Σύνδεση συνδρομητών

Επέστρεψαν στην αβεβαιότητα

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2026 23:38
Η Κατερίνα Κράλοβα.   
Fratišek Géla
Η Κατερίνα Κράλοβα.  

Η Kateřina Králová για τους Εβραίους στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο

Συνέντευξη στον Γιάννη Ευαγγέλου

 

Katerina Králová, Homecoming. Holocaust Survivors and Greece, 1941–1946, Brandeis University Press, 2025, 373 σελ.

Τι σημαίνει, άραγε, «γυρνάω σπίτι», όταν το σπίτι μου είναι ρημαγμένο και άδειο; Πώς ένιωσαν οι Έλληνες Εβραίοι που επέζησαν –από τα στρατόπεδα, τις εγχώριες κρυψώνες ή το βουνό– όταν αντίκρισαν την έκταση της καταστροφής στην κοινότητά τους; Πώς τους υποδέχθηκαν οι –ομόθρησκοι και μη– συμπατριώτες τους και πόσο καθόρισε τη νέα τους ζωή ο τρόπος με τον οποίο είχαν καταφέρει να γλιτώσουν;

Αφήνοντας βολικά αφηγήματα και παγιωμένους μύθους στην άκρη, η τσέχα ιστορικός Κατερίνα Κράλοβα (Kateřina Králová) –ήδη γνωστή στο ελληνικό κοινό χάρη στις εκδόσεις Αλεξάνδρεια (Στη σκιά της Κατοχής, Στέγνωσαν τα δάκρυά μας)– μας φέρνει αντιμέτωπους με τα πιο δύσκολα ερωτήματα στο τελευταίο της βιβλίο, με τίτλο Homecoming: Holocaust Survivors and Greece, 1941–1946 (Επαναπατρισμός: επιζώντες του Ολοκαυτώματος και Ελλάδα, 1941-1946, ακόμη αμετάφραστο στα ελληνικά).

Για τους Έλληνες Εβραίους που σώθηκαν, η επιστροφή δεν έμελλε να σημάνει τον επαναπατρισμό, αλλά τον επαναπροσδιορισμό. Στο νέο ταξίδι της αβεβαιότητας, οι λέξεις «σπίτι» και «κοινότητα» θα γίνονταν πλέον ρευστές και θα έχαναν τη θαλπωρή που κάποτε τις χαρακτήριζε.

Οι λεπτομέρειες στη συνέντευξη με την Κατερίνα Κράλοβα που ακολουθεί.

 

Στην προπολεμική Αθήνα, οι Εβραίοι αποτελούσαν μια μικρή, καλά ενσωματωμένη κοινότητα, η οποία αποτελούνταν κυρίως από νεοφερμένους. Η ενσωμάτωσή τους, η άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και τα επαγγελματικά τους δίκτυα τούς παρείχαν, όπως φαίνεται, πλεονεκτήματα για την επιβίωσή τους όταν η Αθήνα τέθηκε υπό γερμανικό έλεγχο το 1943. Συνέβαλαν –κι αν ναι, πώς;– αυτά τα προπολεμικά χαρακτηριστικά στην προετοιμασία των Αθηναίων Εβραίων για την επιβίωσή τους κατά την Κατοχή, σε σύγκριση με τη μεγαλύτερη, πιο παραδοσιακή, ισπανόφωνη (λαντίνο) κοινότητα της Θεσσαλονίκης;

Στο Homecoming τονίζω ότι η σχέση ανάμεσα στην προπολεμική ενσωμάτωση και την επιβίωση ήταν εξαιρετικά συγκυριακή: ορισμένες μορφές προσαρμογής στην ελληνική κοινωνία άνοιξαν το δρόμο για συγκεκριμένες δυνατότητες βοήθειας ή ευελιξίας κατά την Κατοχή, αλλά δεν αποτέλεσαν παρά έναν παράγοντα μέσα σε ένα πολύ πιο σύνθετο πλέγμα συγκυριών. Η ουσία είναι ότι η ενσωμάτωση και η αφομοίωση δεν αποτέλεσαν ποτέ εγγύηση ασφαλείας στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η ναζιστική φυλετική πολιτική καθιστούσε την πολιτισμική εγγύτητα ασήμαντη, όπως δείχνει η μοίρα των πλήρως ενσωματωμένων Γερμανών Εβραίων.

Οι Εβραίοι της Αθήνας –νεοφερμένοι, επαγγελματικά ευέλικτοι και άπταιστοι χρήστες της ελληνικής γλώσσας– είχαν ήδη οικοδομήσει σχέσεις μέσα στο ευρύτερο ελληνικό περιβάλλον. Αυτή η δικτύωση αποδείχθηκε ανεκτίμητη κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ιδίως όταν οι Εβραίοι αναζητούσαν κρυψώνες ή προσπαθούσαν να φτάσουν σε περιοχές που ήλεγχε η Αντίσταση ή επιδίωκαν να βρουν οδούς διαφυγής από τη χώρα. Αντίθετα, οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης συγκροτούσαν μια μεγάλη, ιστορικά ριζωμένη κοινότητα, κατά κύριο λόγο ισπανόφωνη, με την ισπανοεβραϊκή γλώσσα να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στα πολυάριθμα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Ήταν μια κοινότητα χωρικά συμπαγής και πολιτισμικά διακριτή.

Την ίδια στιγμή, η Θεσσαλονίκη ήταν η πρώτη πόλη που βρέθηκε αντιμέτωπη με εκτοπισμούς, οι οποίοι ήρθαν σχεδόν απροειδοποίητα, εξελίχθηκαν με τρομερή ταχύτητα και έπληξαν Εβραίους από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Έτσι, ενώ η ομοιογένεια, η γλωσσική συνέχεια και η κοινοτική πυκνότητα που χαρακτήριζαν για αιώνες τη σεφαραδίτικη ζωή στη Θεσσαλονίκη μπορούσαν να αυξήσουν την ορατότητα των Εβραίων στο ναζιστικό καθεστώς, τελικά εκείνο που αποδείχθηκε καταλυτικό ήταν οι απρόσμενοι και αιφνίδιοι εκτοπισμοί του πρώτου μισού του 1943, που έπληξαν αδιακρίτως όλες τις κοινωνικές ομάδες. Αντίθετα, στην Αθήνα, όπου οι εκτοπισμοί ξεκίνησαν ένα χρόνο αργότερα και κυκλοφορούσαν ήδη πληροφορίες για όσα είχαν συμβεί στο Βορρά, τα πιο ρευστά πρότυπα ενσωμάτωσης έδωσαν περιορισμένες μεν, ουσιαστικές δε, δυνατότητες στους Εβραίους είτε να κρυφτούν, είτε να βρουν καταφύγιο σε ζώνες που ήλεγχε η Αντίσταση, είτε ακόμη και να διαφύγουν.

 

Το παράδοξο των μεικτών γάμων

Οι μεικτοί γάμοι ήταν εξαιρετικά σπάνιοι στην προπολεμική Ελλάδα, διότι –σε αντίθεση με άλλες χώρες–, βάσει της ελληνικής νομοθεσίας προϋπέθεταν είτε θρησκευτική μεταστροφή είτε δαπανηρούς πολιτικούς γάμους στο εξωτερικό, που συχνά οδηγούσαν σε κοινωνικό αποκλεισμό. Κι όμως, τα ζευγάρια αυτά εξαιρέθηκαν από τους εκτοπισμούς. Ωστόσο, δείχνετε ότι ο Ισαάκ Ματαράσσο, ο οποίος παντρεύτηκε μη Εβραία και επέζησε, θεωρήθηκε ακατάλληλος για την ηγεσία της Κοινότητας στη μεταπολεμική περίοδο, επειδή «οι ομόθρησκοί του δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να συμφιλιωθούν με την ιδέα ότι είχε διαρρήξει την παράδοση». Τελικά, πώς οι άκαμπτες προπολεμικές οριοθετήσεις της Κοινότητας γύρω από τους μεικτούς γάμους καθόρισαν ποιοι θα επιζούσαν για να ηγηθούν στους μεταπολεμικούς θεσμούς, και τι εντάσεις προκάλεσε όλο αυτό;

Οι μεικτοί γάμοι στην προπολεμική Ελλάδα είχαν εν μέρει διαμορφωθεί από τους περιορισμούς της ελληνικής νομοθεσίας, η οποία σε συνέχεια του οθωμανικού νομικού πλαισίου αναγνώριζε μόνο θρησκευτικούς γάμους και επομένως απαιτούσε θρησκευτική μεταστροφή για τις μεικτές ενώσεις (σε αντίθεση με πολλά άλλα ευρωπαϊκά συστήματα αστικού δικαίου, που προέβλεπαν πολιτικό γάμο). Ως αποτέλεσμα, οι κοινωνικές και θρησκευτικές συνέπειες ήταν σοβαρές και οι κοινότητες έθεταν σαφείς περιορισμούς σε όσους παντρεύονταν μη ομόθρησκους.

Παραδόξως, τα μεικτά ζευγάρια προστατεύτηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου χάρη στα ίδια όρια που τα περιθωριοποιούσαν προπολεμικά. Έτσι, εξαιρέθηκαν από τους εκτοπισμούς, όχι τόσο λόγω των κανόνων της Κοινότητας, αλλά κυρίως επειδή η ναζιστική φυλετική νομοθεσία τα κατέτασσε σε ξεχωριστή κατηγορία – ίσως όμως και επειδή ο αριθμός τους στην Ελλάδα ήταν τόσο μικρός, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε αλλού. Μετά την Απελευθέρωση, αυτοί οι επιζώντες δεν χρειάστηκε να υποστούν τη διαδικασία της φυσικής επιστροφής, καθώς είχαν παραμείνει στην Ελλάδα σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής. Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκαν αντιμέτωποι με καχυποψία, ακόμη και με κατηγορίες ότι σώθηκαν σε βάρος άλλων, επειδή δεν είχαν τηρήσει τους κανόνες της Κοινότητας σχετικά με το γάμο και την πίστη.

Η περίπτωση του Ισαάκ Ματαράσσο είναι χαρακτηριστική: παρότι επέζησε ακριβώς λόγω του μεικτού γάμου του, κρίθηκε ακατάλληλος για ηγετική θέση στην Κοινότητα. Το παράδοξο αυτό αποκαλύπτει μια βαθιά ένταση ανάμεσα στην αναγκαιότητα και στη συνέχεια των κανόνων της Κοινότητας. Οι κοινότητες τότε χρειάζονταν ηγέτες, αλλά δυσκολεύονταν να αποδεχθούν ότι όσοι επέζησαν επειδή είχαν απομακρυνθεί από την παράδοση θα αναλάμβαναν τώρα την ανασυγκρότηση των εβραϊκών θεσμών.

 

Ηγέτες όπως ο Ασέρ Μωυσής, φυσικοί ομιλητές της ελληνικής γλώσσας και με εκτεταμένο δίκτυο στην Αθήνα, αναδείχθηκαν σε υψηλόβαθμους εκπροσώπους της Κοινότητας στη μεταπολεμική περίοδο, ενώ οι ισπανόφωνοι από τις παραδοσιακές θεσσαλονικιώτικες οικογένειες δολοφονήθηκαν σε δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό. Σε τι βαθμό η γλωσσική αφομοίωση –δηλαδή η ικανότητα άπταιστης χρήσης της ελληνικής σε αντιδιαστολή με τη διατήρηση των λαντίνο– καθόρισε όχι μόνο τα ποσοστά επιβίωσης, αλλά και ολόκληρη τη μεταπολεμική δομή εξουσίας της εβραϊκής κοινότητας στην Ελλάδα;

Η γλώσσα διαδραμάτισε έναν υποτιμημένο, αλλά καθοριστικό ρόλο τόσο στην επιβίωση όσο και στην αναδιαμόρφωση της ηγεσίας μετά τον πόλεμο. Οι ελληνόφωνοι Εβραίοι, ιδίως όσοι πέρασαν τον πόλεμο κρυμμένοι στην Αθήνα και είχαν ήδη ενσωματωθεί στο ελληνικό πολιτισμικό και πολιτικό περιβάλλον, ήταν σε πολύ καλύτερη θέση να διαπραγματευθούν με τις ελληνικές αρχές και τους απελευθερωτές. Μπορούσαν επίσης να συνεργαστούν αποτελεσματικά με τα διεθνή ανθρωπιστικά ιδρύματα –εβραϊκά και μη–, τα κεντρικά γραφεία των οποίων βρίσκονταν στην Αθήνα. Ως αποτέλεσμα, βρέθηκαν σε προνομιακή θέση ώστε να συμμετάσχουν στην ανασυγκρότηση των θεσμών και να υποστηρίξουν τις ανάγκες της κοινότητας.

Την ίδια στιγμή, οι ισπανόφωνοι της Θεσσαλονίκης υπέστησαν δυσανάλογη εξόντωση· επιπλέον, όσοι επέστρεψαν ήρθαν αντιμέτωποι με μια γλωσσική και πολιτισμική περιθωριοποίηση σε ένα κυρίως ελληνόφωνο τοπίο. Έτσι, η γλωσσική αφομοίωση διαμόρφωσε τη μεταπολεμική ιεραρχία: οι ελληνόφωνοι Εβραίοι έγιναν οι νέοι εκπρόσωποι της εβραϊκής κοινότητας, ενώ μια ολόκληρη γλωσσική και πολιτισμική παράδοση έχασε την πολιτική της επιρροή.

 

Ο μύθος του ελληνικού αλτρουισμού

Η έρευνά σας δείχνει ότι «τα εύσημα για τη διάσωση αποδίδονται στους Έλληνες χριστιανούς, και όχι στους Εβραίους που κατέβαλαν τεράστιες προσπάθειες και διέθεσαν σημαντικούς πόρους για να φτάσουν σε περιοχές που ήλεγχε το ΕΑΜ». Τεκμηριώνετε ότι οι Εβραίοι προσπάθησαν ενεργά να έρθουν σε επαφή με την Αντίσταση στο πλαίσιο της στρατηγικής για την επιβίωσή τους. Ωστόσο, στην έκθεση του ΕΑΜ, το 1945, υποστηρίζεται ότι «οι Εβραίοι της Ελλάδας είναι Έλληνες» με «ισχυρό εθνικό φρόνημα», δηλαδή οι εβραϊκές προσπάθειες για επιβίωση εντάσσονται σε ένα ελληνοκεντρικό αφήγημα. Πώς μπορούμε να διαχωρίσουμε τον εβραϊκό αγώνα για επιβίωση από το μύθο της ελληνικής αλτρουιστικής διάσωσης; Πλήρωσαν οι Εβραίοι για την ασφάλειά τους, αντί να τη λάβουν ως πράξη φιλανθρωπίας;

Μια από τις βασικές συμβολές του Homecoming είναι η αποκατάσταση της εβραϊκής δράσης, η οποία συχνά έχει επισκιαστεί από αφηγήσεις που προβάλλουν την αλτρουιστική συμπεριφορά των Ελλήνων ορθοδόξων και τις προσπάθειες της αριστερής ελληνικής Αντίστασης (ΕΑΜ). Ορισμένοι Εβραίοι κατέβαλαν επίμονες, επίπονες και δαπανηρές προσπάθειες προκειμένου να κρυφτούν στην Ελλάδα, να εγκαταλείψουν τη χώρα ή να φτάσουν σε περιοχές που ήλεγχε το ΕΑΜ. Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι χρειάστηκε χρόνος μέχρι να σχηματιστεί και να δραστηριοποιηθεί ο στρατιωτικός βραχίονας του ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ. Μόλις το καλοκαίρι του 1942 άρχισε ο ΕΛΑΣ τις επιχειρήσεις του κατά των γερμανικών και ιταλικών κατοχικών δυνάμεων και τον επόμενο χειμώνα άρχισε να επεκτείνεται στις γερμανοκρατούμενες περιοχές, όπου οι εκτοπισμοί ήταν ήδη προ των πυλών.

Οι Εβραίοι επιζώντες σχεδίασαν προσεκτικά, διαπραγματεύτηκαν και, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πλήρωσαν για την επιβίωσή τους. Τα μεταπολεμικά αφηγήματα –εβραϊκά και μη– επαναπροσδιόρισαν αυτόν τον ενεργό ρόλο και τον τοποθέτησαν σε ένα εθνικό ελληνικό αφήγημα. Παρότι μεμονωμένοι Έλληνες αναμφίβολα πρόσφεραν βοήθεια, η γενική ιστορία της διάσωσης έχει πολύ συχνά εξοβελίσει το ρόλο που διαδραμάτισαν οι ίδιοι οι Εβραίοι στη διασφάλιση της επιβίωσής τους.

Για τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα, η επίδειξη αφοσίωσης στο ελληνικό έθνος έγινε επιτακτική ανάγκη στα μεταπολεμικά αφηγήματα· αυτό συχνά σήμαινε ότι ο δικός τους ενεργός ρόλος αποσιωπήθηκε ή επαναδιατυπώθηκε, έτσι ώστε να αναδεικνύονται περισσότερο οι πράξεις των Ελλήνων γνωστών τους. Το αρχειακό υλικό καταδεικνύει ότι η επιβίωση ήταν συχνά αποτέλεσμα συναλλαγής και όχι καθαρού αλτρουισμού, κάτι που επιβεβαιώνεται και από προσωπικές μαρτυρίες εκτός Ελλάδας, οι οποίες αποκαλύπτουν παρόμοιες δυναμικές δοσοληψίας, διαπραγμάτευσης και πραγματιστικής προσαρμογής. Επιπλέον, η έκθεση του ΕΑΜ το 1945, στην οποία αναφέρεται ότι «οι Εβραίοι της Ελλάδας είναι Έλληνες» με «ισχυρό εθνικό φρόνημα», φαίνεται πως συντάχθηκε από τον Άλφρεντ Κοέν, έναν Εβραίο αξιωματικό που υπηρετούσε στις βρετανικές δυνάμεις στην Αφρική, όπως αναλύω στο βιβλίο μου. Αυτό σημαίνει ότι τα αφηγήματα περί πίστης και ενσωμάτωσης διαμορφώνονταν συχνά από κοινού, αλλά με στρατηγικό τρόπο.

 

Αποκαλύπτετε μια εντυπωσιακή μεταπολεμική σύγκρουση: στη Θεσσαλονίκη, η Κοινότητα οδήγησε στα δικαστήρια τους εβραίους ηγέτες της Κατοχής, μετά την επιστροφή τους από το Μπέργκεν-Μπέλζεν, κατηγορώντας τους ότι είχαν προνομιακές θέσεις στο στρατόπεδο και ότι ήταν υπεύθυνοι για τα βάσανα και το θάνατο των άλλων. Κύριοι υποκινητές αυτής της δίωξης ήταν επιζώντες που είχαν κρυφτεί στην Ελλάδα. Αυτή η εσωτερική εβραϊκή δίωξη σπανίως συζητιέται. Γιατί οι επιζώντες των κρυψώνων θεώρησαν ότι είχαν το δικαίωμα να διώξουν ποινικά τους επιζώντες των στρατοπέδων; Πώς διαμόρφωσε τη συλλογική μνήμη αυτή η «δίκη των Εβραίων», το 1946;

Οι δίκες που διεξήχθησαν στη Θεσσαλονίκη εναντίον των εβραϊκών ελίτ της Κατοχής, όταν αυτές επέστρεψαν από το Μπέργκεν-Μπέλζεν, φωτίζουν μια ελάχιστα γνωστή ρωγμή εντός της κοινότητας των επιζώντων. Σε αντίθεση με άλλες χώρες, όπου τα εσωτερικά εβραϊκά δικαστήρια λειτούργησαν στο πλαίσιο της Κοινότητας, στη Θεσσαλονίκη η εβραϊκή κοινότητα – τα μέλη της οποίας είχαν επιζήσει είτε σε κρυψώνες, είτε χάρη στην Αντίσταση, είτε επιστρέφοντας από τα στρατόπεδα εξόντωσης– παρέπεμψε τα πρόσωπα αυτά στην ελληνική δικαιοσύνη. Γενικά, κάτι τέτοιες διαδικασίες παραμένουν ελάχιστα γνωστές και υπογραμμίζουν τις ιδιαίτερες μορφές με τις οποίες αντιμετωπίστηκαν τα ζητήματα ηθικής ευθύνης στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Ενώ οι εσωτερικά εκτοπισμένοι Εβραίοι επιζώντες, που είχαν ζήσει τον πόλεμο στην παρανομία εντός Ελλάδας, περίμεναν μάταια την επιστροφή των αγαπημένων τους, οι επιζώντες των στρατοπέδων εξόντωσης γνώριζαν με κάθε ακρίβεια τι τους επιφύλασσε η μοίρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι εβραϊκές ελίτ της Θεσσαλονίκης, οι οποίες είχαν εκτοπιστεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης –και όχι εξόντωσης–, έγιναν οι εύκολοι κατηγορούμενοι, ή μάλλον οι αποδιοπομπαίοι τράγοι, μέσα σε ένα αναδυόμενο απολογητικό αφήγημα που επιχειρούσε να εξορθολογίσει την απώλεια και να αποδώσει ευθύνες.

Οι δίκες αυτές αποκαλύπτουν μια πρώιμη βαθιά σύγκρουση για την εξουσία στην Κοινότητα και για τη μεταπολεμική νομιμοποίηση. Περιπλέκουν την αντίληψη μιας ενιαίας εμπειρίας της επιβίωσης και φέρνουν στο φως μια αποσιωπημένη ιστορία εσωτερικών συγκρούσεων που επηρέασαν αποφασιστικά την ανασυγκρότηση της κοινότητας.

 

Αναδεικνύετε μια εντυπωσιακή αντίφαση στην περίφημη ιστορία του μητροπολίτη Γενναδίου, ο οποίος φέρεται να επέστρεψε έναν πολυέλαιο συναγωγής. Στην εκδοχή των επιζώντων, ο Γεννάδιος παρουσιάζεται σαν «λαμπρό παράδειγμα αλληλεγγύης». Αντίθετα, η αναφορά του Jacobson, διευθυντή της JDC, αποκαλύπτει ότι ο μητροπολίτης αρνήθηκε να επιστρέψει τον πολυέλαιο, υποστηρίζοντας ότι τον είχε σώσει από την καταστροφή και ότι είχε δαπανήσει 50.000 δραχμές γι’ αυτόν. Ο Jacobson τού κατέβαλε τις 50.000 δραχμές για να τον πάρει πίσω. Αυτή η «εξαγορά» κλεμμένης περιουσίας μυθοποιήθηκε αργότερα ως πράξη ελληνικής ηρωικής διάσωσης και χάρισε στον Γεννάδιο τον τίτλο του Δικαίου των Εθνών. Πόσα ακόμη μεταπολεμικά «αφηγήματα διάσωσης» υπήρξαν στην πραγματικότητα οικονομικές συναλλαγές ή αναγκαστικές επιστροφές, οι οποίες ανασκευάστηκαν και μετατράπηκαν σε πράξεις αλτρουισμού, προκειμένου να οικοδομηθεί ο μύθος της ελληνικής αθωότητας;

Η διένεξη για τον πολυέλαιο με πρωταγωνιστή τον μητροπολίτη Γεννάδιο δείχνει με χαρακτηριστικό τρόπο πώς κάποιες συναλλαγές μεταμορφώθηκαν αργότερα σε αλτρουιστικές πράξεις. Σύμφωνα με την αναφορά του διευθυντή της JDC, η επιστροφή του πολυελαίου προϋπέθετε την καταβολή χρηματικού ποσού, κάτι που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα μεταγενέστερα αφηγήματα περί ανιδιοτελούς διάσωσης. Το επεισόδιο αυτό πιθανότατα δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Πολλές επιστροφές ιδιωτικής εβραϊκής περιουσίας πραγματοποιήθηκαν μόνο έπειτα από μακρές οικονομικές διαπραγματεύσεις ή εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά στη συνέχεια ενσωματώθηκαν σε ένα εθνικό αφήγημα χριστιανοεβραϊκής αλληλεγγύης.

Οι ελληνικές αρχές υιοθέτησαν και υποστήριξαν αυτά τα αφηγήματα, θεσπίζοντας μάλιστα σχετική νομοθεσία, της οποίας όμως η εφαρμογή συχνά προσέκρουε σε σοβαρά πρακτικά και γραφειοκρατικά εμπόδια. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα συνέχισε να προβάλλει διεθνώς αυτά τα μέτρα ως απόδειξη του προοδευτισμού και της γενναιοδωρίας της απέναντι σε όσους Εβραίους πολίτες της είχαν καταφέρει να επιστρέψουν. Στην πραγματικότητα, η εικόνα ήταν πολύ πιο περίπλοκη: οι επιζώντες βίωναν συχνά ανάμεικτα συναισθήματα απέναντι τόσο στο κράτος όσο και στους μη Εβραίους γείτονές τους. Τα εξιδανικευμένα αυτά αφηγήματα συνέβαλαν στην οικοδόμηση μιας μεταπολεμικής εθνικής ταυτότητας με βασικό χαρακτηριστικό την ηθική αθωότητα, καλύπτοντας έτσι την πιο σύνθετη –και συχνά άβολη– πραγματικότητα των ελληνοεβραϊκών σχέσεων τόσο κατά τη διάρκεια της Κατοχής όσο και αμέσως μετά.

 

Οι εμπειρίες των γυναικών που επέζησαν εμφανίζονται κυρίως μέσα από οικογενειακές αφηγήσεις στην έρευνά σας. Σημειώνετε ότι οι επιζώντες των στρατοπέδων έπρεπε να περιμένουν τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την απελευθέρωσή τους για να παντρευτούν, καθώς και ότι οι γυναίκες ανέλαβαν άγνωστες έως τότε εργασίες σε οικογένειες ανώτερων μεσαίων στρωμάτων. Όσον αφορά τη δυνατότητα δεύτερου γάμου, τα περιουσιακά δικαιώματα, το ενδεχόμενο στίγμα σε σχέση με τη σεξουαλική βία, καθώς και την οικονομική επιβίωση, ποιες έμφυλες προκλήσεις αντιμετώπισαν οι επιζήσασες Εβραίες στη μεταπολεμική Ελλάδα; Μέσα στα ανδροκρατούμενα αφηγήματα ηγεσίας που συναντήσατε, παραμένουν ελλιπώς τεκμηριωμένες αυτές οι προκλήσεις;

Οι εμπειρίες των γυναικών αναδύονται στο Homecoming κυρίως μέσα από προσωπικές μαρτυρίες, επειδή τα επίσημα αρχεία τις καταγράφουν σπάνια. Οι γυναίκες βρέθηκαν αντιμέτωπες με ιδιαίτερες μεταπολεμικές προκλήσεις: οικονομική επισφάλεια, χηρεία, έμφυλες προσδοκίες σεμνότητας, καθώς και σιωπή γύρω από τη σεξουαλική βία – όλα αυτά σε συνδυασμό με ένα βαθύ ψυχικό τραύμα.

Πολλές χήρες αναγκάστηκαν να αναλάβουν ρόλους που παραδοσιακά ασκούσαν οι άνδρες, διεκδικώντας αποζημιώσεις, συμμετέχοντας σε διαδικασίες αποκατάστασης και επιστροφής περιουσιών ή αναζητώντας εργασία για να συντηρήσουν τις οικογένειές τους, την ίδια στιγμή που η κοινωνία εξακολουθούσε να τους επιβάλλει έναν «θηλυκό» δημόσιο ρόλο. Άλλες γυναίκες, που είχαν ενταχθεί στα αντάρτικα ή στα αντιστασιακά κινήματα, βρέθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο ξανά εγκλωβισμένες σε μια πατριαρχική ελληνική κοινωνία που περιόριζε την ορατότητα και την αυτονομία τους.

Αυτές οι εντάσεις ανάμεσα στο τραύμα και τη χειραφέτηση δείχνουν πώς οι γυναίκες διαπραγματεύθηκαν την επιβίωσή τους μέσα σε μια κοινωνία που τους ζητούσε μεν να είναι ανθεκτικές, αλλά που ταυτόχρονα αρνιόταν να τους αναγνωρίσει πλήρως αυτή τη διαδρομή. Το γεγονός ότι οι γυναίκες σπάνια εμφανίζονται σε ηγετικές θέσεις ενισχύει περαιτέρω την άποψη ότι τα μεταπολεμικά αφηγήματα εστιάστηκαν στις ανδρικές φωνές και περιόρισαν τους γυναικείους αγώνες στην ιδιωτική σφαίρα.

 

Αθήνα και Θεσσαλονίκη

Η κυρίαρχη θέση που κατείχε η Θεσσαλονίκη στην εβραϊκή ζωή πριν από τον πόλεμο είχε πλέον χαθεί, και η ηγεσία πέρασε σε Εβραίους επιζώντες των κρυψώνων και όχι σε επιζώντες των στρατοπέδων. Πώς αντανακλούσε η γεωγραφική μετατόπιση από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα όχι μόνο τις δημογραφικές αλλαγές, αλλά και μια βαθιά μεταμόρφωση του ταξικού, γλωσσικού και πολιτικού χαρακτήρα της εβραϊκής ηγεσίας στην Ελλάδα, δημιουργώντας ουσιαστικά μια νέα ελίτ;

Μετά τον πόλεμο, το δημογραφικό και πολιτισμικό κέντρο βάρους των Εβραίων στην Ελλάδα μετατοπίστηκε οριστικά από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, την πρωτεύουσα και διοικητική καρδιά της χώρας, όπου στεγάζονταν όλα τα βασικά κρατικά όργανα, καθώς και τα κεντρικά γραφεία διεθνών ανθρωπιστικών οργανισμών, όπως η UNRRA και η JDC. Αν και η Αθήνα συγκέντρωνε τον μεγαλύτερο αριθμό Εβραίων επιζώντων, το ποσοστό τους στο σύνολο του αστικού πληθυσμού παρέμενε εξαιρετικά μικρό, αν ληφθεί υπόψη η κλίμακα των πολεμικών απωλειών.

Ωστόσο, η εγγύτητα της πόλης με τον κρατικό μηχανισμό και τους διεθνείς οργανισμούς διευκόλυνε την πρόσβαση της ηγεσίας σε διαπραγματεύσεις που γίνονταν με τους Έλληνες αξιωματούχους στα ελληνικά και με τους ξένους εκπροσώπους στα αγγλικά – πρώτα με τους Βρετανούς και, ιδίως μετά το Δόγμα Τρούμαν, με τους Αμερικανούς, που είχαν αναλάβει μεταπολεμικά μεγάλο μέρος της ανοικοδόμησης και της παροχής βοήθειας. Δεν ήταν απλώς ένα αριθμητικό ζήτημα, αλλά μια βαθιά αλλαγή ως προς το ποιοι κατείχαν πλέον την εξουσία.

Η καταστροφή της προπολεμικής ελίτ της Θεσσαλονίκης άφησε ένα κενό, το οποίο κάλυψε μια νέα κυρίαρχη τάξη: ελληνόφωνη, αστική, επαγγελματικά εδραιωμένη, εγκατεστημένη κυρίως στην Αθήνα. Η μετατόπιση αυτή γέννησε μια ηγεσία περισσότερο ευθυγραμμισμένη με τους θεσμούς του ελληνικού κράτους και λιγότερο ριζωμένη στη σεφαραδίτικη εμπορική παράδοση που είχε επί μακρόν ορίσει τη Θεσσαλονίκη. Ουσιαστικά, ο πόλεμος δημιούργησε μια νέα ελίτ, τα χαρακτηριστικά της οποίας αντανακλούσαν τη σύνθεση του επιζώντος πληθυσμού: κατά κύριο λόγο ανθρώπους που είχαν επιβιώσει σε κρυψώνες μέσα στην Ελλάδα και, ως εκ τούτου, ανήκαν στους πρώτους που επέστρεψαν στη μεταπολεμική ζωή.

 

Περίπου το 50% των Εβραίων επιζώντων δεν έμειναν μόνιμα στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Οι περισσότεροι από όσους διέθεταν περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό ή ισχυρούς διεθνείς δεσμούς δεν είχαν πρόθεση να παραμείνουν. Έχασε ουσιαστικά η Ελλάδα τους πιο μορφωμένους, πολύγλωσσους, πολιτικά ενεργούς και κοινωνικά πιο ευέλικτους Εβραίους της, αφήνοντας πίσω κυρίως όσους δεν είχαν άλλη επιλογή; Πώς καθόρισε αυτό το επιλεκτικό «brain drain» την πορεία της κοινότητας για τα επόμενα εβδομήντα χρόνια;

Περίπου οι μισοί από τους επιζώντες Εβραίους της Ελλάδας τελικά μετανάστευσαν, γεγονός που σήμανε μια βαθιά δημογραφική και πολιτισμική απώλεια για τη χώρα. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ορισμένα άτομα είχαν φύγει πολύ πριν από την έναρξη των διώξεων και δεν επέστρεψαν ποτέ· επομένως, δεν μπορούν, με αυστηρούς όρους, να θεωρηθούν επιζώντες. Αν και το φαινόμενο αυτό υπερβαίνει το βασικό ερευνητικό ενδιαφέρον του βιβλίου μου, συνέβαλε εντούτοις αποφασιστικά στη συνολική αποδυνάμωση της κοινότητας και στην ανεπανόρθωτη απώλεια του ανθρώπινου δυναμικού της.

Σε συνδυασμό με την εξόντωση των βαθιά παραδοσιακών κοινοτήτων στα στρατόπεδα και τη μεταπολεμική δίωξη των αριστερών ανταρτών –μεταξύ των οποίων και Εβραίοι που είχαν ενταχθεί στην Αντίσταση–, η μετανάστευση αυτή στέρησε από τις εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας τόσο τα ιστορικά τους θεμέλια όσο και πολλά από τα πιο κοσμοπολίτικα και προοδευτικά μέλη τους. Το αποτέλεσμα ήταν μια μικρότερη, πιο ευάλωτη κοινότητα, χωρίς τους δημογραφικούς και πολιτισμικούς πόρους της προπολεμικής περιόδου.

Mpatis

 Φωτογραφικό Αρχείο Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος

Βασιλικός Κήπος (σήμερα: Εθνικός Κήπος), Αθήνα, 1956. Από αριστερά: Πάνω, ο Δαβίδ Μπατής και ο Δαβίδ Σαλάριο (πατέρας της Σιμχάς). Κάτω, Άρτεμις Μπατή, Χανούλα Μπατή, Δαβίδ Γαβριηλίδης, Νανά Μπατή, Δαβίδ Μπατής. Μετά τον πόλεμο, το δημογραφικό και πολιτισμικό κέντρο βάρους των Εβραίων στην Ελλάδα μετατοπίστηκε οριστικά από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα.

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.