Σύνδεση συνδρομητών

Aυτοκρατορία εναντίον δημοκρατίας

Πέμπτη, 19 Μαϊος 2022 23:58
Απρίλιος 2013, Πειραιάς, Ελλάδα. Ο Νίκος Κοτζιάς (πρώτος από αριστερά), που το 2015 έγινε υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, και ο Ρώσος ακροδεξιός Ντούγκιν (στο κέντρο), στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Η φωτογραφία αναρτήθηκε από ρώσο μπλόγκερ στο twitter όταν ο Κοτζιάς διέψευδε ότι έχει σχέση με τον Ντούγκιν, με τη διευκρίνιση ότι ο Ντούγκιν ανήκει σε μια ομάδα υπερεθνικιστών που βρίσκονται γύρω από τον ολιγάρχη Κονσταντίν Μαλοφέγιεφ, τον οποίο έχουν καταγγείλει η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Νορβηγία ότι χρηματοδοτεί τους ρώσους εξτρεμιστές στην ανατολική Γερμανία. Πριν από λίγο καιρό, από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ μάθαμε ότι ο Μαλοφέγιεφ προσπάθησε να στήσει δίκτυο τηλεοπτικών σταθμών και στην Ελλάδα.  Αρχείο The Books’ Journal
Αρχείο The Books’ Journal
Απρίλιος 2013, Πειραιάς, Ελλάδα. Ο Νίκος Κοτζιάς (πρώτος από αριστερά), που το 2015 έγινε υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, και ο Ρώσος ακροδεξιός Ντούγκιν (στο κέντρο), στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Η φωτογραφία αναρτήθηκε από ρώσο μπλόγκερ στο twitter όταν ο Κοτζιάς διέψευδε ότι έχει σχέση με τον Ντούγκιν, με τη διευκρίνιση ότι ο Ντούγκιν ανήκει σε μια ομάδα υπερεθνικιστών που βρίσκονται γύρω από τον ολιγάρχη Κονσταντίν Μαλοφέγιεφ, τον οποίο έχουν καταγγείλει η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Νορβηγία ότι χρηματοδοτεί τους ρώσους εξτρεμιστές στην ανατολική Γερμανία. Πριν από λίγο καιρό, από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ μάθαμε ότι ο Μαλοφέγιεφ προσπάθησε να στήσει δίκτυο τηλεοπτικών σταθμών και στην Ελλάδα. Αρχείο The Books’ Journal

Πώς η αναβίωση των χριστιανοφασιστικών ιδεών στη Ρωσία απειλεί την Ευρώπη. Τεύχος 128 

Υπάρχει η μετριοπάθεια του πνεύματος που μπορεί να βοηθήσει στην αντίληψη των κοινωνικών πραγμάτων, ακόμη και στην ευτυχία των ανθρώπων. Ωστόσο, τόσες διακυμάνσεις και τόσες προφυλάξεις αφήνουν ελεύθερο το πεδίο για την πιο μισητή μετριοπάθεια, που είναι αυτή της καρδιάς. Είναι αυτή που υφίσταται τις άδικες καταστάσεις και υπομένει την παράταση του καθεστώτος της αδικίας. Τέτοιου είδους μετριοπάθειες είναι δίκοπο μαχαίρι, γιατί κινδυνεύουν να τεθούν στην υπηρεσία εκείνων που επιδιώκουν την απόλυτη κυριαρχία και δεν καταλαβαίνουν ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. […] Ο κόσμος μας δεν έχει ανάγκη από χλιαρές καρδιές. Έχει ανάγκη από φλογερές, που ξέρουν να δώσουν στην μετριοπάθεια τη σωστή της θέση.

Αλμπέρ Καμύ

Από τη στιγμή που αποφάσισε την απρόκλητη στρατιωτική εισβολή στην Ουκρανία, με επιπτώσεις που προβλέπονται δυσμενείς και μακροχρόνιες για όλο τον κόσμο αλλά και για την ίδια τη Ρωσία, πολλοί είναι εκείνοι που αναρωτιούνται τι συμβαίνει «στο μυαλό του Πούτιν». Οι προσεγγίσεις έχουν κινηθεί ανάμεσα σε πλήρως αντιθετικές ερμηνείες. Εκτείνονται από τις εκτιμήσεις για έναν ψυχασθενή και παρανοϊκό Πούτιν που έχει χάσει το κριτήριό του κλεισμένος όπως είναι εδώ και δύο χρόνια τώρα σε κάποιο μπούνκερ για να προστατευτεί από τον κορωνοϊό – και φτάνουν στο άλλο άκρο, περιγράφοντας έναν κυνικό ορθολογιστή που δεν θα έκανε ποτέ καμία κίνηση αν δεν είχε πρώτα σταθμίσει όλες τις παραμέτρους και δεν είχε επεξεργαστεί, με ψυχρό τρόπο, κόστη και οφέλη, κυρίως σε ό,τι αφορά τη γεωπολιτική διάσταση του θέματος.

Οι ψυχολογικές αυτές προσεγγίσεις, ωστόσο, ανεξάρτητα από το πόσο βάσιμες είναι (δεν υπάρχει προφανώς μυαλό πολιτικού ηγέτη που να μην αντλεί από την αλαζονεία μιας παντοδυναμίας ή και από τον ψυχρό υπολογισμό), δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη δύο άλλες βασικές διαστάσεις για τον τρόπο που διαμορφώνονται οι ηγεσίες: την ιστορία και την ιδεολογία. Για να υποθέσουμε συνεπώς τι, όντως, συμβαίνει στο μυαλό του Προέδρου της Ρωσίας που βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας του περί τα 22 συναπτά έτη, πρέπει να πάμε πίσω στο χρόνο, όταν αναλαμβάνει για πρώτη φορά τα ηνία της. Και παράλληλα να δούμε μέσα από ποιο ιδεολογικό συγκείμενο διαμορφώνει όλα αυτά τα χρόνια την αντίληψή του για τη Ρωσία και τον κόσμο.

Η ιδεολογία δεν είναι απλώς μια νομιμοποιητική ρητορική για έναν ηγέτη προκειμένου να δικαιολογήσει τον κυνισμό του. Αποτελεί τον βασικό του μπούσουλα στις μεγάλες επιλογές και είναι εκείνη που δίνει σχέδιο και καθορίζει τις κυρίαρχες κατευθύνσεις του. Αλλιώς δεν θα γνώριζε πού πηγαίνει. Και ο Βλαντιμίρ Πούτιν είχε εκφράσει ρητά στο παρελθόν, με ποικίλες αφορμές, το ιδεολογικό αυτό σχέδιό του και για την τύχη της Ουκρανίας, ασχέτως αν η Δύση δεν είχε δώσει ποτέ τη δέουσα προσοχή θεωρώντας ότι είναι λόγια χωρίς αντίκρισμα. Εκ του αποτελέσματος, όμως, φαίνεται ότι εκείνος εννοούσε απολύτως όσα έλεγε δημοσίως και δεν έκρυβε ποτέ τις προθέσεις του για τη Ρωσία και τη γειτονική της επικράτεια.

Αν θέλουμε να σκεφτούμε την πορεία του και τις ιδεολογικές του επιρροές υπάρχουν ορισμένα χρονικά ορόσημα στα οποία χρειάζεται να σταθούμε. Υπάρχουν και 6-7 διανοητές που προσδιόρισαν το ιδεολογικό περιβάλλον στο οποίο ο Πούτιν διαμορφώθηκε.

Η απαρχή της ιστορίας αυτής μπορεί να τοποθετηθεί στα 1999, όταν ο Πρόεδρος Γιέλτσιν, εμφανώς καταβεβλημένος από τις καταχρήσεις του αλκοόλ, αναζητούσε το διάδοχό του. Ποια χαρακτηριστικά έπρεπε να έχει; Σε μια έρευνα κοινής γνώμης που παρήγγειλε το περιβάλλον του προέκυπτε ότι ο αγαπημένος ήρωας των Ρώσων ήταν ο πράκτορας Μαξ Στίρλιτζ, μυθιστορηματικός χαρακτήρας που είχε μεταφερθεί παλιότερα και σε σήριαλ της σοβιετικής τηλεόρασης. Επρόκειτο για έναν κομμουνιστή πράκτορα που είχε διεισδύσει στη ναζιστική κατασκοπεία στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Την περίοδο εκείνη, ο Πούτιν είχε μόλις μεταπηδήσει από αντιδήμαρχος Αγίας Πετρούπολης (όπου είχε ήδη πλουτίσει) στη θέση του επικεφαλής της FSB, που ήταν η μετεξέλιξη της KGB. Ο Πούτιν, που θα παραδεχόταν αργότερα ότι είχε πάντοτε ως πρότυπο τον πράκτορα Στίρλιτζ, φάνηκε να ανταποκρίνεται ιδανικά στις προδιαγραφές του Γιέλτσιν για το διάδοχό του. Έτσι, την ίδια εκείνη χρονιά, ορίστηκε πρωθυπουργός του. Το μοναδικό πρόβλημα ήταν ότι ο Πούτιν παρέμενε ακόμη τότε εντελώς άγνωστος στους Ρώσους και έχαιρε ελάχιστης αποδοχής. Χρειαζόταν ως εκ τούτου κάτι που θα ενίσχυε σοβαρά το πολιτικό του κεφάλαιο και θα διαμόρφωνε το πολιτικό προφίλ του στιβαρού και αποφασιστικού ηγέτη έναντι και των ανταγωνιστών του. Όταν το Σεπτέμβριο του 1999 θα εκρήγνυντο βόμβες σε διάφορα μέρη της Ρωσίας σκοτώνοντας αθώους πολίτες, ο Πούτιν θα έσπευδε αμέσως να αποδώσει την ευθύνη στους «τρομοκράτες» αυτονομιστές Τσετσένους, αν και χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ καμία απόδειξη για κάτι τέτοιο.

Η στρατιωτική επιχείρηση που εξαπέλυσε αμέσως κατά της Τσετσενίας εκτόξευσε τη δημοτικότητά του και εδραίωσε τη θέση του στην εξουσία της χώρας. Στις εκλογές που ακολούθησαν, τον Μάρτιο του 2000, σάρωσε καταλαμβάνοντας για πρώτη φορά το ύπατο αξίωμα. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα, κινούμενος ουσιαστικά με τους όρους που του είχε μάθει η θητεία του ως πράκτορας, είχε βρεθεί από αντιδήμαρχος μιας πόλης Πρόεδρος της Ρωσίας.

 

Η εδραίωση του Πούτιν

Στο εξής, ο Πούτιν έπρεπε να γίνει πολιτικός και να χαράξει στρατηγική για τη χώρα, κάτι που απαιτούσε κι ένα ιδεολογικό πρόγραμμα. Η περίοδος 2000-2008 ήταν εποχή ταχείας οικονομικής ανάπτυξης για τη Ρωσία που έτρεχε με ρυθμούς της τάξης του 7%, εκμεταλλευόμενη τις διεθνώς υψηλές τιμές της ενέργειας. Για το λόγο αυτό, ο Πούτιν παρουσιάστηκε ως φιλομεταρρυθμιστής ηγέτης με κάποια φιλελεύθερα στοιχεία στην οικονομία, που έδειχνε να συνεργάζεται περίφημα με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ και να μην ανησυχεί καθόλου για την επέκτασή τους στα σύνορα της Ρωσικής Ομοσπονδίας το 2004 και το 2007 (όταν επτά πρώην κομμουνιστικά κράτη και τρεις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες προσχώρησαν στην ΕΕ, ενώ ακολούθησε και η Κροατία το 2013). Η Ευρώπη δεν αντιμετωπιζόταν παρά ως ένας ισότιμος εταίρος, στον οποίο άλλωστε πουλούσε το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της σε ενέργεια.

Στο εσωτερικό της χώρας, ωστόσο, ήταν σαφές ότι, αντί του κράτους δικαίου, ο Πούτιν ευνοούσε περισσότερο αυτό που περιγραφόταν ως το «κυρίαρχο κράτος», μια ελεγχόμενη δημοκρατία δηλαδή με κατευθυνόμενα ΜΜΕ και με την αντιπολίτευση σε μεγάλο βαθμό φιμωμένη. Κι αυτά, την ίδια ώρα που οι ολιγάρχες της χώρας εγκαθίδρυαν σε μόνιμη βάση έναν κλεπτοκρατικό καπιταλισμό, θηριώδους εισοδηματικής ανισότητας, βουτηγμένο στη διαπλοκή και την ανεξέλεγκτη διαφθορά. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι πολιτικοί θεσμοί δεν συμβόλιζαν τη συνέχεια του κράτους αλλά ταυτίζονταν με τα πρόσωπα, ιδίως ο θεσμός του Προέδρου – όπως έλεγε και ο Βλ. Σουρκόφ, ειδικός επικοινωνίας του Γιέλτσιν, που θα αξιοποιούνταν εν συνεχεία και από τον Πούτιν.

Παρά ταύτα, μέσα στο γενικό κλίμα της ευφορίας για την επανάκαμψη της Ρωσίας, ο πρώην πράκτορας θα επανεκλεγόταν Πρόεδρος με ποσοστό σχεδόν 72%, αν και με κάποιο βαθμό καλπονοθείας, η οποία δεν έδειχνε ακόμη να ανησυχεί πολλούς. Βάσει συντάγματος, έτσι κι αλλιώς, αυτή θεωρούνταν η τελευταία θητεία που είχε δικαίωμα να κάνει ο Πούτιν, οπότε στη συνέχεια θα προέκυπτε εξ αντικειμένου το ζήτημα της διαδοχής του.

Εδώ ήταν που ο Πούτιν θα αποφάσιζε να αλλάξει τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλάζοντας και τη δική του στρατηγική για την εδραίωσή του στην εξουσία, όχι πλέον ως δημοκρατικά εκλεγμένος ηγέτης (με όλα, τέλος πάντων, τα προβλήματα μιας ελλειμματικής δημοκρατίας όπως η ρωσική) αλλά ως ημιδικτάτορας που αρνούνταν να εγκαταλείψει την εξουσία και να οργανώσει την διαδοχή του, έστω με τον αμφιλεγόμενο τρόπο που το είχε πράξει προ δεκαετίας ο Γιέλτσιν. Έτσι, κανόνισε με τον Μεντβέντεφ, τότε πρωθυπουργό του και έμπιστο άνθρωπό του, να τροποποιήσει το Σύνταγμα της χώρας ώστε, από το 2012 και μετά, να μπορεί να έχει το δικαίωμα και για άλλες προεδρικές θητείες τις οποίες και επέκτεινε στα έξι χρόνια την καθεμία. Στο μεταξύ, έκανε «τράμπα» με τον Μεντβέντεφ και έγινε για μια θητεία πρωθυπουργός με το κόμμα της Μεγάλης Ρωσίας (όνομα πολύ χαρακτηριστικό των γενικότερων προθέσεών του, όπως θα δούμε), διατηρώντας το δικαίωμα να επανέλθει κατόπιν στο ύπατο αξίωμα.

Αλλά στις βουλευτικές εκλογές που έγιναν τον Δεκέμβριο του 2011, μέσα σε κλίμα μεγάλης αμφισβήτησης για το δίδυμο Πούτιν-Μεντβέντεφ, το κόμμα της Μεγάλης Ρωσίας έλαβε (σύμφωνα με ανεξάρτητους παρατηρητές) όχι πάνω από 26%, χωρίς αυτό να το εμποδίσει να κερδίσει –με πολλές λαθροχειρίες– την πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή. Ταυτόχρονα, ξέσπασαν μεγάλες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σε διάφορες πόλεις, γεγονός που προετοίμασε και το κλίμα για το ψαλίδισμα της νίκης του Πούτιν στις προεδρικές εκλογές το Μάρτιο του 2012, με δήθεν 63,6% από τον πρώτο γύρο μάλιστα, σε μια διαδικασία που χαρακτηρίστηκε επίσης από εκτεταμένη καλπονοθεία (χαρακτηριστικό είναι ότι στην Τσετσενία του Καντίροφ έλαβε υποτίθεται 99,8%).

Τα πράγματα είχαν πλέον αλλάξει άρδην για τον Πούτιν και η διατήρηση της εξουσίας, κατά παράβαση των κανόνων και με όρους κατάστασης εξαίρεσης, έπρεπε να δικαιολογείται από μια πραγματική ή επινοημένη έκτακτη ανάγκη. Κι εδώ ήταν που το ρόλο του υπαρξιακού εχθρού θα τον έπαιζε η Δύση, κυρίως η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και οι ΗΠΑ.

Τι ήταν πάντοτε η (φιλελεύθερη και καπιταλιστική) Δύση στο ρωσικό φαντασιακό; Ένας διεφθαρμένος πολιτισμός ατόμων χωρίς ηθικό έρμα, ψυχικά διεστραμμένων, εθισμένων στα ναρκωτικά και σεξουαλικά ανώμαλων. Ιδίως στην τελευταία, τη σεξουαλική διάσταση ο Πούτιν θα επέμενε, κάνοντας συχνότατα σχετικά σχόλια ή αφήνοντας σαφή υπονοούμενα σε λόγους και τηλεοπτικές εμφανίσεις του. Θα επιδιδόταν μάλιστα σε κανονική αντι-ομοφυλοφιλική εκστρατεία, φθάνοντας να συνδέσει την ομοφυλοφιλία με τον σατανισμό. Ψήφισε λοιπόν νόμο που τιμωρούσε ως ποινικό αδίκημα την τυχόν απεικόνιση του Προέδρου ως ομοφυλόφιλου και πέρασε διατάξεις που προστάτευαν τις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες από τέτοιους «κινδύνους». Από τότε χρονολογείται και μια πύκνωση των φωτογραφικών απεικονίσεων του Πούτιν ως ημίγυμνος γυμνασμένος άντρακλας που κυνηγάει άγρια ζώα ή ασκείται στις πολεμικές τέχνες, θέλοντας να οικοδομήσει την εικόνα μιας μάτσο ετεροφυλόφιλης σεξουαλικότητας που δεν είχε καμία σχέση με τη «διεθνή σεξουαλική παρακμή», όπως την αποκαλούσε ευθέως. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για ένα παιχνίδι συμβολισμών που περνούσε στο λαϊκό ασυνείδητο με έμμεσο αλλά πολύ πιο αποτελεσματικό τρόπο από οποιαδήποτε άλλη προπαγάνδα: από τη μια ήταν η εκθηλυσμένη δυτική δημοκρατία που όλο και έτεινε στην ακόλαστη ηδονή και στην έλλειψη κάθε ηθικού φραγμού, από την άλλη η ανόθευτη αρρενωπότητα της ρωσικής αυτοκρατορίας που είχε, χάρη και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, κρατήσει την αγνότητα και τις ηθικές αρχές της. Είναι ενδεικτικό ότι όσο μαινόταν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος, που είναι στενός σύμμαχος του Πούτιν και μιλά επίσης για μια πνευματική αυτοκρατορία την οποία συνιστά η Ρωσία, δήλωσε ότι η σύγκρουση στο Ντονμπάς αφορά «μια θεμελιώδη απόρριψη των αποκαλούμενων αξιών που προσφέρονται σήμερα από εκείνους που διεκδικούν την παγκόσμια εξουσία. Το τεστ για το ποια πλευρά στηρίζετε, είναι αν η χώρα σας είναι πρόθυμη να διοργανώσει παρελάσεις Gay Pride. Για να μπει κανείς στο κλαμπ αυτών των χωρών, είναι απαραίτητο να κάνει μια παρέλαση Gay Pride. Όχι να κάνει μια πολιτική δήλωση τύπου "είμαστε μαζί σας", όχι να υπογράψει κάποια συμφωνία, αλλά να κάνει μια παρέλαση υπερηφάνειας». Χαρακτήρισε μάλιστα τον πόλεμο αγώνα «μεταφυσικής σημασίας», προκειμένου η ανθρωπότητα να ακολουθήσει τους νόμους του Θεού. Όπως είπε με σωτηριολογικούς τόνους,

αυτό που συμβαίνει σήμερα στον τομέα των διεθνών σχέσεων δεν έχει μόνο πολιτική σημασία. Μιλάμε για κάτι διαφορετικό και πολύ πιο σημαντικό από την πολιτική. Μιλάμε για την ανθρώπινη σωτηρία. Αν δούμε παραβιάσεις του νόμου [του Θεού], δεν θα ανεχτούμε ποτέ αυτούς που καταστρέφουν αυτόν το νόμο, θολώνοντας τη γραμμή μεταξύ αγιότητας και αμαρτίας, και ακόμη περισσότερο αυτούς που προωθούν την αμαρτία ως παράδειγμα ή ως ένα από τα πρότυπα ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γύρω από αυτό το θέμα σήμερα υπάρχει ένας πραγματικός πόλεμος.

 

Εθνικισμός, αντισημιτισμός, αντιδυτικισμός

Όλο και περισσότερο πλέον, για τα διογκούμενα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της Ρωσίας θα κατηγορούνταν εξωτερικοί παράγοντες και όχι το ίδιο το καθεστώς. Πρέπει μάλιστα να προστεθεί εδώ ο ξεκάθαρος αντισημιτισμός διανοητών που βρίσκονταν ιδεολογικά πολύ κοντά στον Πρόεδρο και του παρείχαν επιχειρήματα. Γνωστότερος αντισημίτης όλων ο Λεβ Γκουμιλιόφ, γιος της γνωστής ποιήτριας Άννας Αχμάτοβα, ο οποίος είχε εκτοπιστεί δύο φορές στα γκουλάγκ από το σοβιετικό καθεστώς, ο οποίος αργότερα διακινούσε θεωρίες περί έκλυσης συμπαντικής ενέργειας στην οποία οφειλόταν η γέννηση του ρωσικού έθνους το 1380! Αυτός θεωρούσε ότι, για τα δεινά της Ρωσίας, εκτός από τους Δυτικούς φταίνε και οι Εβραίοι που αποτελούν διαχρονική απειλή και είναι αδίστακτοι μεσάζοντες ξενόφερτων απειλών για τους ρώσους χριστιανούς. Ένας άλλος νεοφασίστας και ρατσιστής συγγραφέας αυτού του κύκλου, ο Αλέξαντρ Προχάνοφ, υποστήριζε ότι για το Ολοκαύτωμα έφταιγαν οι ίδιοι οι Εβραίοι, ενώ κατηγορούσε «το σκουλήκι» (την ΕΕ) ότι ήταν φορέας και μεταδότης της παρακμής: «Η λευκή φυλή αργοπεθαίνει. Άντρες παντρεύονται άντρες, παιδεραστές κυβερνούν, οι γυναίκες δεν βρίσκουν συντρόφους». Αλλά, ευτυχώς, «εμείς [οι Ρώσοι] αποφύγαμε το AIDS που συνειδητά επιχείρησαν να μας μεταδώσουν», έλεγε σε μια συνέντευξη.

Άλλωστε, το διάστημα αυτό, και ο ίδιος ο Πούτιν θα ακολουθούσε όλο και πιστότερα τη μεσσιανική αντίληψη ενός πολύ προσφιλούς του αντεπαναστάτη και χριστιανοφασίστα ρώσου φιλοσόφου, του Ιβάν Ίλιν, που έγινε της μόδας στην πρώτη μετασοβιετική περίοδο διότι θεωρούσε ότι οι Ρώσοι, ως εκλεκτός λαός του Θεού, περίμεναν έναν Λυτρωτή Ηγέτη για να σώσει τον υπό διαρκή απειλή ρωσικό πολιτισμό και, κατ’ επέκταση, όλον τον παρηκμασμένο δυτικό κόσμο. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, η εγκαθίδρυση μιας δυτικότροπης δημοκρατίας κι ενός κράτους δικαίου, όχι μόνο δεν είχαν να προσφέρουν κάτι στη Ρωσία, αλλά θα απειλούσαν και τον αγνό της αποστολικό χαρακτήρα μέσω του Λυτρωτή Ηγέτη. Το χριστιανοφασιστικό πρότυπο του Ίλιν παρείχε στον Πούτιν όλη την ιστορική νομιμοποιητική βάση για το μεγαλομανές και μιλιταριστικό σχέδιό του περί αναβίωσης της ρωσικής αυτοκρατορίας και του μεγάλου ρωσικού έθνους. Κι εδώ η Ουκρανία (και η Λευκορωσία) θα έπαιζαν καταλυτικό ρόλο, καθώς θεωρούνταν ότι ιδίως η πρώτη δεν αποτελούσε χωριστή εθνοκρατική οντότητα. Όπως είχε πει ο ίδιος κάποια στιγμή, «και σε αυτούς που προσπαθούν να μας χωρίσουν, ένα έχω να πω: αυτό δεν πρόκειται να αφήσουμε να γίνει ποτέ». Το εννοούσε απολύτως, όπως φάνηκε.

Το πρώτο βήμα για την «επανένωση» της Ουκρανίας με τη Ρωσία θα γινόταν με την αυθαίρετη προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, καθώς και με την ενίσχυση των αυτονομιστικών τάσεων των δύο ρωσόφωνων περιοχών στα ανατολικά (Ντόνετσκ και Λουγκάνσκ). Η συγκυρία της δεκαετίας του 2010 για την αναβίωση της ρωσικής αυτοκρατορίας θεωρήθηκε ευνοϊκή από τη Μόσχα. Η ΕΕ και το ευρώ περνούσε μια βαθιά κρίση που έθετε υπαρξιακά ερωτήματα για το μέλλον της Ένωσης, ενώ τα θεμέλιά της έδειχναν να αποσταθεροποιούνται περαιτέρω με το Brexit, καθώς και με τη μεγάλη προσφυγική κρίση που την κατέκλυσε από το 2016 και μετά ως συνέπεια του συριακού εμφυλίου. Καθώς μάλιστα η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία γινόταν όλο και μεγαλύτερη, ενώ το ΝΑΤΟ απαξιωνόταν όλο και περισσότερο ιδίως όσο τις ΗΠΑ κυβερνούσε ο Ντόναλντ Τραμπ, το Κρεμλίνο είχε την αίσθηση ότι οι δυνατότητες αντίδρασης από τα δυτικά στα επεκτατικά σχέδιά του θα ήταν περιορισμένες και ελεγχόμενες. Γνωρίζουμε εξάλλου ότι η Μόσχα έκανε ό,τι μπορούσε παρασκηνιακά για να ευνοήσει αυτή την αποσταθεροποίηση, στηρίζοντας με διάφορους αμφιλεγόμενους τρόπους, υλικά ή με συγκαλυμμένες διαδικτυακές εκστρατείες, κάθε αντισυστημική δύναμη (ακροδεξιά ή ακροαριστερή) στο εσωτερικό της Ευρώπης που εξέφραζε λόγο αντιευρωπαϊκό, αντιμεταναστευτικό, αντιδημοκρατικό κ.λπ. Στήριξε έτσι με υπόγειους αλλά αποτελεσματικούς τρόπους τόσο τους Brexiters που πέτυχαν τελικά το σκοπό τους, όσο και τη Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία, που αν και ηττήθηκε, αύξησε το ποσοστό της στον β΄ γύρο των προεδρικών εκλογών του 2017 στο ανησυχητικό 34%. Νωρίτερα, είχε εμπλακεί ενεργά και στις αμερικανικές εκλογές του 2016 που έφεραν αναπάντεχο νικητή τον φιλοπουτινικό Τραμπ έναντι της, μισητής στο Κρεμλίνο, Χίλαρι Κλίντον. Ο σκοπός άγιαζε τα μέσα: η άθεη Δύση έπρεπε να υπονομευτεί εκ των έσω χωρίς καμία ηθική αναστολή από τη στιγμή που η Ρωσία είχε να φέρει εις πέρας την αποστολή της σωτηρίας της από τις δυνάμεις του «κακού».

 

Το ευρασιατικό σχέδιο

Η Ουκρανία θα ήταν προφανώς το πετράδι του στέμματος αλλά όχι η μόνη φιλοδοξία του καθεστώτος Πούτιν. Η όλη του στρατηγική άλλωστε εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μεγαλοϊδεατικό σχέδιο της Ρωσίας, το σχέδιο της Ευρασίας. Πρόκειται για ένα αυτοκρατορικό σχήμα που έρχεται από το παρελθόν αλλά αναβίωσε τη μετασοβιετική περίοδο, όταν η χώρα αναζητούσε μια νέα μεγάλη ιδέα για να εμπνευστεί μέσα στην παρακμή της. Εκτός από τον Γκουμιλιόφ, που ήταν από τους πρώτους ευρωασιατιστές καθώς και τον οικονομολόγο Σεργκέι Γκλάζιεφ ή τον φιλόσοφο Γιούρι Μποροντάι και τον γιο του Αλέξαντρ, οι ιδέες περί Ευρασίας συναντήθηκαν στο ρευστό μετασοβιετικό σύμπαν και με τις νεοφασιστικές φαντασιοκοπίες περί μεγάλης Ρωσίας που διακινούσαν νεότεροι διανοούμενοι όπως ο Αλεξάντρ Ντούγκιν, ο οποίος έκανε λόγο για έναν «κόκκινο, χωρίς σύνορα φασισμό». Θεωρούσε και αυτός τη Δύση προσωποποίηση του Εωσφόρου και «μήτρα της υποκρισίας, της εξαπάτησης, της διαφθοράς» και σιχαινόταν την ΕΕ. Το κυριότερο ήταν ότι θεωρούσε μια ανεξάρτητη Ουκρανία «τεράστιο κίνδυνο για την Ευρασία στο σύνολό της». Ο Ντούγκιν και ο Γκλάζιεφ, που είχε γίνει στο μεταξύ σύμβουλος του Πούτιν, θα ίδρυαν το 2012 μια δεξαμενή σκέψης, τη Λέσχη Ιζμπόργκ, η οποία είχε σκοπό τη διάδοση των ιδεών περί Ευρασίας. Στην ουσία επρόκειτο για τον υποτιθέμενο διαχρονικό ανταγωνισμό ανάμεσα στους εκφυλισμένους «λαούς της θάλασσας» όπως οι Άγγλοι ή οι Αμερικανοί και στους «λαούς της ξηράς» που διατηρούσαν τις ρίζες τους και είχαν σταθερές αναφορές στο παρελθόν. Έτσι, η πρώτη ρωσική αυτοκρατορία ήταν αυτή του Κιέβου, η δεύτερη της Μόσχας, η τρίτη των Ρομανόφ, η τέταρτη της Σοβιετικής Ένωσης και η σημερινή εκείνη της Ευρασίας που θα απλωνόταν από τον Ειρηνικό ώς τον Ατλαντικό Ωκεανό. Οι απόψεις αυτές θα εμφανίζονταν, από το 2013 και μετά, και σε επίσημα κείμενα του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, διαμορφώνοντας την γραμμή των διεθνών σχέσεων του κράτους.

Το βασικό πρόβλημα με το ευρασιατικό σχέδιο είναι ωστόσο ότι βασίζεται στην κατάκτηση χώρου και στην κυριαρχία επί ξένου εδάφους ακόμη και με τη βία και την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας, η οποία παραπέμπει σε μια τεχνολογία της εξουσίας πίσω ακόμη και από τον 19ο αιώνα. Οι τελευταίοι που το επιχείρησαν ήταν οι Ναζί, με τις εξίσου επικίνδυνες φαντασιώσεις περί Γ' Ράιχ. Θα αποτύγχαναν οικτρά, βρίσκοντας απέναντί τους την πατριωτική αντίσταση όσων κρατών είχαν υποτάξει αλλά και όσων, όπως η Μεγάλη Βρετανία, κατάφεραν να μην κατακτηθούν. Προηγουμένως, όμως, θα προλάβαιναν να βυθίσουν μια ολόκληρη ήπειρο στην καταστροφή.

Η πεισμωμένη και παλλαϊκή αντίσταση που προβάλλουν σήμερα σύσσωμοι οι Ουκρανοί σε έναν κατεξοχήν πατριωτικό πόλεμο ενάντια σε έναν ξένο ιμπεριαλιστή κατακτητή δείχνει ότι, ακόμη κι αν οι Ρώσοι καταγράψουν τελικά κάποιες επιτυχίες στο στρατιωτικό επίπεδο λόγω σαφώς μεγαλύτερης δύναμης πυρός, η κυριαρχία τους επί μιας ξένης χώρας θα είναι εξαρχής ναρκοθετημένη. Με άλλα λόγια, θα είναι αδύνατον να υποτάξουν μια σύγχρονη κοινωνία του 21ου αιώνα με εργαλεία που παραπέμπουν στο μεσαίωνα.

Μόνο που το καθεστώς Πούτιν δεν φαίνεται να γνωρίζει άλλους τρόπους διαιώνισης της κυριαρχίας του. Όπως έπραξε με τον πόλεμο στην Τσετσενία προκειμένου να εδραιωθεί, έτσι επιχειρεί να κάνει και με την εισβολή στην Ουκρανία προκειμένου να κρατηθεί ζωντανόw μέσα σε μια ολοένα και διογκούμενη αμφισβήτηση στο εσωτερικό. Χωρίς να έχει λύσει το ζήτημα της διαδοχής που θα έδινε μια κάποια προοπτική στη χώρα και θα αποφόρτιζε τις εντάσεις, ο Πούτιν δίνει την εντύπωση ενός «τσάρου» που δεν λειτουργεί καν με όρους κληρονομικής εξουσίας (τα παιδιά του έχουν κρατηθεί μακριά από την πολιτική). Μοιάζει να θέλει να είναι αιώνιος και ταυτισμένος με τη μεταφυσική μιας επίσης αιώνιας Ρωσίας. Το σώμα του να είναι η ίδια η Ρωσία, όπως ακριβώς οι μεσαιωνικοί βασιλείς που ενσάρκωναν το κράτος με κυριολεκτικούς όρους (l’état c’est moi). Απέναντι στις ευρωπαϊκές Δημοκρατίες του κράτους δικαίου, της διαρκούς επέκτασης των δικαιωμάτων, της διεθνούς ειρηνικής συνεργασίας και του προτύπου της βιώσιμης ανάπτυξης, έρχεται να αντιπαραβάλει ένα αυτοκρατορικό και τυραννικό καθεστώς χριστιανοφασιστικού τύπου, της στενής επιτήρησης του πληθυσμού (αρνούμενο την ατομική χειραφέτηση και τις βασικές ελευθερίες), του μιλιταρισμού, της ανελευθερίας και του αποκλεισμού της χώρας από τις ευκαιρίες της παγκοσμιοποίησης – άρα της φτώχειας, της κλεπτοκρατίας και της κλειστής κοινωνίας. Είναι αδύνατη μια τέτοια οπισθοδρόμηση χωρίς να καταστρέψει την ίδια τη χώρα του. Ποιο θα είναι το μεσοπρόθεσμο μέλλον του καθεστώτος μετά τον πόλεμο είναι άγνωστο τούτη τη στιγμή. Το μόνο βέβαιο είναι, επειδή καμία δικτατορία δεν είναι αιώνια, ότι θα κληθεί κάποια στιγμή να διαχειριστεί την επόμενη μέρα της. Αλλά τι μπορεί, άραγε, να σκεφτεί το μυαλό ενός δικτάτορα που θεωρεί εαυτόν αιώνιο;

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.