επιτραπεί να φύγει στο εξωτερικό κανένα αντικείμενο της ιστορικής κληρονομιάς μας, πλην των απολύτως προσωπικών των τέως βασιλέων. Το αποτέλεσμα, να έχουν μείνει ελάχιστα και σήμερα κυριολεκτικά ελαχιστότατα τεκμήρια της βασιλείας στην Ελλάδα – κι αυτά από καθαρή τύχη, τα οποία είτε διέφυγαν της προσοχής των κλεφτών, είτε δεν πληρούσαν το πολιτιστικό επίπεδο των αγυρτών, είτε διασώθηκαν από τη μανία της φωτιάς. Κι όλα αυτά χωρίς να αποδοθεί σε κανέναν από τους υπεύθυνους ουδεμία ευθύνη, πειθαρχική, ποινική, αστική ή άλλη.
Γιατί; Μα ακριβώς λόγω διάχυσης και της ευθύνης! Δεν είναι δυνατόν σε μια κοινωνία και σε μια χώρα όπου τα πάντα διαχέονται, η ευθύνη να είναι ορισμένη και να παραμένει σταθερή. Και όλοι γνωρίζουμε ότι τη διάχυση ακολουθεί η σύγχυση. Σύγχυση καθηκόντων, σύγχυση αρμοδιοτήτων, σύγχυση ευθυνών σημαίνουν: πουθενά ευθύνη.
Μη νομίσει κανείς ότι αυτή η διάχυση που περιγράφω έχει σχέση μόνο με τον πολιτισμό. Διαπερνά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και την πολιτεία, οριζοντίως και καθέτως.
Διάχυτος π.χ. είναι και, επ’ ευκαιρία οποιασδήποτε δίκης, εξακολουθεί να είναι παρ’ ημίν ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων (ακόμα και από τα μέχρι προ ενάμισι χρόνου υπάρξαντα Ειρηνοδικεία), σε αντίθεση με τον συγκεντρωτικό και αποκλειστικό έλεγχο από ένα Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στα κράτη της Ευρώπης.
Διάχυτα επίσης είναι και τα πάσης φύσεως αρχεία, ιστορικά και άλλα. Διάχυτα παντού.
Και το ερώτημα που παραμένει είναι: το παντού είναι όντως παντού ή στην πραγματικότητα είναι πουθενά;
Οι παραπάνω ενδεικτικά αναφερθείσες πολιτιστικές περιπτώσεις, αποδεικνύουν ότι είναι πουθενά!
Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τις πρόσφατα αποκτηθείσες από το ελληνικό δημόσιο φωτογραφίες της Καισαριανής: πού θα πάνε; Θα πάνε παντού και πουθενά ή θα μπορούσαν να πάνε εκεί που θα έπρεπε να είναι η θέση τους.
Εάν, π.χ., πάνε, και σωστά με τις υπάρχουσες συνθήκες, στη Βουλή, πόσος κόσμος, πλην των επαγγελματιών ερευνητών των αρχείων και ίσως των συγγενών των θυμάτων, θα τις δει και θα τις μελετήσει;
Μήπως εάν υπήρχε ένα καθ’ όλα συγκροτημένο μουσείο για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (το Πολεμικό Μουσείο Αθηνών είναι γενικό περιέχοντας εκθέματα από όλους τους πολέμους) θα ήταν από κάθε άποψη προτιμότερη η φιλοξενία και η έκθεσή τους, για ευνόητους λόγους που δεν χρειάζονται περαιτέρω έκθεση, εκεί;
Γιατί δεν υπάρχει π.χ. εκατόν τόσα χρόνια τώρα ένα κεντρικό δημόσιο μουσείο για τη Μικρασιατική Καταστροφή – με αποτέλεσμα όλα τα αρχεία, τα οποία δεν είναι και λίγα, να βρίσκονται έως σήμερα σε χέρια συλλόγων Μικρασιατών και Ποντίων, αλλά και ιδιωτών; Ποιος μπορεί σήμερα να τα γνωρίζει, να τα δει ή να τα μελετήσει; Και δεύτερον και κυριότερο, είναι έτσι ασφαλή; Θα καταφέρουν να περάσουν αλώβητα και ολοκληρωμένα στις επόμενες γενιές;
Πολύ φοβάμαι ότι η απάντηση είναι αρνητική και για τα τρία παραπάνω ερωτήματα, όπως και για πολλά άλλα ακόμη.
Είναι γνωστό ότι οι Νεοέλληνες προτιμάμε τα έτοιμα: την αίγλη και το κλέος των αρχαίων. Ίσως επειδή αυτοί φρόντισαν πλήρως για τα δύσκολα, δηλαδή για τα εκθέματα, αφήνοντας σε εμάς τα εύκολα, δηλαδή την κατασκευή μουσείων και αποθηκών γι’ αυτά.
Φροντίζοντας για την αρχαιότητα, έχουμε παραμερίσει, εντελώς αδικαιολόγητα, τους νεοελληνικούς πολιτισμικούς θησαυρούς. Η κίνηση, όμως, του υπουργείου Πολιτισμού και της υπουργού, Λίνας Μενδώνη, να αποκτηθούν οι φωτογραφίες της Καισαριανής και ευρύτερα της Κατοχής, είναι μια εξαίρεση. Δεν παύει όμως να είναι μια κίνηση μισή: αποκτήθηκαν και μάλιστα με τρόπο άριστο αυτές οι φωτογραφίες, όμως πού θα πάνε για να δικαιολογηθεί η ύπαρξή τους; Μήπως το Μουσείο του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου είναι μια ουσιαστική δυνατότητα;
Μπορούμε να κουνούμε τα χέρια μας όταν θέλουμε, και μάλιστα πολύ καλά! Ας υπάρξει λοιπόν συνέχεια σ’ αυτό.