Στην εκπομπή της 19ης Μαρτίου 2025 του Σταμάτη Ζαχαρού στο κανάλι ΟΝΕ, ο αναπληρωτής καθηγητής συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Χαράλαμπος Τσιλιώτης, κατά δήλωσή του μαθητής του Νίκου Αλιβιζάτου, ανέπτυξε μια δριμεία κριτική στην πρόταση του Χρήστου Τριαντόπουλου προς την προανακριτική επιτροπή να τον παραπέμψει άμεσα στον φυσικό του δικαστή χωρίς παρεμβολή μιας μακράς και κατά πάσα πιθανότητα θυελλώδους προανακριτικής διαδικασίας, η οποία κορυφώθηκε στην καταγγελία ότι πρόκειται για «εργαλειοποίηση» του συντάγματος.
Ο καλοπροαίρετος τηλεθεατής αναρωτιέται εδώ τι θέλει να πει ο συνταγματολόγος. Είναι της γνώμης ότι το σύνταγμα δεν είναι εργαλείο αλλά υποπίπτει στην καντιανή κατηγορηματική προσταγή και πρέπει να το θεωρούμε ως σκοπό καθ’ εαυτό;
Ας υποθέσουμε μια στιγμή ότι ο συνταγματολόγος έχει δίκιο και ας αναλογιστούμε τις συνέπειες μιας τέτοιας στάσης. Αν το σύνταγμα ήταν σκοπός καθ’ εαυτόν τότε θα ήταν στο ίδιο αξιακό επίπεδο με έναν άνθρωπο και θα υφίστατο ανεξάρτητα από τη βούληση του λαού, από τον οποίο απορρέει —κατά το ίδιο το σύνταγμα— κάθε εξουσία.
Ένα σύνταγμα ως οιονεί άνθρωπος θα είχε τη θέση ενός κυρίαρχου, ενώ οι πολίτες θα ήταν απλοί υπηρέτες ή όργανα της εκπλήρωσης των εντολών του — με άλλα λόγια, εργαλεία του.
Η θεώρηση αυτή του συντάγματος από τον μαθητή του καθηγητή Αλιβιζάτου οδηγεί λοιπόν σε μια αντίφαση προς τη βασική αρχή του δημοκρατικού πολιτεύματος, γιατί έτσι ο λαός αποποιείται την εξουσία που πηγάζει απ’ αυτόν, αλλά και σε μια αυτοαναίρεση του ιδίου του συντάγματος, γιατί στο άρθρο 2 καθορίζεται ως υπέρτατος σκοπός της πολιτείας η προστασία της αξίας του ανθρώπου — και όχι η απόλυτη υποταγή στις προσταγές του συντάγματος.
Εφ’ όσον η ανθρώπινη αξία και η προστασία της είναι το σημείο αναφοράς του συντάγματος, τότε αυτό δεν μπορεί να είναι σκοπός καθ’ εαυτόν αλλά μέσον, δηλαδή εργαλείο. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του κάθε κράτους δικαίου εν γένει και του σύγχρονου δημοκρατικού κράτους δικαίου ειδικά, ότι το σύνταγμά του υπηρετεί την υλοποίηση ενός πολιτικού περιβάλλοντος όπου κάθε άνθρωπος —και όχι μόνο οι πολίτες strictu sensu— έχει τη δυνατότητα να αναζητήσει την προσωπική του ευδαιμονία.
Η κριτική του συνταγματολόγου έτσι όπως διατυπώθηκε είναι συνεπώς άνευ νοήματος. Αυτό που θα μπορούσε να καταγγείλει στην πρόταση Τριαντόπουλου είναι ότι προσπαθεί να χρησιμοποιήσει αυτό το εργαλείο για εγωιστικούς σκοπούς, αδιαφορώντας για την ανάγκη να προστατευθεί η αξία άλλων ανθρώπων, και από την υποχρέωσή του ως κρατικού λειτουργού να υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό.
Όμως, σε αυτό το επιχείρημα μπορεί να αντιτάξει κανείς ότι, με δεδομένη την ύπαρξη συγκεκριμένης δικογραφίας και συγκεκριμένων κατηγοριών, οι οποίες έχουν ήδη διατυπωθεί από τις ανακριτικές αρχές, η τήρηση της διαδικασίας της προανακριτικής επιτροπής μέχρι κεραίας είναι αυτή που εξυπηρετεί του εγωιστικούς σκοπούς εκείνων που την απαιτούν.
Κάτι που μας παραπέμπει σε ένα θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής: το σύνταγμα και οι νόμοι δεν είναι απλά εργαλεία για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και για την επίτευξη της ευημερίας αλλά όπλα σε έναν εξοντωτικό και συνεχή εμφύλιο πόλεμο.