Η Ο’Φάρελ τοποθετεί στο κέντρο της αφήγησής της το δυσβάσταχτο αυτό γεγονός. Η Ανιές παρουσιάζεται ως αλαφροΐσκιωτη και μυστηριώδης ύπαρξη. Ζει στη φύση, σαγηνεύει τα γεράκια και ξέρει να φτιάχνει φάρμακα με βότανα. Είναι ορφανή από γονείς και μένει με τη μητριά και τα αδέλφια της. Οι άλλοι στο Στράτφορντ την αποφεύγουν γιατί θεωρούν πως είναι μάγισσα, όπως η πεθαμένη μητέρα της. Ο Γουίλ είναι ένας νεαρός δάσκαλος των λατινικών. Ζει παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά. Μένει με τους γονείς και τα αδέλφια του. Ο πατέρας του τον θεωρεί αποτυχημένο, επειδή θέλει να γίνει συγγραφέας και να μην αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση.
Η Ζάο παραλαμβάνει αυτό το αφηγηματικό κέντρο και αφηγείται, με τη σειρά της, μια παλιά ιστορία με νέο τρόπο. Η ιστορία της απώλειας ενός παιδιού πάντα συγκλονίζει και προκαλεί ρωγμές στην οικογένεια, ακόμη και στα πρώτα στάδια της ανθρώπινης εξέλιξης. Ο πόνος και η οδύνη των υπόλοιπων μελών της οικογένειας είναι βαθύς και αθεράπευτος. Ο γονεϊκός δεσμός διαρρηγνύεται.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για άλλη μια αναδιήγηση μιας ιστορίας απώλειας. Η σκηνοθέτρια φαίνεται να αντλεί έμπνευση από τον ίδιο τον τρόπο που δούλευε ο θεατρικός συγγραφέας και να τον εφαρμόζει στο δικό της έργο. Ο Σαίξπηρ δούλεψε και έδωσε νέα πνοή σε πολλούς ελληνικούς αρχαίους μύθους, που τα έργα του εκσυγχρόνισαν και πέρασαν στην αιωνιότητα ως νέα κλασικά έργα.
Ο τρόπος που ο Σαίξπηρ καταφέρνει να προσεγγίσει τη γυναίκα του, στην αρχή της ταινίας, είναι μέσω της διήγησης ενός αρχαιοελληνικού μύθου. Ενώ, αρχικά, αυτό μπορεί να φανεί τυχαίο γεγονός ή αφηγηματική επιλογή από το θεατή, στη συνέχεια θα αποκτήσει μεγάλη σημασία για την εξέλιξη της πλοκής. Ο Σαίξπηρ αφηγείται στην Ανιές την ιστορία αγάπης του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Οι δύο ερωτευμένοι νέοι έχασαν για πάντα ο ένας τον άλλο, όταν η Ευρυδίκη πέθανε ξαφνικά από δάγκωμα φιδιού. Ο Ορφέας κατάφερε να πείσει τον Άδη να αφήσει την Ευρυδίκη να γυρίσει πίσω στον κόσμο των ζωντανών, αρκεί να μην κοιτάξει πίσω του μέχρι να βγουν ξανά στην επιφάνεια. Ο Ορφέας δεν κατάφερε να αντισταθεί στην επιθυμία του να την ξαναδεί και, γυρίζοντας πίσω το κεφάλι του, την έχασε οριστικά.
Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι φαίνεται να επαναστατεί ενάντια στα επικρατούντα ήθη. Παντρεύονται αφού πρώτα η Ανιές έχει μείνει έγκυος, ξεπερνώντας τις αντιρρήσεις των οικογενειών τους. Η γέννηση του πρώτου παιδιού πραγματοποιείται μέσα στο δάσος, όπου η Ανιές ξέρει να κινείται καλύτερα από οπουδήποτε αλλού. Από την άλλη πλευρά, τα πράγματα για τον Σαίξπηρ δεν αποδεικνύονται τόσο ρόδινα. Αγαπά την οικογενειακή ζωή, αλλά φαίνεται να του λείπει κάτι παραπάνω. Προσπαθεί να γράψει χωρίς να τα καταφέρνει. Η γυναίκα του καταλαβαίνει πως έχει ανάγκη να αλλάξει παραστάσεις, γιατί κατανοεί ότι μια μικρή κωμόπολη, σαν το Στράτφορντ, δεν μπορεί να χωρέσει έναν άνθρωπο με το ταλέντο του δικού του βεληνεκούς. Έτσι, τον παροτρύνει να πάει στο Λονδίνο.
Η ζωή, πλέον, εξελίσσεται σε δύο επίπεδα για την οικογένεια. Από τη μια ο Σαίξπηρ αρχίζει να μεγαλουργεί στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου, από την άλλη η Ανιές μεγαλώνει τα τρία της παιδιά κοντά στη φύση που τόσο αγαπά, αναμένοντας τις περιοδικές επισκέψεις του άντρα της. Ο Σαίξπηρ αναπτύσσει έναν ιδιαίτερο δεσμό με το γιο του, Άμνετ, ο οποίος θέλει να του μοιάσει και, όταν μεγαλώσει, να δουλέψει μαζί του στο Λονδίνο.
Εν τω μεταξύ, αποκτούν δίδυμα, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Η Ανιές, λόγω της ανεπτυγμένης διαίσθησης και των οραμάτων που βλέπει, γνωρίζει ήδη πως θα χάσει ένα από τα τρία της παιδιά. Η προσοχή της συγκεντρώνεται περισσότερο στη μικρή της κόρη, η οποία, όταν γεννήθηκε, άργησε να αναπνεύσει και αρχικά θεωρήθηκε νεκρή. Όταν ξεσπάει επιδημία στη χώρα, η κόρη της αρρωσταίνει και, αν και η ίδια κάνει ό,τι μπορεί για να τη θεραπεύσει, δεν είναι σίγουρο ότι θα γίνει καλά. Ο δίδυμος αδερφός της αναστατώνεται, ζητώντας να αρρωστήσει εκείνος, ώστε η αδερφή του να ζήσει. Εδώ εμφανίζεται ένας ακόμη αρχαίος ελληνικός μύθος, του Αδμήτου και της Άλκηστης, όπου η Άλκηστη παίρνει τη θέση του άρρωστου συζύγου της από αγάπη για εκείνον και, τελικά, τη σώζει από το θάνατο ο Ηρακλής. Η Ζάο αντιστρέφει το μύθο, χρησιμοποιώντας το μοτίβο της αδελφικής αγάπης. Δυστυχώς, στη μετανεωτερική μας εποχή δεν υπάρχει από μηχανής θεός να μας σώσει από τις συνέπειες της θνητής φύσης μας και ο θάνατος είναι μια αμετάκλητη πραγματικότητα. Ακόμη και η ίδια η μητέρα δεν μπορεί να αναστρέψει την κατάσταση.
Ο θρήνος είναι ατελείωτος και δίχως παρηγοριά. Η Ανιές το βιώνει ανοιχτά και σπαρακτικά. Κατηγορεί τον Σαίξπηρ, που έλειπε όταν πέθανε ο γιος τους, και θέλει, λίγο αργότερα, να επιστρέψει ξανά στο Λονδίνο, προβάλλοντας ως δικαιολογία τη δουλειά του στο θέατρο. Η οικονομική τους κατάσταση βελτιώνεται· εκείνη όμως δεν μπορεί να χαρεί για το παραμικρό. Όταν η μητριά της της μεταφέρει τα νέα για τη νέα τραγωδία του συζύγου της, που ανεβαίνει στο Λονδίνο, και ο τίτλος της μοιάζει με το όνομα του γιου τους, αναστατώνεται και αποφασίζει να πάει να τον βρει.
Φτάνει στο Λονδίνο τη μέρα της πρεμιέρας. Η παράσταση ξεκινά. Η Ανιές θυμώνει, γιατί τίποτα δεν έχει σχέση με το γιο της, εκτός από το όνομα του ήρωα. Η εμφάνιση στη σκηνή του Σαίξπηρ ως το φάντασμα του πατέρα τού Άμλετ αποτελεί το σημείο-κλειδί για να δει τα πράγματα με διαφορετικό μάτι. Ο Σαίξπηρ δεν εκμεταλλεύεται το όνομα του γιου του για να κάνει άλλη μια θεατρική επιτυχία. Το έργο συνιστά την έκφραση του δικού του πόνου για όσα έχασε και δεν μπόρεσε να του δώσει. Θα προτιμούσε να πεθάνει εκείνος στη θέση του. Ωστόσο, ο γιος του έφυγε απροστάτευτος από το κακό του κόσμου, όπως ο Άμλετ, προσπαθώντας να εκδικηθεί για το θάνατο του πατέρα του. Ο μύθος ενώνεται με την αληθινή ζωή, σε μία γνήσια στιγμή θεατρικής παράβασης, όταν ο ηθοποιός που παίζει τον Άμλετ πιάνει το χέρι της Ανιές, η οποία βρίσκεται στο κοινό. Ο Σαίξπηρ δεν μπόρεσε να προστατεύσει το γιο του. Τον έκανε να ζει στην αιωνιότητα, τοποθετώντας τον στο Πάνθεον των σύγχρονων μύθων.
Η ταινία της Κλόι Ζάο, σε αντίθεση με το πνεύμα τεχνολογικής φρενίτιδας της εποχής, είναι μία ανθρωποκεντρική ταινία ερμηνειών. Τα συναισθήματα βιώνονται, οι άνθρωποι είναι καθημερινοί και προσεγγίσιμοι, τα προβλήματα κοινά και προαιώνια. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών, Τζέσι Μπάκλεϊ και Πολ Μέσκαλ, λειτουργούν με απόλυτη φυσικότητα στο πλαίσιο ενός υποκριτικού διπόλου. Η μητέρα αντιπροσωπεύει την οικειότητα, την ηρεμία, τη γαλήνη, το καταφύγιο. Είναι ένα ανοιχτό σχήμα. Ο πατέρας αντιπροσωπεύει την ασφάλεια, την ενδυνάμωση, την ισχυρή βάση, τον ακλόνητο βράχο. Είναι ένα σχήμα κλειστής φύσης. Αλλά, όταν ο πατέρας είναι ο Σαίξπηρ, φέρνει στη μοντέρνα εποχή και την ουσία της πατρότητας.
Με λίγα λόγια, ένα must-see film.