Σύνδεση συνδρομητών

Νύχτα των Κρυστάλλων: Όταν ράγισε η ανθρωπότητα

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2026 10:52
10 Νοεμβρίου 1938, Βερολίνο. Στην Potsdamer Straße, έναν εμπορικό δρόμο του κεντρικού Βερολίνου, ομάδες ναζί βανδάλισαν τις βιτρίνες των καταστημάτων που ανήκαν σε Εβραίους. Με παρόμοιο τρόπο, βανδαλίστηκαν τα καταστήματα Εβραίων σε όλη τη Γερμανία και στις χώρες που ήδη κατείχε. Το πογκρόμ της 9ης Νοεμβρίου είχε αποτέλεσμα ζημιές ή την ολοκληρωτική καταστροφή 1.574 συναγωγών, το ξεθεμέλιωμα πολλών εβραϊκών νεκροταφείων και βανδαλισμούς σε περισσότερα από 7.000 καταστήματα και 29 πολυκαταστήματα που ανήκαν σε Εβραίους. Κάποιοι Εβραίοι ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου.
United States Holocaust Memorial Museum
10 Νοεμβρίου 1938, Βερολίνο. Στην Potsdamer Straße, έναν εμπορικό δρόμο του κεντρικού Βερολίνου, ομάδες ναζί βανδάλισαν τις βιτρίνες των καταστημάτων που ανήκαν σε Εβραίους. Με παρόμοιο τρόπο, βανδαλίστηκαν τα καταστήματα Εβραίων σε όλη τη Γερμανία και στις χώρες που ήδη κατείχε. Το πογκρόμ της 9ης Νοεμβρίου είχε αποτέλεσμα ζημιές ή την ολοκληρωτική καταστροφή 1.574 συναγωγών, το ξεθεμέλιωμα πολλών εβραϊκών νεκροταφείων και βανδαλισμούς σε περισσότερα από 7.000 καταστήματα και 29 πολυκαταστήματα που ανήκαν σε Εβραίους. Κάποιοι Εβραίοι ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου.

Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος

Η 27η Ιανουαρίου είναι Διεθνής Ημέρα Μνήμης για τα Θύματα του Ολοκαυτώματος. Με αυτή την ευκαιρία, αναδημοσιεύουμε διαδικτυακά το άρθρο της Βάνας Νικολαΐδου-Kυριανίδου για τη λεγόμενη Νύχτα των Κρυστάλλων, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του Books' Journal, τχ. 171, Δεκέμβριος 2025.

Περιγράφοντας, το 1988, τη βίαιη εισβολή και καταστροφή του πατρικού του, στο Ζόλινγκεν της Γερμανίας, τα  ξημερώματα της 9ης προς την 10η Νοεμβρίου 1938, ο  Francis Schott επισημαίνει:  

Ακόμη χειρότερα πράγματα έμελλε να έρθουν, πολύ χειρότερα. Όμως, τη Νύχτα των Κρυστάλλων, ένα δωδεκάχρονο παιδί εμπέδωσε ένα μάθημα. Ο κόσμος της έννομης τάξης, όπου μόνον η αστυνομία μπορεί να σε συλλάβει και δεν θα έρθει παρά μόνον αν είσαι εγκληματίας – αυτός ο κόσμος έχει χαθεί.[1]

Η ερμηνεία από τον Schott της εξαιρετικά τραυματικής παιδικής εμπειρίας του αφήνει να διαφανεί ότι εκείνη η προμελετημένη θηριωδία ήταν το προμήνυμα του μεγαλύτερου εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Ιδωμένη από αυτή τη σκοπιά, η φοβερή εκείνη νύχτα αποκαλύπτει την ουσιώδη διαφορά της από τις γνωστές βίαιες μαζικές επιθέσεις εναντίον των Εβραίων, οι οποίες, σε παλαιότερες εποχές, λάμβαναν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και αλλού.

 

Τα ιδεολογικά στοιχεία του νέου τρομακτικού κόσμου

Η ναζιστική κοσμοθεωρία αποτελεί ένα παράδοξο κράμα μύθου και πολιτικής βιολογίας. Πρόκειται για το μύθο της πάλαι ποτέ ένδοξης βόρειας φυλής σε συνδυασμό με την πίστη στη δυνατότητα εξέλιξης του ζωικού είδους και την εξάλειψη του αδύναμου.

Η μυθολογική διάσταση του ναζισμού διαρθρώνεται με πυρήνα το κατασκευασμένο αφήγημα του Άριου.[2] Το εν λόγω κατασκεύασμα είδε το φως κατά τον 18ο αιώνα και προβάλλει τον ισχυρισμό για την ύπαρξη μιας ανώτερης λευκής φυλής που, προερχόμενη από την Ασία, κατέκτησε και κατοίκησε την Ευρώπη. Τον 19ο αιώνα, την εποχή ανάπτυξης του φυλετισμού, και με τη συνδρομή φιλολόγων και γλωσσολόγων, η λέξη Άριος δήλωνε έναν ινδοευρωπαϊκό λαό με κοινή γλώσσα.

Σε αναζήτηση μιας εθνικής ταυτότητας, οι Γερμανοί θα υιοθετήσουν προθυμότερα από άλλους Ευρωπαίους αυτόν τον μύθο καταγωγής, σε βαθμό που να επινοήσουν τους όρους Ινδογερμανός και ινδο-γερμανική γλώσσα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Άριος θα ταυτισθεί με τον Γερμανό, ενώ αποκόπτεται από την Ασία.[3]    

Τον μύθο του Αρίου ο εθνικο-σοσιαλισμός θα τον αναγάγει σε απόλυτη και απόλυτα ιερή αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα, θα τον καταστήσει το μέσον ανάδειξης της αόρατης ταυτότητας του γερμανικού λαού, δηλαδή της φυλετικά καθορισμένης ψυχής του, η οποία του υπαγορεύει το εκ φύσεως δικό του σύστημα αξιών:

Κάθε φυλή έχει την ψυχή της, και κάθε ψυχή τη φυλή της, τη δική της εσωτερική και εξωτερική αρχιτεκτονική, τη χαρακτηριστική της μορφή εμφάνισης και τη στάση του τρόπου ζωής, μια μόνο δική της σχέση ανάμεσα στις δυνάμεις της θέλησης και της λογικής. Κάθε φυλή καλλιεργεί τελικά μόνο ένα ύψιστο ιδανικό.[4]

Ο τύπος του ξανθού εύρωστου και πολεμοχαρούς κατακτητή, δημιουργού των μεγάλων πολιτισμών της αρχαιότητας, θα αντλήσει την πίστη για την ανάκτηση των εξαιρετικών ψυχοσωματικών γνωρισμάτων του από τα πορίσματα των ρατσιστικών γενετικο-δαρβινικών θεωριών που είδαν το φως από τα μέσα του 19ου αιώνα. Μεταφέροντας τους νόμους του Δαρβίνου από το ζωικό βασίλειο στον ανθρώπινο κόσμο, οι θεωρίες αυτές σφυρηλάτησαν το ιδεολόγημα της αντιστοιχίας μεταξύ έμβιου οργανισμού και κοινωνικού σώματος. Την ευεξία του τελευταίου τη στήριξαν στο νόμο της εξέλιξης, της κληρονομικότητας και της φυσικής επιλογής. Ο προοδευτισμός τον οποίο υπερασπίζονταν, αποκηρύσσοντας την οπισθοδρόμηση των θρησκευτικών και ηθικών προκαταλήψεων, είχε να κάνει με την ποιοτική βελτίωση της κοινωνίας μέσω μιας κρατικά ελεγχόμενης θετικής και αρνητικής ευγονικής.[5] Διαδεχόμενος τον ατομικιστικό, ο ολιστικός κοινωνικός δαρβινισμός θα μεταφέρει τον «αγώνα για την ύπαρξη» στο πεδίο της σύγκρουσης μεταξύ των φυλών, επινοώντας την κοινωνιολογία της πάλης μεταξύ τους.[6]

Με βάση τα εθνοτικά γνωρίσματα που έχει προσλάβει ο Άριος, η φυλή πλέον δεν έχει να κάνει με τη γλώσσα, η οποία «ανήκει απαρχής στο οικουμενικό στοιχείο», αλλά με τη διακριτή, μη αναγώγιμη ταυτότητα του αίματος και τον φυσικό χώρο που εναρμονίζεται γενεαλογικά μαζί της: Blut und Boden.[7] Όπως γράφει ο Walther Darré, υπουργός Γεωργίας και Τροφοδοσίας του Τρίτου Ράιχ:

Δεν υπάρχει τίποτε πιο πολύτιμο πάνω σ’ αυτή τη γη από τη φύτρα ενός ευγενούς αίματος.[8]

Το μεγαλύτερο έγκλημα των αντιφρονούντων Γερμανών είναι η προδοσία του αίματος, η οποία τους καθιστά εχθρούς του άριστου ανθρώπινου είδους. Αναφερόμενος ο Χίτλερ  στον άνθρωπο «που ξεχνά ή κατηγορεί τους νόμους της ράτσας του» τόνιζε ότι αυτός εμποδίζει «τη νικηφόρα πορεία της ανώτερης» φυλής και, κατά συνέπεια, «την πρόοδο της ανθρωπότητας». Έτσι, «πέφτει στο επίπεδο του ζώου που είναι ανίκανο να ανυψωθεί στη σκάλα των όντων».[9]

Η ναζιστική βιολογία και ιατρική θα προκύψει από το ρατσιστικό, εθνικιστικό ρεύμα που, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναπτύχθηκε στους κόλπους της γερμανικής ευγονικής.  Ήδη από τη δεκαετία του 1920, βλέπουμε να διατυπώνεται η θέση ότι το υλιστικό μηχανιστικό πνεύμα της «εβραϊκής επιστήμης» που επικρατούσε στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι απολύτως ξένο στις «ανάγκες και τις αξίες του βόρειου, γερμανικού ανθρώπινου τύπου».[10] Για τους εθνικο-σοσιαλιστές εκπροσώπους αυτών των επιστημονικών κλάδων, η επιστήμη δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι  α-πολιτική και αξιακά ουδέτερη. Εν ολίγοις, όπως γράφτηκε εκείνη την εποχή, ο έσχατος σκοπός της αυθεντικής επιστήμης δεν συνίσταται στο «να αποδεικνύει γεγονότα, αλλά στο να εκφέρει αξιολογικές κρίσεις».[11]

Σύμφωνα λοιπόν με τη ρατσιστική ευγονική ιδεολογία, το ιστορικό γίγνεσθαι νοείται ως προϊόν βιολογικών νόμων και ιεραρχήσεων, οι οποίοι επιτάσσουν τη διατήρηση της «φυλετικής καθαρότητας» και την αποτροπή κάθε επιμειξίας με πληθυσμούς που χαρακτηρίζονται «κατώτεροι» ή «εκφυλιστικοί»». Η σύμφυση βιολογίας και γεωγραφικού χώρου θα δημιουργήσει την έννοια του ζωτικού χώρου, το γνωστό Lebensraum: Ο αγώνας για ζωή ταυτίζεται με τον αγώνα για κατάκτηση εδαφών. Μοχλός της ιστορίας, ο πόλεμος καθίσταται πηγή νομιμοποίησης της φυλετικής ανισότητας και νοείται ως η κατά φύσιν μορφή ζωής.[12] 

Ο ονειρικός Άριος –τα φαινοτυπικά γνωρίσματα του οποίου παραπέμπουν στην αρρενωπότητα των ελληνικών αγαλμάτων, δημιουργήματα και αυτά της ένδοξης βόρειας ψυχής[13]– θα καταστεί το μοντέλο για την κατασκευή του γερμανικού λαού ως ενσάρκωσης του ανθρώπινου τύπου που φέρει εγγενώς τα γνωρίσματα της φυλής των δεσποτών. Θεμελιώνοντας την πολιτική συνύπαρξη σε έναν βιολογικό ντετερμινισμό, ο χιτλερισμός φυσικοποίησε την ανθρώπινη ιστορία. Έτσι, ανήγαγε το σώμα στη «νόρμα σύμφωνα με την οποία ορίζεται η ανθρωπινότητα του ανθρώπου»,[14] βάσει της οποίας αξιολογούνται το πνεύμα και η κουλτούρα ενός λαού χωρίς άτομα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντάλλαξε την ελευθερία του προσώπου με τα δεσμά της «ομοαίματης» κοινότητας, και την ατομική επιλογή με τα αμετάκλητα γνωρίσματα μιας φυλετικά ταξινομημένης φυσικής ύπαρξης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του εχθρού αλλάζει νοηματικό περιεχόμενο, και υπάγεται σε μια «αιματολογικής» τάξης ηθική. Ο εχθρός πλέον κρίνεται ως τέτοιος με γνώμονα τη φυλή στην οποία ανήκει. Βιολογικοποιημένος, απολυτοποιείται, ώστε η απειλή που αντιπροσωπεύει να αποδεσμεύεται από τις ιστορικο-πολιτικές συγκυρίες.      

Η αξίωση για την καθαρότητα του άριου αίματος, την οποία θεμελιώνει ο αδυσώπητος «νόμος της επιλογής»[15], εκφράζεται και υλοποιείται μέσα από την αντίστοιχης σκληρότητας βούληση του Φύρερ. Όπως γράφει ο Μ. Gauchet:

Ο Φύρερ είναι ο κατ’ εξοχήν ιδεοκράτης. Γιατί ο ρόλος του δεν είναι να αντανακλά τη γνώμη ή τη σκέψη του λαού. Είναι να του προσφέρει την κοσμοαντίληψη που έχει ανάγκη. Όπως και οι αρχαίες μορφές εξουσίας άρχει στο όνομα μιας συνολικής αντίληψης για την κοινωνική τάξη και τους σκοπούς της ανθρωπότητας. Με τη διαφορά ότι αυτή τη συνολική αντίληψη, η οποία παρουσιάζεται επίσης ως «επιστημονική», την επινόησε ή την ανακάλυψε κυρίως ο ίδιος.[16]   

Πλαστουργός της νέας προσδοκώμενης ανθρωπότητας, μέσω της εφαρμογής μιας άγριας θετικής και αρνητικής ευγονικής, η αρχηγική βούληση οφείλει να ευθυγραμμίζει την εθνοφυλετική κοινότητα με τις επιταγές του τέλειου ζωικού είδους.

Ο βασικός σωτηριακός στόχος αυτού του διαμεσολαβητή ανάμεσα στους ομοαίματούς του και στο αιματηρό ιστορικό γίγνεσθαι είναι να επιταχύνει τη φυσική διαδικασία ανάδειξης των προορισμένων να κυριαρχήσουν πάνω στη γη. Πέραν της επιτυχούς υποδούλωσης των αλλοφύλων μέσω της κατάκτησης, η επίσπευση συνίσταται –με τη βοήθεια τoυ απαλλαγμένου από συναισθηματισμούς βιολογικού ρατσισμού– στο να πλασθεί ο «νέος άνθρωπος του επερχόμενου Πρώτου Γερμανικού Ράιχ», ο οποίος για «όλες τις αμφιβολίες και τις ερωτήσεις γνωρίζει μία και μόνη απάντηση: Μόνον εγώ θέλω».[17] Στο ίδιο πνεύμα, η εν λόγω ιερή αποστολή συνεπάγεται την ανάληψη ενεργειών για την εξάλειψη όσων απειλούν θανάσιμα την καθαρότητα του εκλεκτού άριου αίματος, δηλαδή πρωτίστως και κυρίως των Εβραίων.

Μπορεί κανείς να θεωρεί φρικτό το πώς στη φύση το ένα [έμβιο ον] καταβροχθίζει το άλλο. Η μύγα [γίνεται τροφή] της λιβελούλας, εκείνη ενός πουλιού, το οποίο πάλι σκοτώνεται από ένα μεγαλύτερο· και το μεγαλύτερο, όταν γεράσει, γίνεται η λεία των βακτηρίων, και τέλος, με άλλον τρόπο, το κάθε ένα συναντά τη μοίρα του […]. Ένα πράγμα είναι βέβαιο: κανείς δεν μπορεί να το αλλάξει αυτό. Ακόμη κι αν αφαιρέσει κανείς τη ζωή του, πέφτει ως ύλη, όπως και ως πνεύμα και ψυχή, πίσω στη φύση […]. Γι’ αυτό λέω πως το μόνο είναι να ερευνά κανείς τους νόμους της φύσης, ώστε να μη στραφεί εναντίον της· θα ήταν σαν να εξεγείρεται κανείς απέναντι σε ένα στερέωμα. Αν θέλω να πιστέψω σε μια θεϊκή εντολή, τότε μπορεί να είναι μόνο αυτή: να διατηρηθεί η φυσική μορφή του είδους [die Art zu erhalten].[18]

Το τι υποδηλώνει αυτή η θεϊκή εντολή έχει ήδη διατυπωθεί με σαφήνεια στο Ο αγών μου:

Η αιώνια φύση εκδικείται αμείλικτα, όταν προδίδονται οι εντολές της. Να γιατί πιστεύω ότι πρέπει να ενεργούμε σύμφωνα με τη θέληση του Παντοδύναμου δημιουργού μας: Υπερασπίζοντας τον εαυτό μου ενάντια στους Εβραίους, αγωνίζομαι για να υπερασπιστώ το έργο του Κυρίου.[19]

Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδεοκρατική βούληση του Φύρερ αποψιλώνει το γραπτό δίκαιο από το κύρος του, ενώ η σταθερότητα των κανόνων του θρυμματίζεται από τη διαρκή της κίνηση προς τα εμπρός, με στόχο την τελική νίκη. 

Η δαρβινοποίηση του αντισημιτισμού αντικαθιστά το παραδεδομένο μεταφυσικό μίσος εναντίον των Εβραίων με τα αντικειμενικά κριτήρια της ναζιστικής φυλετικής «επιστήμης». Υπ’ αυτούς τους όρους, μπορούμε να μιλάμε για το αμάλγαμα μιας χυδαίας και φανατισμένης εκδοχής του φονικού αντιεβραϊσμού με μια εκλεπτυσμένη και συναισθηματικά ουδέτερη.[20] Έτσι, οι αποκρουστικές απεικονίσεις του διαβολικά κακού Εβραίου και οι δηλητηριώδεις καταγγελίες εναντίον του –μέσω των οποίων, είτε ως εκπρόσωπος του διεθνούς κεφαλαίου είτε ως ενσάρκωση του μπολσεβικισμού, ανάγεται στον απόλυτο εχθρό του εθνικοσοσιαλισμού και σε υπονομευτή του μέλλοντος του γερμανικού λαού–,[21] συνυπάρχουν με τα ψυχρά, απαθή επιστημονικά πορίσματα περί του φυλετικά ανοίκειου χαρακτήρα τού επίσης καταστροφικού, ως προς την προγραμματική αποκατάσταση των γνωρισμάτων του, υποδειγματικού ανθρώπινου τύπου.

Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η φυλετική ενότητα αίματος και ψυχής θα λειτουργήσει ταυτόχρονα ως θεμέλιο του ιστορικο-πολιτισμικού μύθου του Αρίου και ως νομιμοποιητική αρχή των γενοκτονικών ευγονιστικών κριτηρίων.

Έτσι, σύμφωνα με τον εκφραστή της ναζιστικής κοσμοθεωρίας, A. Rosenberg, «ψυχή σημαίνει φυλή όπως φαίνεται από μέσα. Και αντίστροφα, φυλή είναι η εξωτερική πλευρά μιας ψυχής».[22] Κοσμοπολίτης, καθόσον άπατρις, ο περιπλανώμενος Εβραίος, δεν έχει «καμία οργανική μορφή της ψυχής και, συνεπώς, καμία φυλετική μορφή».[23] Παρασιτικός, καθόσον ά-σχημος, «διεισδύει στην κοινωνία μέσα από τις ανοιχτές πληγές του λαού και απομυζά τη φυλετική και δημιουργική της δύναμη – έως τον αφανισμό της».[24] Εκφραστής των αφηρημένων ιδεωδών που εγκαθίδρυσε ο Διαφωτισμός, υπέρμαχος της ατομικιστικής θεώρησης απέναντι στις ολιστικές πολιτικές θεωρήσεις και του ορθού Λόγου, σε όλες του τις εκφάνσεις, ο εβραϊσμός συγκροτεί μια κοινότητα πνεύματος, η οποία δεν τοποθετείται απλώς στον αντίποδα του Γερμανού, με την οργανικά διαμορφωμένη φυλετική ψυχή του, αλλά αποτελεί την «αντίφασή» του.[25]  

Στο πεδίο της «πάλης των γονιδίων», αυτή τη θανατηφόρα συμβίωση την καθιστά σαφή η ναζιστική ιεραρχία των έμβιων όντων. Όπως επισημαίνει ο Johann Chapoutot, η ιεράρχηση αυτή δεν περιγράφει απλώς μια διάταξη όπου οι Άριοι υπεράνθρωποι τοποθετούνται στην κορυφή και οι Εβραίοι στον πάτο, λειτουργώντας ως κανονιστικός μηχανισμός που νομιμοποιεί και οργανώνει την πολύπλευρη άσκηση ρατσιστικής πολιτικής. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ασύγκριτα πιο περίπλοκη τοπολογία. Στην «άνω ζώνη» τοποθετούνται οι Άριοι μαζί με όλα τα είδη αρπακτικών· ακολουθούν οι μιγάδες· ενώ στην κατώτερη βαθμίδα εντάσσονται οι Σλάβοι, οι Μαύροι και οι Ασιάτες. Οι Εβραίοι όμως βρίσκονται εκτός αυτής της κλίμακας, σε ένα παράμερο και ανοίκειο σημείο: ούτε πλήρως ανθρώπινα όντα ούτε ζώα, εγγράφονται στο πεδίο της βακτηριολογίας».[26]

Ριζικά αντισημιτική, η ναζιστική ιδεολογία εξηγεί τα ιστορικά συμβάντα με τους όρους μιας βιοπολιτικής νοσολογίας, επιτάσσοντας, εν ονόματι της φυλετικής υγείας, τη συστηματική εξάλειψη των Εβραίων της Ευρώπης.

Με βάση τα παραπάνω, επανέρχομαι στο νόημα της «Νύχτας των Κρυστάλλων».

  

Το κατώφλι μιας ατέρμονης νύχτας

Αφορμή για τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» υπήρξε η δολοφονία του Ερνστ φομ Ρατ, τρίτου γραμματέα της γερμανικής πρεσβείας στο Παρίσι, στις 7 Νοεμβρίου 1938, την οποία διέπραξε ένας απελπισμένος δεκαεπτάχρονος Πολωνός Εβραίος, ο Χέρσελ Γκρίνσπαν. Στόχος αυτής της ενέργειας ήταν να γίνουν γνωστές στον κόσμο οι ναζιστικές πρακτικές εναντίον των Εβραίων, όπως και οι απελάσεις στην Πολωνία, υπό απάνθρωπες συνθήκες, χιλιάδων Πολωνών Εβραίων που είχαν καταφύγει στη Γερμανία, ανάμεσα στους οποίους και η οικογένειά του.[27] Αμέσως μετά την είδηση για τους πυροβολισμούς, και ενώ ο Φομ Ρατ ήταν ακόμα εν ζωή, η προπαγανδιστική υπηρεσία του Γκέμπελς έδρασε αστραπιαία, μεγιστοποιώντας το γεγονός, το οποίο παρουσίασε ως έργο της διεθνούς εβραϊκής συνωμοσίας με στόχο «την εξόντωση της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας».[28] Δημιουργώντας σοβαρό πρόβλημα στις σχέσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας μετά τη συμφωνία του Μονάχου, «ο εβραϊσμός δεν θα δίσταζε να υποδαυλίσει πόλεμο μεταξύ των λαών της Ευρώπης».[29] Επομένως, κάθε Εβραίος κρίθηκε ένοχος, έτοιμος να συντελέσει στην καταστροφή τού λαού που αντιτάσσεται στα καταχθόνια σχέδιά του. Ακόμα και στις 10 Ιανουαρίου 1939, στην πρώτη σελίδα της μαχητικά αντισημιτικής, λαϊκιστικής εφημερίδας Der Stürmer, δημοσιεύεται σκίτσο στο οποίο ο Γκρίνσπαν σταυρώνει τον Φομ Ρατ, ενώ ο πηχυαίος τίτλος με κόκκινα γράμματα είναι: «Εβραϊκή κραυγή εκδίκησης».[30]

Προκειμένου να αποφύγουμε τον ναζιστικό όρο «Kristallnacht» (Νύχτα των Κρυστάλλων), αποκαλούμε «πογκρόμ του Νοεμβρίου» τις μέρες του 1938, κατά τις οποίες ξέσπασε με όλη της τη δύναμη η φονική ναζιστική βία εναντίον των Eβραίων. Τα απίστευτης ωμότητας επεισόδια μετέτρεψαν όλες τις πόλεις της Γερμανίας, της Αυστρίας, καθώς και τα προσαρτημένα εδάφη της Τσεχοσλοβακίας σε θέατρο καταστροφής των εβραϊκών περιουσιών, όπως και των συμβόλων της ιουδαϊκής λατρείας και κουλτούρας, ενώ έλαβαν χώρα χυδαίες δημόσιες διαπομπεύσεις και πράξεις εξευτελισμού των ίδιων των θυμάτων. Έτσι, σε σχέση με τις ωμότητες στις οποίες παραπέμπει, ο ναζιστικός όρος «Kristallnacht» αποδεικνύεται, συν τοις άλλοις, υπερβολικά ανώδυνος.

Όπως είναι γνωστό, το πογκρόμ είναι ένα βίαιο ξέσπασμα του όχλου, το οποίο χαρακτηρίζει παραδοσιακά τον ευρωπαϊκό αντι-εβραϊσμό. Αυτές οι βάρβαρες και βραχύχρονες εκρήξεις βίας επιτυγχάνουν την τρομοκράτηση των θυμάτων του, αλλά αποτελούν «μια πρωτόγονη και αναποτελεσματική μέθοδο εξόντωσης».[31]

Οι φοβερές εκείνες μέρες του Νοεμβρίου έχουν πράγματι όλα τα χαρακτηριστικά ενός λυσσώδους πογκρόμ. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ χειρότερο. Έχουμε ένα τελετουργικό τρομοκράτησης και καταστροφής, οργανωμένο από ένα ολοκληρωτικό ρατσιστικό κράτος, με τρόπο που να μοιάζει με αυθόρμητο ξεσηκωμό εναντίον των Εβραίων.[32] Μάλιστα, τον Ιούνιο του 1939, το κομματικό στέλεχος Wilhelm Βörger, σε δημόσια ομιλία του, θα εισαγάγει τον σαρκαστικό όρο «Reichkristallnacht» (Η νύχτα των Κρυστάλλων του Ράιχ):

Μετά τη Νύχτα των Κρυστάλλων πέρυσι, για παράδειγμα, στις 11 Νοεμβρίου – κοιτάξτε, αυτό το γεγονός εισάγεται στην Ιστορία ως Reichskristallnacht [χειροκροτήματα, γέλια]. Βλέπετε λοιπόν, το ζήτημα αυτό έχει κάπως –τάχα– «αναβαθμιστεί» μέσω του χιούμορ. Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς: είναι αυτό οικονομικά βιώσιμο; Πρέπει κάποιος να εισαγάγει υαλοπίνακες από το Βέλγιο, με ξένο συνάλλαγμα. Μπορεί πάλι κάποιος να έχει διαφορετικές απόψεις επ’ αυτού. Ένα πράγμα όμως είναι βέβαιο: αυτοί [οι Εβραίοι] το ξέρουν τώρα πολύ καλά· όταν πατά κανείς το κουμπί, η καμπάνα χτυπά παντού [γέλια].[33]

Ο βασικός στόχος του χιτλερικού κράτους δεν ήταν ούτε μόνο να εκφοβίσει τον εβραϊκό πληθυσμό ούτε να τον εξαναγκάσει σε αλλαγή θρησκεύματος, το οποίο ουδόλως αφορά τα φυλετικά κριτήρια. Ο στόχος του εξαρχής ήταν η ριζική απαλλαγή από τούς Εβραίους. Όπως δήλωσε ο Ράινχαρντ Χάιντριχ, στέλεχος των SS και δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον Χίμλερ, στη διάσκεψη που έλαβε χώρα υπό τον Γκέρινγκ στις 12 Νοεμβρίου 1938: «Παρά τον αποκλεισμό του Εβραίου από την οικονομική ζωή, το κύριο πρόβλημα, δηλαδή να τους ξεφορτωθούμε από τη Γερμανία, παραμένει».[34] Για την υλοποίηση ενός τέτοιου  προγράμματος, ένα πογκρόμ, όσο εκτεταμένο και φονικό και να ήταν, δεν θα μπορούσε κατ’ ουδένα τρόπο να είναι αρκετό.

Kristallnacht pogrom

United States Holocaust Memorial Museum

10 Νοεμβρίου 1938, Μπάντεν Μπάντεν. Άνδρες των SS οδηγούν Εβραίους, που συνελήφθησαν στη διάρκεια της «Νύχτας των Κρυστάλλων». Περισσότεροι από 30.000 Εβραίοι, άνδρες, συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, κατά κύριο λόγο στο Νταχάου, στο Μπούχενβαλντ και στο Ζαξενχάουζεν. Η μεταχείριση στα στρατόπεδα ήταν κτηνώδης, αλλά οι περισσότεροι αφέθηκαν ελεύθεροι κατά τη διάρκεια των επόμενων τριών μηνών, υπό τον όρο ότι θα εγκατέλειπαν τη Γερμανία.

Ας σημειωθεί ότι η «Νύχτα των Κρυστάλλων» είναι το μοναδικό πογκρόμ τέτοιας έκτασης που έλαβε χώρα στους δρόμους του Τρίτου Ράιχ. Αυτή η πρωτοβουλία του Γκέμπελς, μάλιστα, προξένησε τη μεγάλη δυσαρέσκεια του Γκέρινγκ, λόγω της καταστροφής πολύτιμων υλικών αγαθών προς αριανοποίηση, ώστε είχε δηλώσει οργισμένος: «Θα προτιμούσα να είχατε σκοτώσει 200 Εβραίους και όχι να είχατε καταστρέψει τέτοιας αξίας περιουσιακά στοιχεία», για να του απαντήσει ο Χάιντριχ: «Σκοτώθηκαν 35».[35]   

Εκτός από αναποτελεσματικό, το εργαλείο των συνεχών πογκρόμ δεν αντιβαίνει μόνον στον γραφειοκρατικό σχεδιασμό τον οποίο απαιτεί ο τελικός στόχος του ναζιστικού αντισημιτισμού. Απειλεί επίσης την ολική εξουσίαση των πολιτών του χιτλερικού κράτους. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι ουσιώδες γνώρισμα του ολοκληρωτισμού είναι η εξάλειψη της ανθρώπινης αυθορμησίας, η συνεχής αναταραχή στους δρόμους ενέχει τον υπαρξιακό για το καθεστώς κίνδυνο απώλειας του πλήρους ελέγχου των συμβάντων.[36] Συν τοις άλλοις, όπως το επισημαίνει o Z. Bauman, η διαρκής επανάληψη τέτοιων επεισοδίων απειλεί να επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Ο όχλος παρακινείται πάντα και δρα υπό το κράτος έντονων συναισθημάτων. Όμως αυτή η ένταση κάποια στιγμή ξεθυμαίνει. Ακόμη χειρότερα, τα συναισθήματα από τη φύση τους «είναι ευμετάβλητα […]. Ένας όχλος έτοιμος για λιντσάρισμα είναι αναξιόπιστος· μπορεί κάποτε να συγκινηθεί – ας πούμε, από τον πόνο ενός παιδιού».[37]

Αντίθετα, ο «αντικειμενικός εχθρός», δεν χρειάζεται την οργή που γεννά η απέχθεια, αλλά την ηθική και συναισθηματική απάθεια που υπαγορεύει η εξόντωση του «άλλου» ως εκπλήρωση φυλετικού καθήκοντος.

Όπως μας το έμαθε ο Χίμλερ[38], η κατασκευή πρόθυμων δημίων προϋπέθετε την εμπέδωση της πεποίθησης ότι οι πράξεις εναντίον των Εβραίων, όσο απάνθρωπες κι αν είναι, αποδεικνύουν τη θυσία των ατομικών συναισθημάτων και συμφερόντων υπέρ της υγείας του άριου λαού. Μάλιστα, όσον αφορά τη «Νύχτα των Κρυστάλλων», η απόπειρα μιας τέτοιας εμπέδωσης αναγνωρίζεται στην προτροπή για τη μέγιστη δυνατή καταστροφή σε συνδυασμό με την επίσημη απαγόρευση των λεηλασιών·[39] απαγόρευση που ωστόσο παραβιάστηκε.[40]

Τα παραπάνω τα επιβεβαιώνει και ένα πρώιμο κείμενο του Χίτλερ στο οποίο εκφράζει την αποστροφή του για τα πογκρόμ, ως προϊόντα ενός αντισημιτισμού που στηρίζεται στα συναισθήματα. Αντ’ αυτού, εισηγείται έναν αντισημιτισμό που βασίζεται στη λογική (Antisemitismus der Vernunft), ικανό να ρυθμίσει νομοθετικά την οριστική απαλλαγή από τους Εβραίους: «Ο τελικός στόχος [αυτής της νομοθεσίας] πρέπει, ωστόσο, να είναι η πλήρης και αμετάκλητη απομάκρυνση των Εβραίων».[41] Η ενδεχόμενη αναποτελεσματικότητα τέτοιων νομοθετικών ρυθμίσεων προϊδεάζει για τη λογική απόφαση διοικητικής οργάνωσης μιας παραγωγής πτωμάτων.  

Ως «πογκρόμ του Γκέμπελς», η «Νύχτα των Κρυστάλλων» κατανοείται με βάση την εννοιολογική διάκριση, στην οποία προβαίνει ο R. Hilberg, ανάμεσα στο πογκρόμ και τη «διαδικασία καταστροφής»:

Ένα πογκρόμ έχει αποτέλεσμα ορισμένες υλικές ζημιές και τραυματισμούς, και τίποτε περισσότερο. Δεν συνεπάγεται καμία περαιτέρω ενέργεια. Αντιθέτως, ένα μέτρο ενταγμένο σε μια διαδικασία καταστροφής δεν είναι ποτέ μεμονωμένο: μπορεί να μην προκαλεί κάθε φορά εμφανή βλάβη, ωστόσο πάντοτε παράγει συνέπειες.[42]

Με γνώμονα τη ναζιστική ιδεολογία και τα όσα επακολούθησαν, γίνεται αντιληπτό ότι η «Νύχτα των Κρυστάλλων» δεν ήταν ένα συνηθισμένο πογκρόμ. Αντίθετα, αποτελεί μέρος τής βήμα βήμα «διαδικασίας καταστροφής» των Εβραίων της Ευρώπης. Μάλιστα, η κομβική θέση του έγκειται στο ότι η περαιτέρω ενέργεια στην οποία οδήγησε ήταν το Ολοκαύτωμα. Αντίστοιχη θέση δείχνει να υιοθετεί και η Χάννα Άρεντ:

Η δολοφονία είχε πυροδοτήσει τα πογκρόμ στη Γερμανία και την Αυστρία, κατά τη λεγόμενη Kristallnacht της 9ης Νοεμβρίου, η οποία ήταν πράγματι πρελούδιο της Τελικής Λύσης, αλλά με την προετοιμασία της οποίας ο Άιχμαν δεν είχε καμία σχέση.[43]

Ενδεικτικό προς αυτή την κατεύθυνση είναι και το κύριο άρθρο του Völkischer Beobachter, επίσημης εφημερίδας του ναζιστικού κόμματος, το οποίο, πέρα από τις απειλές εναντίον των Εβραίων, υποστήριζε ότι οι πυροβολισμοί στην πρεσβεία του Παρισιού προοιωνίζονται αλλαγή πολιτικής στο «εβραϊκό ζήτημα».[44]

Η σημασία αυτού του προμηνύματος φωτίζεται άπλετα από το γεγονός ότι εκείνες οι μέρες κατέλυσαν κάθε έννοια νομιμότητας, ακόμα κι αυτήν που έδειχναν οι ρατσιστικοί νόμοι της Νυρεμβέργης ότι υπήρχε. Αυτά τα μέτρα, στηριγμένα στα επιστημονικά πορίσματα περί φυλετικής αλλογένειας των Εβραίων και, συνεπώς, απαλλαγμένα από τον ωμό λαϊκιστικό τόνο της αντισημιτικής προπαγάνδας, παρήγαγαν αποτελέσματα που, ως προς τη στάση του ευρύτερου πληθυσμού απέναντι στους Εβραίους, ήταν τα αντίθετα από τα προσδοκώμενα.[45] Mε άλλα λόγια, κατέστησαν δυνατή μια μορφή συμβίωσης που ακύρωνε στην πράξη το χιτλερικό πρόταγμα της αμετάκλητης απαλλαγής από τους Εβραίους.[46] Ακριβώς γι’ αυτό, με τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» έγινε σε όλους σαφές ότι ο γραπτός νόμος αποτελεί εδώ φάρσα που στοχεύει στην παραπλάνηση των ιδεολογικά αμύητων. Τονίζοντας η Άρεντ, και πάλι, ότι, έως τότε, όλοι ζούσαν μέσα σε έναν παράδεισο ψευδαισθήσεων, λέει:

Χρειάστηκε, στη Νύχτα των Κρυστάλλων, σε αυτά τα οργανωμένα πογκρόμ του Νοεμβρίου 1938, να σπάσουν 7.500 βιτρίνες εβραϊκών καταστημάτων, να πυρποληθούν όλες οι συναγωγές και να εκτοπιστούν 20.000 Εβραίοι άνδρες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ώστε να «θεραπευθούν» τόσο οι Εβραίοι όσο και οι μη Εβραίοι από την εμμονή τους με τη νομιμότητα.[47]

Εγκαινιάζοντας τότε ακριβώς τον μαζικό εγκλεισμό των Εβραίων στην κόλαση των στρατοπέδων, το καθεστώς «επισημοποίησε» την πραγματική αποψίλωσή τους από οποιαδήποτε, έστω και στοιχειώδη, νομική προστασία. Έχοντας, μέσω των αποκλεισμών και των απαγορεύσεων, ήδη προκαλέσει τον κοινωνικό τους θάνατο, η ναζιστική εξουσία έστειλε –με τη συγκεκριμένη θηριωδία– το μήνυμα για τον οριστικό εκτοπισμό των Εβραίων από τη σφαίρα του δικαίου, ακόμη και εκείνου που είχε θεσπίσει το απάνθρωπο φυλετικό απαρτχάιντ. Με αυτόν τον τρόπο, τους απέδωσε το στάτους του homo sacer, δηλαδή του όντος που μπορεί να θανατωθεί χωρίς αυτό να θεωρηθεί φόνος. Είναι από την έρευνα γνωστό ότι ο εξοβελισμός των θυμάτων από το πεδίο όπου εγείρονται ηθικά και νομικά ζητήματα αποτελεί προαπαιτούμενο της γενοκτονίας.

Τις παραπάνω διαπιστώσεις επιβεβαιώνουν, επίσης, και οι όροι της άδειας εξόδου των τρομοκρατημένων Εβραίων από τη Γερμανία, στους οποίους είχε ήδη επιβληθεί πρόστιμο ενός δισεκατομμυρίου μάρκων «ως αποζημίωση» για τις υλικές καταστροφές που οι ίδιοι είχαν υποστεί.[48]

Προκειμένου να εγκαταλείψουν τη Γερμανία, απαιτούνταν να αποποιηθούν όλη την ακίνητη και κινητή περιουσία τους. Μάλιστα, εκτός από την απόλυτη οικονομική τους λεηλασία, έχαναν και την υπηκοότητά τους, παρά το γεγονός ότι τη διατηρούσαν σύμφωνα με τους νόμους της Νυρεμβέργης.[49]

Ανιθαγενείς, δηλαδή χωρίς καμία θεσμική κάλυψη, και σε κατάσταση πλήρους ένδειας, οι Εβραίοι ήταν αναγκασμένοι να αναζητήσουν άσυλο, ενώ το νομικό καθεστώς περί χορήγησής του δεν προέβλεπε την ιδιάζουσα περίπτωσή τους. Πέραν λοιπόν των καθαρά ωφελιμιστικών λόγων της οικονομικής τους αφαίμαξης, οι συγκεκριμένοι όροι απόδρασης στόχευαν επίσης στο να καταστήσουν τους Εβραίους παντού ανεπιθύμητους. Η επίσημη εφημερίδα των SS, Schwarze Korps, έγραψε το 1938, ότι «εάν ο κόσμος δεν είχε ακόμη πεισθεί πως οι Εβραίοι είναι το κατακάθι της γης, σύντομα θα πείθονταν, όταν ζητιάνοι, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ιθαγένεια, χωρίς χρήματα και χωρίς διαβατήρια θα περνούσαν τα σύνορά τους».[50] Εάν αυτό συνέβαινε, τότε οι ναζί θα επιβεβαίωναν ότι η απάνθρωπη αντιμετώπισή τους, τέτοιοι που είναι, δεν θα ενοχλούσε κανέναν. Άλλωστε, σε περίπτωση που πράγματι ο πολιτισμένος κόσμος έκλεινε την πόρτα του στους κατασκευασμένους από το χιτλερικό καθεστώς επαίτες, τότε αυτός θα είχε χάσει το δικαίωμά του να εκφράσει σχετικά οποιαδήποτε διαμαρτυρία.  

Δυστυχώς, η περιπέτεια των επιβατών του πλοίου St Louis, το 1939, που ούτε η Κούβα ούτε οι ΗΠΑ και ο Καναδάς τους επέτρεψαν να αποβιβασθούν, υπηρέτησε με τραγικό τρόπο τη ναζιστική προπαγάνδα, αποτελώντας τον μεγαλύτερο κόλαφο για τα μη ολοκληρωτικά κράτη. Ο Elie Wiesel, στη συζήτηση που είχε στον Λευκό Οίκο, το 1999, αναφερόμενος στον τεράστιο κίνδυνο απανθρωποποίησης, τον οποίο ενέχει η «ηθική αδιαφορία» απέναντι σε γενοκτονικές πολιτικές, επισημαίνει, λαμβάνοντας ως παράδειγμα την άρνηση υποδοχής των τραγικών επιβατών αυτού του πλοίου:

Το να μένεις αδιάφορος απέναντι σε αυτόν τον πόνο είναι ακριβώς εκείνο που καθιστά τον άνθρωπο απάνθρωπο. Η αδιαφορία, άλλωστε, είναι πιο επικίνδυνη από τον θυμό και το μίσος. Ο θυμός μπορεί κάποιες φορές να γίνει δημιουργικός· γράφει κανείς ένα μεγάλο ποίημα, μια μεγάλη συμφωνία, κάνει κάτι ξεχωριστό για χάρη της ανθρωπότητας, επειδή εξοργίζεται από την αδικία που αντικρίζει. Η αδιαφορία όμως δεν είναι ποτέ δημιουργική. Ακόμη και το μίσος μπορεί, κάποιες φορές, να προκαλέσει ανταπόκριση: το αντιμάχεσαι, το καταγγέλλεις, το αφοπλίζεις. Η αδιαφορία δεν προκαλεί καμία ανταπόκριση. Η αδιαφορία δεν είναι ανταπόκριση. Δεν είναι αρχή – είναι τέλος. Και γι’ αυτό η αδιαφορία είναι πάντοτε σύμμαχος του εχθρού, διότι ωφελεί τον επιτιθέμενο –  ποτέ το θύμα, ο πόνος του οποίου πολλαπλασιάζεται όταν αισθάνεται λησμονημένο.[51]

***

Μετά την πλήρη κατάρριψη των φυλετικών θεωριών και υπό το βάρος του ανεξάλειπτου στίγματος που άφησε το Ολοκαύτωμα, θα περίμενε κανείς ότι θα είχαμε οριστικά ξεμπερδέψει με τον αντισημιτισμό. Δυστυχώς, μετά την ίδρυση του Ισραήλ έκανε και πάλι την εμφάνισή του, επιστρέφοντας εξισλαμισμένος στη Δύση και μεταμφιεσμένος σε αντισιωνισμό. Αξιοποιώντας τον ριζοσπαστικό αντιδυτικισμό των σύγχρονων «προοδευτικών» ρευμάτων, αυτός ο επίσης γενοκτονικός νέο-αντισημιτισμός κατέστησε τα εν λόγω αντισυστημικά κόμματα και οργανώσεις φερέφωνα της πολύ καλά οργανωμένης προπαγάνδας του. Έτσι έχουμε και πάλι την αναβίωση της δαιμονοποίησης των Εβραίων, μέσω της θυματοποίησης των φορέων μιας ολοκληρωτικής θεοκρατικής ιδεολογίας. Υπό τους νέους αυτούς όρους, το παλαιό αντι-εβραϊκό μίσος απενοχοποιήθηκε, εξωραϊσμένο μέσα από τη ρητορική ενός αδιάλλακτου ηθικισμού, ούτως ώστε να μπορούμε ειρωνικά να μιλάμε για «ενάρετο αντισημιτισμό» ή «αξιοσέβαστο αντισημιτισμό», όπως το λέει, ήδη το 1969, ο Jean Améry, επισημαίνοντας:

Το κλασικό φαινόμενο του αντισημιτισμού παίρνει μια σύγχρονη τροπή. Το παλαιό εξακολουθεί να υπάρχει· εγώ το ονομάζω συνύπαρξη. Αυτό που υπήρξε έχει παραμείνει και θα παραμείνει: ο Εβραίος με τη γαμψή μύτη, τα στραβά πόδια, που με το παραμικρό –τι λέω; με το οτιδήποτε– το βάζει στα πόδια. Έτσι άλλωστε παρουσιάζεται στις αφίσες και στα φυλλάδια της αραβικής προπαγάνδας, η οποία υποτίθεται ότι υποστηρίζεται από ορισμένους κυρίους, πρώην καφετιές πουκαμίσες με μητρική γλώσσα τα γερμανικά, κρυμμένους πίσω από αραβικά ονόματα […]. Όμως, το καινούργιο στοιχείο είναι πράγματι το αγκυροβόλημα του αντισημιτισμού στα αριστερά, ο οποίος αυτοτοποθετείται ως αντι-ισραηλισμός.[52]

Είναι αναμφισβήτητο ότι, εάν εκείνη τη σκοτεινή εποχή υπήρχε το Ισραήλ, δεν θα είχε συμβεί το Ολοκαύτωμα. Επίσης, εντός του δυτικού πλαισίου, οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν απαλλαγεί από τις ολοκληρωτικές εξουσίες. Από την άλλη, την εποχή της μετα-αλήθειας και της άνευ όρων και ορίων αποδόμησης της δυτικής πολιτισμικής παράδοσης, ο αντισημιτισμός έχει βρει εξαιρετικά εύφορο έδαφος. Άρρηκτα συνδεδεμένος με τη συνωμοσιολoγία, την ιδεολογικοποίηση του άλλου και τη συνακόλουθη ακύρωση των γεγονότων προς όφελος ενός αφηγήματος που δικαιώνει το αντι-εβραϊκό μίσος, αυτός ο ανθεκτικός στο χρόνο ρατσισμός συγκροτεί μια στάση ζωής θεμελιωδώς ασύμβατη με τον δημοκρατικό τρόπο σκέψης και κοινωνικής συνύπαρξης. Έτσι, καθώς καμία δημοκρατία δεν μπορεί ποτέ να είναι καλύτερη από τους πολίτες της, είναι προφανές ότι το γεγονός πως δεν απειλούμαστε από την εγκαθίδρυση ενός ρατσιστικού κράτους δεν μας προστατεύει από τις ολέθριες συνέπειες της έξαρσης αυτού του φαινομένου στις μέρες μας. Αρκεί να σκεφθεί κανείς πώς θα ήταν ο κόσμος μας, εάν το ερμηνευτικό σχήμα του αντισημίτη είχε γίνει κυρίαρχο!

Από αυτή τη σκοπιά, το να θυμόμαστε τη «Νύχτα των Κρυστάλλων» συνιστά αυτονόητη έκφραση σεβασμού στα ανυπεράσπιστα θύματα αυτού του οργίου της βίας, υπό την προϋπόθεση ότι η μνημόνευσή τους δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε τον κίνδυνο που ενέχει η ηθική αδιαφορία και η πολιτική απάθεια απέναντι σε αυτή την ανορθολογική εχθρότητα. Με άλλα λόγια, το διακύβευμα εδώ είναι το ίδιο το δημοκρατικό ήθος μιας κοινωνίας· και αυτό μπορεί να διασωθεί μόνο με τη διαρκή προσπάθεια για την επικράτησή του.

[1] Francis C. Schott, «Kristallnacht in Solingen», The New York Times, 9/11/1988. Αμέσως μετά το άρθρο του Schott, αναπολώντας την τότε εμπειρία του ως δεκάχρονου παιδιού, o Edward Engelberg, «…and in Munich», σημειώνει: «Πίστευα ότι κάθε ανάσα θα με προδώσει. Ένα βράδυ πήρα ένα πούρο από το τασάκι του πατέρα μου και το άναψα – όχι από περιέργεια, αλλά από μια ανεξήγητη ανάγκη να γευτώ τον τρόμο που είχε αφήσει πίσω η απότομη σύλληψή του. Έκλαψα με ναυτία, αλλά το κράτησα στο στόμα μου μέχρι που έπνιξα τον καπνό […]. Στην πεντηκοστή αυτή επέτειο, η Kristallnacht αποκτά για μένα ένα νέο βάθος. Δεν το είχα πει ποτέ πριν, αλλά τώρα μπορώ να το πω: Ναι, είμαι επιζών του Ολοκαυτώματος – έστω κι αν τα τραύματά μου είναι “μόνο” οι αναμνήσεις μιας φλεγόμενης συναγωγής και το πούρο του πατέρα μου, καμένο μέχρι να γίνει στάχτη». Όπου δεν σημειώνεται διαφορετικά, η μετάφραση είναι δική μου.

[2] Βλ. σχετικά, Léon Poliakov, Le mythe aryen. Essais sur les sources du racisme et des nationalismes, Paris, Calman-Lévy, 1971 Επίσης, Philippe Lacoue-Labarthe και Jean-Luc Nancy, O μύθος του ναζισμού, μτφρ. Β. Καμχής, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008.

[3] Βλ. Johann Chapoutot, Ο εθνικοσοσιαλισμός και η Αρχαιότητα, μτφρ. Γ. Καράμπελας, Αθήνα, Πόλις, 2012, σ. 34 επ.

[4] Alfred Rosenberg, Der Mythus des 20. Jahrhunderts. Eine Wertung der seelisch-geistigen Gestaltenkämpfe unserer Zeit, München, Hoheneichen Verlag, 1942, σ. 116.

[5] Βλ. ενδεικτικά André Pichot, La société pure. De Darwin à Hitler, Paris, Flammation, 2000, σ. 33 επ.

[6] Βλ. Pierre-André Taguieff, La force du préjugé. Essai sur le racisme et ses doubles, Paris, La Découverte, 1987, σ. 324 επ. Επίσης, Richard Weikart, From Darwin to Hitler. Evolutionary Ethics, Eugenics, and Racism in Germany, New York, Palgrave Macmillan, 2004, σ. 183 επ.

[7] Philippe Lacoue-Labarthe και Jean-Luc Nancy, O μύθος του ναζισμού, ό.π., σ. 61 επ.

[8] R. Walther Darré, Neuadel aus Blut und Boden, München, Lehmanns Verlag, 1930, σ. 142.

[9] Α. Χίτλερ, Ο αγών μου, Ι-ΙΙ, μτφρ. Α. Πάγκαλος, Δ. Π. Κωστελένος, εισαγωγή - κριτική Ηλία Τσιριμώκου, Ηλία Ηλιού, Αθήνα, Ζάρβανος, 1961, Ι, σ. 273.

[10] Robert N. Proctor, Racial Hygiene. Medicine under the Nazis, Cambridge, Massachusetts, London, England, Harvard University Press, 1988, σ. 162.

[11] Στο ίδιο, σ. 165.

[12] Johann Chapoutot, La loi du sang. Penser et agir en nazi, Paris, Gallimard, 2014, εκδ. Kindle, empl. 4543 επ.

[13] Βλ. τον Ίδ., Ο εθνικοσοσιαλισμός και η Αρχαιότητα, ό.π., σ. 222 επ.

[14] Joëlle Hansel, «Emmanuel Lévinas, “La philosophie de l’hitlérisme”», Revue d’Histoire de la Shoah, No 207, (2017/2) σ. 311-327, και κυρίως, 321.

[15] Όπως λέει ο Χίμλερ, απευθυνόμενος στους SS, στις 4 Οκτωβρίου 1943: «Γι’ αυτό, οπουδήποτε και αν συναντηθούμε, σε ό,τι κι αν κάνουμε, πρέπει να θυμόμαστε την αρχή μας: αίμα, επιλογή και αυστηρότητα. Ο νόμος της φύσης είναι αυτός: αυτό που είναι σκληρό είναι καλό· αυτό που είναι ζωτικό είναι καλό· οτιδήποτε ξεπροβάλλει μέσα από τη μάχη της ζωής, σωματικά, πνευματικά και ψυχικά, αυτό είναι καλό· πάντα βλέποντας τη μακρά πορεία. Ή, να το πω αλλιώς, αυτό που έχει συμβεί συχνά στην ιστορία – κάποιος παίρνει τον εύκολο δρόμο με την απάτη και την εξαπάτηση. Αυτό δεν αλλάζει τη φύση, την τύχη της γης, την τύχη του κόσμου. Η πραγματικότητα, δηλαδή η Φύση, η Μοίρα, απομακρύνει τον σφετεριστή μετά από λίγο – ίσως όχι μέσα σε γενεές ανθρώπων αλλά σε ιστορικές περιόδους». Speech of the Reichsfuehrer-SS at the meeting of the SS Major-Generals (SS-Gruppenfuehrer) at Posen October 4th, 1943, Evidence Code: PS-1919, Exhibit Code: Prosecution 170:  https://nuremberg.law.harvard.edu/documents/450970-speeches-to-ss-officers?mode=image, σ. 5.

[16] Marcel Gauchet, Η άνοδος της δημοκρατίας ΙΙΙ. Η δημοκρατία υπό τη δοκιμασία των ολοκληρωτισμών, 1914-1974,  μτφρ. Α. Κιουπκιολής, Αθήνα, Πόλις 2012, σ. 438.

[17] Alfred Rosenberg, Der Mythus des 20. Jahrhunderts, ό.π., σ. 2.    

[18] Hitler, Μονόλογος 64, 1η Δεκεμβρίου 1941, στο Monologe im Führer-Hauptquartier, 1941-1944, Αμβούργο, 1980, σ. 148-9.

[19] Χίτλερ, Ο αγών μου, ό.π., Ι, σ. 61

[20] Βλ. Proctor, Racial Hygiene, ο.π., σ. 61.

[21] Marcel Gauchet, Η άνοδος της δημοκρατίας ΙΙΙ, ό.π., σ. 388.

[22] Alfred Rosenberg, Der Mythus des 20. Jahrhunderts, ό.π., σ. 2

[23] Στο ίδιο, σ. 461.

[24] Στο ίδιο.

[25] Βλ. Philippe Lacoue-Labarthe και Jean-Luc Nancy, O μύθος του ναζισμού, ό.π., σ. 58 επ.

[26] Johann Chapoutot, La loi du sang, ό.π., 747 επ.

[27] Βλ. ενδεικτικά Richard Booker, Remembering Kristallnacht. Why we must never forget, The Woodlands (ΤΧ), Sounds of the Trumpet, Inc., 2012, σ. 42 επ.

[28] Alan E. Steinweis, Kristallnacht 1938, Cambridge, Massachusetts, London, England, The Belknap Press of Harvard University, 2009, epub, σ. 24.

[29] Στο ίδιο.

[30] Η φωτογραφία αυτού του πρωτοσέλιδου στο J. M. Deem, Kristallnacht. The Nazi Terror that Began the Holocaust, Berkeley Heights, New Jersey, Enslow Publishing, 2012, epub, σ. 11

[31] Βλ. Zygmunt Bauman, Modernity and the Holocaust, Cambridge, Polity Press, 2008 (Ithacam Cornell University Press,1989), σ. 74

[32] Βλ. J. M. Deem, Kristallanacht. The Nazi Terror that Began the Holocaust, ό.π., σ. 12 επ. Επίσης, Saul Friedländer, Η Ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι, Ι. Τα χρόνια των διώξεων 1933-1939. ΙΙ. Τα χρόνια της εξόντωσης 1939-1945, μτφρ. Η. Ιατρού, Αθήνα, Πόλις, 2013, σ. 307 επ. Βλ. ακόμη, Μax Domarus, The Complete Hitler. A Digital Desktop Reference to His Speeches and Proclamations 1932-1945, II, Wauconda, Bolchazy-Carducci Publishers, 2007, σ. 1241.

[33] Ulrich Bauman-François Gesnet, «Kristallnacht-Pogrom-State Terror: A Terminological Reflection», στο S. J. Ross (ed.), W. Gruner (Guest ed.),  L. Ansell, (Assoc. ed.), New Perspectives on Kristallnacht: After 80 Years, the Nazi pogrom in global comparison, στο The Jewish Role in American Life , τόμος 17 (2019),  Purdue University Press for the USC Casden Institute for the Study of the Jewish Role in American Life, σ. 1-24, στη σ. 2.

[34] «The 12 November Meeting in the wake of ‟Kristallnacht”»,

   https://wwv.yadvashem.org/odot_pdf/Microsoft%20Word%20-%203284.pdf

[35] Στο ίδιο.

[36] Βλ. και Raul Hilberg, The Destruction of the European Jews,  Chicago, London, Quadrangle Books,  1961, σ. 29.

[37] Zygmunt Bauman, Modernity and the Holocaust, ό.π., σ. 90.

[38] Βλ. Speech of the Reichsfuehrer-SS at the meeting of the SS Major-Generals (SS-Gruppenfuehrer) at Posen October 4th, 1943, Evidence Code: PS-1919, Exhibit Code: Prosecution 170: https://nuremberg.law.harvard.edu/documents/450970-speeches-to-ss-officers?mode=image, σ. 4.

[39] Βλ., για παράδειγμα, στο ίδιο: «Έχουμε πάρει από αυτούς ό,τι πλούτο είχαν […]. Δεν έχουμε κρατήσει τίποτε για εμάς […]. Είχαμε το ηθικό δικαίωμα, είχαμε το καθήκον προς το λαό μας, να εξοντώσουμε αυτόν τον λαό που ήθελε να μας καταστρέψει. Αλλά δεν είχαμε το δικαίωμα να επωφεληθούμε έστω και στο ελάχιστο, ακόμη και παίρνοντας μια γούνα, ένα ρολόι, ένα μάρκο ή ένα τσιγάρo ή οτιδήποτε άλλο. Διότι, αφού εξοντώσαμε ένα βακτήριο, δεν θέλουμε –στο τέλος– να μολυνθούμε οι ίδιοι από το βακτήριο και να πεθάνουμε απ’ αυτό».

[40] Βλ. και Raul Hilberg, The Destruction of the European Jews, ό.π., σ. 26 επ.

[41] Επιστολή  του Χίτλερ προς τον Adolf Gemlich (16 Σεπτεμβρίου 1919),  Hitlers erste antisemitische Äußerungen in seinem Brief an Adolf Gemlich (16. September 1919), veröffentlicht in: German History in Documents and Images, https://germanhistorydocs.org/de/deutschland-nationalsozialismus-1933-1945/ghdi:document-5110 [επίσκεψη στις 04.11.2025].

[42] Raul Hilberg, The Destruction of the European Jews, ό.π., σ. 31.

[43] Hannah Arendt, Eichmann in Jerusalem. A Report on the Banality of Evil, New York, Penguin Books, 1994, σ. 227.

[44] Saul Friedländer, Η Ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι, ό.π., σ. 305.

[45] Βλ. και Eric Ehrenreich, The Nazi Ancestral Proof. Genealogy, Racial Science, and the Final Solution, Bloomington, Βlοοmington University Press, 2007, σ. 168 επ.

[46] Βλ. και Hannah Arendt, Eichmann in Jerusalem, ό.π., σ. 39.

[47] Hannah Arendt Papers: Adolf Eichmann File, 1938-1968; Reviews; Eichmann in Jerusalem by Arendt; Germany; Radio broadcasts, 1963-1965; 2 of 3, σ. 22:

https://tile.loc.gov/storage-services/service/mss/mss11056dig/mss11056dig-03046b/03046b.pdf. Πρβλ. την Ιδ., Eichmann in Jerusalem, ό.π., όπου και η έκφραση: «They lived in a fool’s paradise».

[48] Βλ. «The 12 November Meeting in the wake of ‟Kristallnacht”», ό.π..

[49] Οι Νόμοι της Νυρεμβέργης είχαν στερήσει τους Εβραίους από τα πολιτικά τους δικαιώματα, όχι όμως από τα αστικά. Δεν ήταν πια πολίτες του Ράιχ, αλλά εξακολουθούσαν να θεωρούνται γερμανοί υπήκοοι. Ακόμη και αν μετανάστευαν, δεν γίνονταν αυτομάτως απάτριδες (Staatenlos): Hannah Arendt, Hannah Arendt Papers: Adolf Eichmann File, 1938-1968; Reviews; Eichmann in Jerusalem by Arendt; Germany; Radio broadcasts, 1963-1965, ό.π., σ. 22.

[50] Βλ. την Ιδ., Οι απαρχές του ολοκληρωτισμού, Δεύτερο μέρος Ιμπεριαλισμός, μτφρ. Β. Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2017, σελ. 193.

[51] https://www.historyplace.com/speeches/wiesel-transcript.htm.

[52] Jean Améry, Le nouvel antisémitisme, μτφρ. D. Tassel και É. Tassel, Paris, Les Belles Lettres, 2025, epub, σ. 31.

Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου

Ομότιμη καθηγήτρια πολιτικής φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Βιβλία της: O πολιτικός κατά τον Γεώργιο Γεμιστό-Πλήθωνα. Eίναι πλατωνική η κατά Πλήθωνα πολιτική φιλοσοφία; (1992), Ο απόβλητος και ο θεοπρόβλητος (1999), Hannah Arendt: Ο νόμος της γης και η λησμονημένη παράδοση (2021).

Τελευταία άρθρα από τον/την Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.