Σύνδεση συνδρομητών

Η «Κρυμμένη Πατρίδα» του Γιάννη Κιουρτσάκη 

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2026 23:11
Νίκος Αλιάγας
Ο Γιάννης Κιουρτσάκης στο Παρίσι.
Νίκος Αλιάγας

Γιάννης Κιουρτσάκης, Κρυμμένη Πατρίδα, Πατάκη, Αθήνα 2026, 208 σελ.

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης κυκλοφορεί αυτές τις μέρες το τελευταίο του βιβλίο, την Κρυμμένη Πατρίδα (εκδ. Πατάκη, 2026). Μόλις 200 σελίδες. Μου έκανε την τιμή να μου εμπιστευτεί το χειρόγραφο και, τώρα, με την ιδιότητα του αναγνώστη και του παρατηρητή μιας διαδρομής σαράντα ετών —από τότε που τον γνώρισα, παιδί ακόμη, στο Πήλιο— θέλω να μιλήσω για εκείνον, για το έργο του, για το υπόδειγμα της ζωής του και για όσα πιστεύω ότι μπορούν να προσφέρουν τα βιβλία του στους σημερινούς αναγνώστες, μικρότερους και μεγαλύτερους.

Χρέος ανεκπλήρωτο για μένα —απέναντι σε έναν άνθρωπο που με έβαλε στο διάβασμα και σε όσα μπορεί να προσφέρει στη ζωή ενός νέου το σκάψιμο του εαυτού μέσα από τη λογοτεχνία— είναι να πω αυτά που έζησα, παρακολουθώντας τη διαδρομή ενός συγγραφέα που έμεινε έξω από τους κανόνες της αγοράς, αλλά το έργο του άγγιξε πολλούς ανθρώπους. Οι οποίοι, ένας ένας, σαν μυστικός θίασος, ανακάλυπταν κάτι δικό τους στις σελίδες των βιβλίων του.

Ανάμεσά τους υπάρχουν αναγνώστες του Γιάννη Κιουρτσάκη στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία 15 χρόνια και στη Γαλλία, όπου ορισμένα από τα έργα του μεταφράστηκαν και τον περασμένο Νοέμβριο τιμήθηκε με ένα σημαντικό βραβείο: αυτό της Επιτροπής Γαλλίας-Ελλάδας για το βιβλίο του Camus et Séféris: Une affaire de lumière (στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2024, Σεφέρης και Καμύ: Ζήτημα φωτός, Πατάκη, 2024).


«Έπρεπε να φύγω για να γίνω αυτός που ήμουν»

Ο Κιουρτσάκης έχει διανύσει μια διαδρομή πέντε δεκαετιών στα γράμματα: τις μελέτες για τον Σεφέρη, τον Καραγκιόζη και τον λαϊκό πολιτισμό ακολούθησε το Σαν Μυθιστόρημα, το έργο-τομή της δημιουργικής του διαδρομής. «Ένα μνημειώδες και εκπληκτικό βιβλίο. Σε κάνει να σκέφτεσαι τον Προυστ, τον Τζόυς και άλλες προστατευτικές σκιές, τον Σαίξπηρ, τον Καλντερόν. Αυτό δείχνει πόσο ευρωπαϊκό είναι τούτο το μυθιστόρημα», έγραψε η εφημερίδα Le Figaro πριν από λίγα χρόνια, όταν το έργο εκδόθηκε στα γαλλικά. 

Από την αρχή λοιπόν. Ιούλιος του 1959, 18 ετών, και γράφει ο Κιουρτσάκης στην Κρυμμένη Πατρίδα που κρατάω στα χέρια μου: «Έπρεπε να φύγω για να γίνω αυτός που ήμουν». Μόλις 18 ετών. Πόσο διαφορετική εποχή. Σήμερα τα παιδιά που φεύγουν για να σπουδάσουν στο εξωτερικό έχουν όλο τον κόσμο στην παλάμη τους, σε ένα «έξυπνο» κινητό. Εκείνος;

Για ποιον λόγο λοιπόν είχα έρθει στο Παρίσι, αν όχι ακριβώς γι’ αυτό: “να γίνω ένας καινούργιος άνθρωπος μπροστά στα άγνωστα πράγματα”; Και βάλθηκα να κρατήσω την υπόσχεσή μου, απέναντι στον μοναδικό συνομιλητή εκείνων των μοναχικών ημερών: το ημερολόγιό μου.

Πόσο διαφορετική μοναξιά από τη σημερινή.

Πώς έγινε όμως συγγραφέας; Όταν τελείωσε το σχολείο, γιος δικαστικού, σπούδασε στο Παρίσι νομικά, με σκοπό να καταλήξει κάποια στιγμή στο ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας. Γυρίζοντας από τις σπουδές του, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, «σε μια Ελλάδα που εξακολουθούσε να είναι μια καχεκτική δημοκρατία», όπως γράφει ο Χρήστος Ράμμος στο περιοδικό Φρέαρ, «κατάλαβε γρήγορα ότι και αυτή η νέα Ελλάδα που ξανασυνάντησε δεν ήταν ένας χώρος όπου μπορούσε να ευδοκιμήσει».

«Πίστεψε προς στιγμήν ότι μια σταδιοδρομία στο Συμβούλιο της Επικρατείας θα μπορούσε να δώσει ένα νόημα στη ζωή του. Και ενώ πλησίαζε στο σημείο να ικανοποιηθεί το όνειρό του και να δώσει τις πολυπόθητες σχετικές εξετάσεις, στις οποίες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πετύχαινε, όντας πολύ καλά προετοιμασμένος, γίνεται κάτι αναπάντεχο», συνεχίζει ο αντιπρόεδρος επί τιμή του ΣτΕ.

Όταν την 21η Απριλίου του 1967 επιβάλλεται η δικτατορία, ο Κιουρτσάκης συναισθάνεται ότι είναι πια αδύνατο να υπηρετήσει την επίσημη Ελλάδα, εγκαταλείπει το σχέδιό του και μένει μετέωρος. 

Μόλις 26 ετών και χωρίς κανένα πλάνο για τη ζωή του. «Τώρα μού ήταν αδύνατο να υπηρετήσω μια χώρα που είχε παραδοθεί αμαχητί στο έλεος των δημίων της», αφηγείται ο ίδιος. «Κι έφυγα ξανά σαν κυνηγημένος στο Παρίσι. Όμως, κι εκεί δεν ήμουν πια απλώς ξενιτεμένος· ήμουν εξόριστος. Γιατί, από την ώρα που είχα νιώσει εξόριστος στην Ελλάδα, είχα γίνει εξόριστος παντού στον κόσμο».

Κουβαλάει μαζί του έναν δεύτερο εαυτό. Τον Χάρη, τον πρόωρα χαμένο αδελφό του, που είχε αυτοκτονήσει εννέα χρόνια νωρίτερα στις Βρυξέλλες. Σε κείμενα νεανικά, αλλά και σε μεταγενέστερες σημειώσεις του, τον ταυτίζει με τη «χαμένη πατρίδα όλων μας» — μια διατύπωση που επανέρχεται, άλλοτε ρητά και άλλοτε υπόγεια, σε διαφορετικές στιγμές του έργου του. Από αυτά τα σκόρπια αποσπάσματα, από συζητήσεις μας και από μαρτυρίες τρίτων, καταλαβαίνεις πως η απώλεια αυτή λειτουργεί ως ένα από τα πρώτα ρήγματα απ’ όπου αρχίζει να διαφαίνεται ο υπαρξιακός πυρήνας που με τα χρόνια θα γεννήσει το έργο. 

Η αγιάτρευτη πληγή της νοσταλγίας τον αναγκάζει να επιστρέψει, με σπασμένα φτερά, στην ανθρωποφαγική Ελλάδα των συνταγματαρχών. Σ’ αυτή την επιστροφή τον συνοδεύει η Ζιζέλ, η αχώριστη σύντροφός του, παρουσία σταθερή στη ζωή του μέχρι σήμερα. Στα 26 του χρόνια ο Κιουρτσάκης ξέρει πλέον με βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να σχετιστεί με την επίσημη Ελλάδα — μια Ελλάδα που, όπως προκύπτει από τα γραπτά του εκείνης της περιόδου, είναι για εκείνον οριστικά χαμένη.

Κι όμως, την ίδια στιγμή, κάτι άλλο αρχίζει να σαλεύει μέσα του. Από σημειώσεις που κρατά, διαφαίνεται η αίσθηση μιας άλλης Ελλάδας: εκείνης που αργότερα θα ονομάσει «κρυμμένη πατρίδα». Πού βρίσκεται αυτή; Το ερώτημα επανέρχεται επίμονα. Η απάντηση δεν δίνεται ποτέ ευθέως, αλλά υπονοείται: στο αιώνιο τοπίο της Ελλάδας, και κυρίως στην ελληνική γλώσσα, όπως μιλιέται αδιάκοπα εδώ και χιλιάδες χρόνια.

Υπάρχει μια στιγμή —μου την έχει περιγράψει περισσότερες από μία φορές— που φαίνεται να λειτουργεί ως εσωτερικό σημείο καμπής. Το φθινόπωρο του 1970 ταξιδεύει στο Αιγαίο, με βαριά ψυχή. Εκεί, όπως μου είπε, ακούει μέσα του μια φωνή να του ψιθυρίζει πως αυτά τα βουνά που βλέπει από την κουπαστή του πλοίου στις Κυκλάδες «υπάρχουν, πως αυτό το φως τον συλλογίζεται, τον νοιάζεται». Άραγε, δεν όφειλε με τη σειρά του, να νοιαστεί κι εκείνος γι’ αυτά; 

 

Τι είναι η παράδοση

«Τι είναι η παράδοση;» τον είχα ρωτήσει μικρός ακόμη. Και μου αφηγήθηκε μία ιστορία. Στη Σκύρο, ένας βοσκός τού παρέδωσε το τραγούδι του τόπου του. Του έσφιγγε το χέρι καθώς τραγουδούσε κοιτάζοντάς τον βαθιά στα μάτια. Το περιστατικό αυτό, που το συναντά κανείς σε διαφορετικές παραλλαγές σε αφηγήσεις και κείμενά του, απάντησε στο νεανικό μου ερώτημα: αν κάποιος σου εμπιστεύεται κάτι τόσο ζωντανό, δεν έχεις κι εσύ την ευθύνη να το παραδώσεις παρακάτω; Όχι με τον τρόπο του αλλοτινού βοσκού, αλλά με τα μέσα και τις μορφές της δικής σου εποχής. «Αυτό ακριβώς δεν είναι —δεν θα έπρεπε να είναι— η παράδοση;» γράφει ο Γιάννης Κιουρτσάκης. 

Από εκεί και μετά, η πορεία του αποκτά σαφή προσανατολισμό. Στρώνεται στη δουλειά και μελετά το πιο ζωντανό, ίσως, παράδειγμα προφορικής παράδοσης και συλλογικής δημιουργίας στη σύγχρονη Ελλάδα: το θέατρο σκιών του Καραγκιόζη. Μέσα από αυτή τη μελέτη —όπως προκύπτει από μεταγενέστερα δοκίμιά του— θα αναδείξει κάτι που τον απασχολεί έκτοτε σταθερά: πώς πλάθεται μια γλώσσα, κάθε ανθρώπινη γλώσσα, μέσα από κοινή εμπειρία, μνήμη και αυτοσχεδιασμό. Θα ακολουθήσει η μελέτη Καρναβάλι και Καραγκιόζης (Κέδρος, 1985)  όπου η καρναβαλική παράδοση προσεγγίζεται όχι ως φολκλόρ, αλλά ως βαθιά διεθνιστικό και ανατρεπτικό φαινόμενο.

Σε αυτές τις πρώτες μελέτες τον συνοδεύει διαρκώς η σκιά του αγαπημένου του δασκάλου, του Σεφέρη. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτόν αφιερώνεται το πρώτο του δημοσιευμένο βιβλίο (Ελληνισμός και Δύση στο στοχασμό του Σεφέρη, Κέδρος, 1979). Ο στοχασμός γύρω από τη γλώσσα, την εξορία και τη μοίρα του νεότερου ελληνισμού αποτελεί έναν άξονα που καθορίζει όλη του τη διαδρομή.

Κάποια στιγμή αισθάνεται πια ώριμος να βυθιστεί στο προσωπικό του έργο. Στη διάρκεια πολλών ετών γράφει το Σαν Μυθιστόρημα (Κέδρος, 1995): ένα έργο όπου ιχνηλατεί το ελληνικό όνειρο μέσα από τη δοκιμασία του χαμένου αδελφού, τη νεοελληνική ιστορία του 20ού αιώνα μέσα από τις περιπέτειες του πατέρα του, εισαγγελικού λειτουργού, και παράλληλα καταθέτει έναν ευρύτερο στοχασμό για τη ζωή και το θάνατο στη σύγχρονη εποχή. Θα ακολουθήσουν το Εμείς οι άλλοι (Κέδρος, 2000) και Το βιβλίο του έργου και του χρόνου (Κέδρος, 2007), ολοκληρώνοντας μια μυθιστορηματική τριλογία.

Παράλληλα —και ίσως βαθύτερα— παραμένει δοκιμιογράφος. Ακολουθεί μια σειρά  αφηγηματικών, στοχαστικών και κριτικών βιβλίων: ταξιδιωτικό αφήγημα για τη Νέα Υόρκη, διάλογοι με δύο ταινίες του Λάκη Παπαστάθη, κριτικές μελέτες για τον Λάκη Προγκίδη, καθώς και μια άτυπη δοκιμιακή τριλογία για τον σύγχρονο κόσμο, που ξεκινά το 2011 με Το ζητούμενο του ανθρώπου (Πατάκη), συνεχίζεται το 2015 με το Γυρεύοντας στην εξορία στην πατρίδα σου (Πατάκη) και ολοκληρώνεται το 2021 με το Όταν όλα κρέμονται από μια κλωστή (Πατάκη).

Το έργο του συγκροτεί έναν διαρκή διάλογο: με τους δασκάλους και τους φίλους του, με τον αναγνώστη, με την ελληνική λαϊκή παράδοση και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, με τους αγαπημένους του νεκρούς, με τις νεότερες και τις αγέννητες γενιές και, τελικά, με τον ίδιο του τον εαυτό. Πίσω απ’ όλα αυτά διακρίνονται τρεις σταθεροί άξονες: η ταυτότητα, ατομική και συλλογική, πάντοτε όμως δεμένη με τους άλλους· η δημιουργία ως μοναδικό θεμέλιο ενός ζωντανού πολιτισμού· και η επίμονη αναζήτηση μιας ανθρώπινης ζωής σε δύσκολους καιρούς. Αυτά τα στοιχεία θα βρει κανείς στην Κρυμμένη Πατρίδα που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες με έναν τρόπο συναρπαστικό αλλά και τόσο πυκνό που θυμίζει το στίχο του Αναγνωστάκη: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις». 

 

Στιγμιότυπο οθόνης 2026 02 17 11.20.59 μμ

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης (αριστερά) στο Πήλιο, μαζί με τον ζωγράφο Βασίλη Σπεράντζα. Επιζωγραφισμένη φωτογραφία από τον Λάκη Παπαστάθη. 

 

Βάθος και αμεσότητα

Κλείνοντας, θέλω να επιστρέψω στο υποκειμενικό πλάνο του εφήβου που κάποτε υπήρξα. Το 1995, όταν ο Κιουρτσάκης περνούσε από το δοκίμιο στο μυθιστόρημα, το Σαν Μυθιστόρημα ήταν ένα από τα πρώτα βιβλία που διάβασα με μάτια ορθάνοιχτα. Ξενυχτώντας στις καλοκαιρινές διακοπές πάνω σ’ αυτή τη σπαρακτική αλλά και λυτρωτική ιστορία, ένιωθα να μου αποκαλύπτεται κάτι θεμελιώδες: πως η περιπέτεια ενός ανθρώπου που αναβρύζει από τα έγκατα της ψυχής του μπορεί να γίνει και δική σου, ακόμη κι αν δεν έχεις ζήσει τίποτε απ’ όσα έζησε, ακόμη κι αν ανήκεις σε μια διαφορετική γενιά. 

Ως μαθητής γυμνασίου μεγάλωνα με τις παρέες των γονιών μου, του Λάκη και της Υβόννης. Από τα έντεκά μου ήμουν ένας νεόγερος (αλλά και τυχερός, κι ας μην το καταλάβαινα). Στα γενέθλια μου αντί να έρθουν οι συμμαθητές μου να ακούσουμε Alice Cooper σε παιδικό πάρτι, καλεσμένοι στο σπίτι μας στην Αγία Παρασκευή ήταν ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Αλέκος Φασιανός, ο Βασίλης Σπεράντζας, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Βασίλης Παπαβασιλείου, η Κατερίνα Ευαγγελάκου, ο Ηλίας Κανέλλης, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Γιώργος Χειμωνάς με τη Λούλα Αναγνωστάκη. Και πάντοτε ο Γιάννης με τη Ζιζέλ Κιουρτσάκη και ο Γιώργος Ζεβελάκης. 

Βρισκόμουν κι εγώ μετέωρος, αποκομμένος από τους συμμαθητές μου και κάνοντας «παρέα» με ενήλικες που κάπνιζαν και φορούσαν κοτλέ παντελόνια και περίεργα κασκόλ (τα οποία συχνά δεν έβγαζαν ακόμη και όταν βρίσκονταν σε εσωτερικό χώρο). Τις περισσότερες φορές αδυνατούσα να καταλάβω τι έλεγαν αυτοί οι άνθρωποι. Άκουγα όμως τις λέξεις. 

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης, ως πηγή προφορικής παιδείας (να τη πάλι η προφορική παράδοση) και, λίγα χρόνια αργότερα, με το Σαν Μυθιστόρημα, μου πρόσφερε κάτι θεμελιώδες. Η τέχνη ως υπαρξιακή περιπέτεια άρχισε να μου αποκαλύπτεται και σταδιακά οι καλλιτέχνες έπαυαν να είναι ένα σύνολο από αλλόκοτους μεγάλους που μιλούσαν ακαταλαβίστικα. 

Βάθος και αμεσότητα. Αυτό ήταν το μυστικό του βιβλίου και αυτό οδήγησε πολλούς ανθρώπους που δεν γνώριζαν το 1995 τον Γιάννη Κιουρτσάκη να του στέλνουν γράμματα. Ένας από αυτούς ήταν ο σπουδαίος ηθοποιός Δημήτρης Καταλειφός, η επιστολή του οποίου προς τον Κιουρτσάκη περιλαμβάνεται στην επανέκδοση του Σαν Μυθιστόρημα από τον Πατάκη, το 2023. 

Γράφει μεταξύ άλλων ο Δημήτρης Καταλειφός στον Κιουρτσάκη:

9 Ιουλίου 1995. Βρίσκομαι στο πλοίο και επιστρέφω από τα Χανιά. Ξημερώνει. Κατά μία παράξενη και εντελώς τυχαία συγκυρία διάβασα το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου στην πόλη του πατέρα σου. Το ίδιο και το άλλο που εισέβαλαν σε μένα. Εγώ σαν άλλος που εισέβαλε στο δικό σου μυθιστόρημα. Στην πόλη του πατέρα σου, στην πόλη σου. Πού αρχίζει και πού τελειώνει αυτό το μυθιστόρημα που με έναν τρόπο συνταρακτικό εισβάλει στο δικό μου; 

Έκλαψα πολλές φορές στα Χανιά διαβάζοντάς το. Ανυπομονούσα να γυρίσω απ´ όπου βρισκόμουνα για να το συνεχίσω. Ταράχτηκα με τον αδελφό σου σαν να ήταν και δικός μου αδελφός. 

Μοιράστηκα και ευλόγησα τη μοναξιά σου σαν να ήταν και δική μου μοναξιά. Κι όλα αυτά στην πόλη από όπου ξεκινάει η ζωή σου και το μυθιστόρημά σου. Γι’ αυτό αποφάσισα να σου γράψω […]. Σε κάτι τέτοιες στιγμές καταλαβαίνω πως η αξία της γραφής ή της ηθοποιίας ή της τέχνης γενικότερα είναι ότι γεννιέται ένας κάποιος θεός που μας ενώνει…

Αυτός ο «θεός» που περιγράφει ο Καταλειφός κατοικεί και στην Κρυμμένη Πατρίδα που εύχομαι να μην είναι, όπως λέει ο Κιουρτσάκης, το τελευταίο του βιβλίο. 

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.