Οι σημερινοί επικριτές του Μίκη Θεοδωράκη, οι οποίοι κάτι παθαίνουν με τις τρέλες που αραδιάζει (όπως την καινούργια, ότι χρειάζεται μια επανάσταση και ότι θα ήθελε να πάρει ένα καλάσνικωφ), κάνουν συνήθως ένα διαχωρισμό ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς Μίκηδες. Έναν καλό, της δεκαετίας του 1960, που αντλεί από την όντως μεγάλη αναγνώριση του μουσικού του ταλάντου ή από τη συμμετοχή του και τη δραστηριότητά του στους Λαμπράκηδες. Και τον σημερινό που δεν είναι ακριβώς κακός, που (δήθεν) τα ’χει χάσει λίγο, τα γηρατειά τον έκαναν να χάσει την κρίση του. Τέλος πάντων, λένε οι οπαδοί αυτού του σχήματος, ας τον ξεχάσουμε αυτόν τον ανυπόφορο Μίκη κι ας μείνουμε με την ανάμνηση του παλιού, του σπουδαίου Μίκη.
Φοβάμαι ότι τέτοιος διαχωρισμός δεν υπάρχει. Ο λαϊκισμός του Μίκη (ας περιοριστούμε σε αυτόν τον απλοϊκό περιγραφικό χαρακτηρισμό) είναι δομικό στοιχείο του εξ αρχής: τόσο του μουσικού όσο και του πολιτικού Μίκη. Η μουσική του, άλλωστε, είναι ακριβώς αυτό: η εκ νέου ανάδειξη ενός λαϊκού στοιχείου που είναι αδύνατον να μην εκπέσει στον λαϊκισμό εφ’ όσον στοχεύει από την αρχή και συνειδητά τις μεγάλες μάζες. Και τις στοχεύει, φυσικά, μέσα από πολιτισμικές πολιτικές τροπικότητες, γνωρίζοντας πόση σημασία έχει το τραγούδι για την ψυχοσύνθεση του Έλληνα. Αυτός είναι ο Μίκης του 1960, ούτε καλός ούτε κακός, μα παιδί του καιρού του, «προοδευτικός» για μια εποχή που ο λαός είναι αποκλεισμένος από την πολιτική διαδικασία κι έχει κάθε δικαίωμα να θέλει να διεκδικήσει την είσοδό του στη μεγάλη σκηνή της δημοκρατίας. Κι εκεί, ο Μίκης είναι πράγματι η αυθεντική λαϊκή φωνή του (κιαι, πολιτικά μιλώντας, όχι ακόμα ο Χατζιδάκις).
Αν κάτι αλλάζει, μεταπολιτευτικά, αυτό είναι η εποχή και οι νέες προτεραιότητές της – όχι ο Μίκης. Ιδίως όταν, πλέον, μετά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, τα διακυβεύματα του 1960 θα ήταν πλέον όλα εκπληρωμένα και με το παραπάνω, και μάλιστα ως στρέβλωση (ο λαός θα ήταν οι συντεχνίες και οι διεκδικήσεις τους), ο Μίκης θα έχανε τη σημασία του, το ρόλο του και τη φωνή του.
Σε τέτοιες συνθήκες, ο σοφός καλλιτέχνης μπορεί να αναγνωρίσει ότι πέρασε η εποχή του και σωπαίνει ή κάνει στροφή σε κάτι άλλο. Ο Μίκης όμως δεν είναι σοφός. Είναι πληθωρικός, ξεχειλίζει από ταλέντο, αλλά ιστορική αίσθηση δεν έχει. Γι’ αυτό και θα συνεχίσει να πετάει κοτσάνες μέχρι τα στερνά του, μην έχετε καμία αμφιβολία.
Η ύστερη μεταπολίτευση είναι χατζιδακική εποχή, γιατί έχει άλλα, ανεκπλήρωτα όνειρα. Θα τα πούμε ίσως αυτά άλλη φορά. Σίγουρα όμως δεν είναι εποχή θεοδωρακική - παρά μόνο ως φάρσα.