Σύνδεση συνδρομητών

Τσάρμιαν Κλιφτ και Τζορτζ Τζόνστον

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2026 11:07
Ύδρα, αρχές της δεκαετίας του 1960. Η Τσάρμιαν Κλιφτ και ο Τζορτζ Τζόνστον στη γραφομηχανή του, στην ταράτσα του σπιτιού τους, με φόντο το νησί.   
National Library of Australia
Ύδρα, αρχές της δεκαετίας του 1960. Η Τσάρμιαν Κλιφτ και ο Τζορτζ Τζόνστον στη γραφομηχανή του, στην ταράτσα του σπιτιού τους, με φόντο το νησί.  

Charmian Clift, Το τραγούδι της γοργόνας, μετάφραση από τα αγγλικά: Φωτεινή Πίπη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2022, 368 σελ.

Charmian Clift, Καθάρισέ μου έναν λωτό, μετάφραση από τα αγγλικά: Φωτεινή Πίπη, Μεταίχμιο, Αθήνα 2023, 352 σελ.

Πετυχημένοι αυστραλοί δημοσιογράφοι, έρχονται στην Ευρώπη επειδή η Αυστραλία δεν τους χωράει – και επειδή θέλουν να ζήσουν επαγγελματικά όχι από τη δημοσιογραφία αλλά από το λογοτεχνικό γράψιμο. Πρώτα στο Λονδίνο, μετά στην Ελάδα – στην Κάλυμνο και για πολύ καιρό στην Ύδρα, τα χρόνια που το νησί του Αργοσαρωνικού προσελκύει ξένους καλλιτέχνες και, γενικώς, μια χρυσή μποεμία. Τι έμεινε απ’ όλα αυτά; Σίγουρα, κάποια ωραία βιβλία, στην αιχμή του μύθου και της απομυθοποίησης – δυο από τα οποία, της Τσάρμιαν Κλιφτ, κυκλοφορούν και στα ελληνικά. [ΤΒJ]

 Εμείς είμαστε οι νέοι νομάδες, ο εικοστός αιώνας, που περιπλανιόμαστε σε όλη τη γη σέρνοντας μαζί μας τις ρίζες μας, τα υπάρχοντά μας φορητά, τα ενδιαιτήματά μας προσωρινά. Δεν είναι για μας τα ληξιαρχικά αρχεία των ενοριών, η παραγεμισμένη σοφίτα, τα έπιπλα της προγιαγιάς, το χωράφι που σπέρνεται για την επόμενη γενιά, ο οικογενειακός τάφος και τα προγονικά σκουλήκια. Εμείς πληρώνουμε βδομάδα τη βδομάδα για το χώρο που καταλαμβάνουμε στον κόσμο, από τη στιγμή που ανοίγουμε τα μάτια μας στο θάλαμο του μαιευτηρίου μέχρι την ώρα που τα κλείνουμε στο νοικιασμένο σπίτι…  

Η παραπάνω μελαγχολική φράση, γραμμένη το 1955 ως πρελούδιο στο Τραγούδι της γοργόνας, συνοψίζει τη ζωή της Τσάρμιαν Κλιφτ και του συζύγου της Τζορτζ Τζόνστον. Οι δυο τους υπήρξαν από τα πλέον εμβληματικά ζευγάρια της αυστραλιανής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα με μια κοινή πορεία αγάπης και περιπλάνησης ανάμεσα σε χώρες, πολιτισμούς και καλλιτεχνικά οράματα. Ήταν οι πρώτοι από τη διεθνή κοινότητα καλλιτεχνών και διανοουμένων που εγκαταστάθηκαν στην Ύδρα στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Από την Αυστραλία του πολέμου και της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, στο Λονδίνο της μελαγχολικής μεταπολεμικής μητρόπολης και στην Ελλάδα της φτώχειας αλλά και του φωτός –γιατί «ονειρεύτηκαν νησιά», όπως χαρακτηριστικά λέει η Κλιφτ– και ξανά πίσω στην πατρίδα τους, όπου τους περίμενε η αναγνώριση αλλά και η τραγωδία.

 SELECTED FOR WEBSITEWriter George Johnston and his wife Charmian Clift at home in Sydney on 13 May 1948SUN NEWS Picture by STAFF

Sydney Morning Herald Archives

O Τζορτζ Τζόνστον και η Τσάρμιαν Κλιφτ, στο σπίτι τους στο Σίδνεϊ, το 1948. Ευτυχισμένο ζεύγος και πετυχημένοι δημοσιογράφοι, πριν αποφασίσουν ότι η Αυστραλία είναι πολύ μικρή γι’ αυτούς.

 

Τα χρόνια της Αυστραλίας

Η Τσάρμιαν Κλιφτ  και ο Τζορτζ Τζόνστον συναντήθηκαν για πρώτη φορά  το 1946 στο πολύβουο newsroom της εφημερίδας Argus της Μελβούρνης. Εκείνη νέα ρεπόρτερ στην αρθρογραφία του στρατού και ο Τζόνστον ήδη διάσημος πολεμικός ανταποκριτής του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου  στα μέτωπα του Ειρηνικού, της Ινδίας, της Κίνας, της Μπούρμα και της Ιταλίας. Ήταν από τους λίγους διαπιστευμένους δημοσιογράφους που βρέθηκαν  πάνω στο αεροπλανοφόρο Missouri όταν υπογράφτηκε η συνθηκολόγηση της Ιαπωνίας το 1945. Οι δυο τους διαμορφώθηκαν μέσα σε ένα αυστραλιανό περιβάλλον που άλλαζε ραγδαία, από την ύφεση και τον πόλεμο προς τη μεταπολεμική αισιοδοξία και τον εκσυγχρονισμό. Το ταλέντο στο γράψιμο και η πρόωρη ωρίμανσή τους –η Κλιφτ μέσα από μια ανεπιθύμητη μητρότητα και ο Τζόνστον μέσα από την ακραία πίεση της πολεμικής ανταπόκρισης– γέννησε την κοινή φιλοδοξία να γράψουν λογοτεχνία που να υπερβαίνει τα όρια της δημοσιογραφίας και των κοινωνικών συμβάσεων.

Η Κλιφτ γεννήθηκε στην Καϊάμα της Νέας Νότιας Ουαλίας (1923) και μεγάλωσε ανάμεσα στη βιβλιοφιλία των γονιών της και στο βραχώδες παράλιο τοπίο – ένα μείγμα που η ίδια αργότερα θα ανακαλούσε ως αληθινή της παιδεία. Ήδη στα 19 της έγινε μητέρα ενός παιδιού το οποίο έδωσε προς υιοθεσία, κάτι που τη σημάδεψε στην υπόλοιπη ζωή της. Το 1943 κατατάχτηκε στο στρατιωτικό σώμα γυναικών (Australian Women’s Army Service), μια εμπειρία πειθαρχίας και συλλογικότητας που θα την επηρέαζε ριζικά, αλλά και θα την όπλιζε με τόλμη απέναντι στα έμφυλα στερεότυπα της μεταπολεμικής Αυστραλίας. Ο Τζόνστον, δέκα χρόνια μεγαλύτερός της (γεννήθηκε το 1912 στη Μελβούρνη), μπήκε νεαρός στην εφημερίδα Argus ως εκπαιδευόμενος και, με μείγμα επιμονής και φυσικού ταλέντου στο ρεπορτάζ, εξελίχθηκε σε κορυφαίο ρεπόρτερ. Η σχέση τους, παθιασμένη και απροκάλυπτη, σκανδάλισε το συντηρητικό εργασιακό περιβάλλον της Argus με αποτέλεσμα η Κλιφτ να απολυθεί και ο Τζόνστον να παραιτηθεί σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αξίζει να σημειωθεί  ότι ο Τζόνστον ήταν ήδη παντρεμένος με ένα παιδί και η Κλιφτ μια πολύ όμορφη νεαρή γυναίκα 24 ετών. Η δημόσια διάσταση του ιδιωτικού τους βίου αποκάλυπτε την τριβή ανάμεσα στα μεταπολεμικά ήθη της Αυστραλίας και την αναδυόμενη γυναικεία χειραφέτηση, αλλά και το τίμημα μιας ριψοκίνδυνης επιλογής υπέρ του έρωτα. Το ζευγάρι μετακόμισε σύντομα στο Σίδνεϊ και παντρεύτηκε το 1947 αφού ο Τζόνστον πήρε διαζύγιο από την πρώτη γυναίκα του. Εκεί άρχισε και η συστηματική λογοτεχνική τους σύμπραξη – ένα εργαστήριο δύο φωνών που ενοποιούσε την οξυδέρκεια του ανταποκριτή με την αισθητική τόλμη της νεαρής πεζογράφου.

Ο πρώτος μεγάλος σταθμός υπήρξε το μυθιστόρημα High Valley, γραμμένο στην Αυστραλία και βραβευμένο με το λογοτεχνικό βραβείο του Sydney Morning Herald, το 1949. Η επιτυχία αυτή τους έδωσε κύρος και αυτοπεποίθηση να διεκδικήσουν μια καριέρα πέρα από τις αίθουσες σύνταξης. Το «εργαστήριο» του κοινού τους γραψίματος, έτσι όπως στήθηκε τότε, θα χαρακτήριζε και τη μετέπειτα πορεία τους – με ανταλλαγές κεφαλαίων, αντιπαραθέσεις για τον τόνο και τη φωνή κι έναν συνεχή διάλογο ανάμεσα στη ρεαλιστική αφήγηση και την ποιητικότητα της περιγραφής. Παρά τη λάμψη, όμως, του High Valley, ο Τζόνστον ακόμη ζούσε με το ένα πόδι στη δημοσιογραφία. Η φήμη του πολεμικού ανταποκριτή με γρήγορο γράψιμο, οξύτητα και  αλήθεια πεδίου δημιουργούσε επαγγελματικές προσδοκίες για νεότερους. Η Αυστραλία της δεκαετίας του 1940 χρειαζόταν ήρωες στις εφημερίδες και ο Τζόνστον υπήρξε πρότυπο για νεότερους ρεπόρτερ. Όμως, η λογοτεχνική του φιλοδοξία μεγάλωνε – και ο γάμος με την Κλιφτ λειτουργούσε ως καταλύτης μετασχηματισμού από τον δημοσιογράφο του συμβάντος στον πεζογράφο της εμπειρίας.  Για την Κλιφτ, τα αυστραλιανά χρόνια ήταν επίσης χρόνια αυτοσυγκρότησης. Η πορεία της από τη μικρή πόλη,  την άγαμη μητρότητα και την ένταξη στον στρατό μέχρι το ρεπορτάζ και το πρώτο μυθιστόρημα την έφερε κόντρα στην  κανονικότητα που επέβαλλαν τα μεταπολεμικά πρότυπα γυναικείας ζωής. Αυτή η τομή –ανάμεσα στην ιδιωτική επιθυμία και στον δημόσιο καθωσπρεπισμό, ανάμεσα στη φιλοδοξία και στους περιορισμούς– θα γινόταν αργότερα το υπόστρωμα των περίφημων δοκιμίων της.

 

Η διαμονή στο Λονδίνο

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, το ζευγάρι είχε ήδη κερδίσει αναγνωρισιμότητα, αλλά και μια ανησυχία που δεν «χώραγε» πια στα όρια της αυστραλιανής εκδοτικής και δημοσιογραφικής σκηνής. Το 1951, ο Τζόνστον ανέλαβε επικεφαλής του λονδρέζικου γραφείου των Associated Newspaper Services – μια υπηρεσιακή μετάθεση που λειτουργούσε και ως πρόκληση να δοκιμάσουν τη γραφή τους στο κέντρο του αγγλόφωνου κόσμου. Η απόφαση αυτή, προϊόν ευκαιρίας και ανικανοποίητου, σφράγισε το τέλος της αμιγώς αυστραλιανής τους περιόδου. Ήταν ένα άλμα από την περιφέρεια στο κέντρο, μια συνειδητή επιλογή να μετρήσουν τις δυνάμεις τους στον πυρήνα της αγγλόφωνης εκδοτικής βιομηχανίας. Το Λονδίνο της δεκαετίας του 1950 ήταν τόπος ακραίων αντιφάσεων: ερείπια από τον πόλεμο συνυπήρχαν με μια αναδυόμενη κουλτούρα κατανάλωσης και τέχνης, ενώ η αυτοκρατορική βαρύτητα έδινε σιγά σιγά τη θέση της σε μια νέα κοσμοπολίτικη ταυτότητα. Σ’ αυτό το σκηνικό, το ζευγάρι βρέθηκε να ζει ανάμεσα σε μια επαγγελματική ευκαιρία και σε υπαρξιακή αβεβαιότητα.

Η μετάθεση του Τζόνστον στο Λονδίνο σήμαινε σταθερό μισθό, κοινωνικό κύρος και άμεση πρόσβαση στο διεθνές δίκτυο των ειδήσεων. Ο ίδιος κάλυπτε σημαντικές πολιτικές εξελίξεις, διατηρούσε σχέσεις με τα βρετανικά ΜΜΕ και συνέχιζε να τροφοδοτεί την Αυστραλία με ειδήσεις «εκ των έσω». Όμως, κάτω από αυτή τη δημόσια ιδιότητα, διατηρούσε τον αδιάκοπο πόθο για λογοτεχνία. Μαζί με την Κλιφτ αναζητούσαν τρόπους να μετατρέψουν τις δημοσιογραφικές τους εμπειρίες σε καλλιτεχνική αφήγηση. Το Λονδίνο, με την αφθονία εκδοτών και λογοτεχνικών κύκλων, τους έδωσε για πρώτη φορά μια πλατφόρμα παγκόσμιας απεύθυνσης. Η Τσάρμιαν Κλιφτ, από την πλευρά της, βρέθηκε για πρώτη φορά σε μια πόλη που έδινε χώρο σε γυναίκες συγγραφείς, δημοσιογράφους και διανοούμενες να διεκδικήσουν κοινό και αναγνώριση. Στο Λονδίνο έγραψε και συνεργάστηκε σε κείμενα, ενώ ταυτόχρονα μεγάλωνε τα παιδιά της. Η ζωή της ήταν διαρκής ισορροπία ανάμεσα στη μητρότητα και στη δημιουργία, εμπειρία που θα γινόταν αργότερα πρώτη ύλη στα αυτοβιογραφικά δοκίμιά της. Το περιβάλλον της βρετανικής πρωτεύουσας, με την ελευθερία αλλά και τη σκληρότητα του ανταγωνισμού, την ενίσχυσε να δει τον εαυτό της ως ανεξάρτητη συγγραφική φωνή, όχι μόνο ως σύζυγο του Τζόνστον. Στο Λονδίνο έγραψαν από κοινού το μυθιστόρημα, The Big Chariot (1953), που γνώρισε μέτρια εμπορική επιτυχία αλλά τους καθιέρωσε ως συγγραφικό δίδυμο. Αυτή η στρατηγική επιλογή –να γράφουν μαζί, συχνά ανταλλάσσοντας κομμάτια κειμένου, αμφισβητώντας ο ένας τον άλλον, διαγράφοντας και ξαναγράφοντας– υπήρξε το στίγμα τους.

Παρά την επαγγελματική ασφάλεια, η ζωή στο Λονδίνο δεν ήταν ανέφελη. Ο Τζόνστον πάλευε με την υγεία του –ήδη είχαν εμφανιστεί τα πρώτα σημάδια της φυματίωσης που θα τον ταλαιπωρούσε χρόνια–, ενώ η Κλιφτ συχνά ασφυκτιούσε ανάμεσα στις οικογενειακές ευθύνες και στην προσωπική φιλοδοξία. Η αυστραλιανή τους ταυτότητα, επιπλέον, τους έκανε να νιώθουν μερικές φορές «περιφερειακοί» στον λογοτεχνικό χάρτη της μητρόπολης. Αυτό το αίσθημα αποξένωσης, «όπου κάθε επόμενη μέρα  φάνταζε σαν αχανής μολυβένια πεδιάδα ολόιδια με την προηγούμενη», αλλά και η νοσταλγία για έναν αυθεντικότερο τρόπο ζωής, θα τους οδηγήσει να στραφούν προς τον ευρωπαϊκό Νότο. Έχοντας ακούσει την εκπομπή ενός φίλου τους στο BBC σχετικά με τους σφουγγαράδες στην Κάλυμνο, αποφασίζουν να εγκατασταθούν με τα δυο παιδιά τους στο νησί τον Δεκέμβριο του 1954, αναζητώντας μια «καθαρή» εμπειρία που θα τροφοδοτούσε τη λογοτεχνία τους και θα πρόσφερε στα παιδιά μια αυθεντικότερη ζωή.

 

Το τραγούδι της γοργόνας

Η Κάλυμνος εκείνη την εποχή ζούσε στο ρυθμό της σπογγαλιείας μέσα σε μια σκληρή καθημερινότητα φτώχειας και έλλειψης βασικών αγαθών και ανέσεων. Oι σπογγαλιείς καταδύονταν με πρωτόγονα μέσα, συχνά με τίμημα την υγεία τους, ενώ οι οικογένειες περίμεναν με αγωνία την επιστροφή των σπογγαλιευτικών. Η θάλασσα κυριαρχούσε στη ζωή όλων. Για τον Τζόνστον και την Κλιφτ, αυτή η κοινωνία αποτέλεσε έναν μικρόκοσμο γεμάτο υλικό για συγγραφή. Παρατηρούσαν, σημείωναν, συζητούσαν με τους ντόπιους, ανακαλύπτοντας τις τεράστιες δυσκολίες αλλά και την απλότητα της νησιωτικής ζωής. Από την εμπειρία της Καλύμνου γεννήθηκε το μυθιστόρημα The Sponge Divers (1955), έργο που δεν είχε μόνο λογοτεχνική αξία αλλά και εμπορική επιτυχία. Το βιβλίο καθιέρωσε το ζευγάρι ως συγγραφείς με ελληνικό υλικό, ικανούς να μετατρέπουν έναν τοπικό κόσμο σε παγκόσμια αφήγηση. Επιπλέον, η Κλιφτ, σε μια δοκιμιακή αυτοβιογραφία για την παραμονή τους στο νησί, έγραψε με διεισδυτικό αλλά και σαρκαστικό ύφος το Τραγούδι της γοργόνας (Mermaid singing, 1956).

Το βιβλίο αποδίδει με ρεαλισμό την τραυματική καθημερινότητα των σφουγγαράδων –ένα επάγγελμα επικίνδυνο και πια υπό εξαφάνιση– όσο και την ελαφρώς κωμική αλλά και εύθραυστη συνύπαρξη του ζεύγους με τους κατοίκους του νησιού, παρά τη γλωσσική και πολιτισμική απόσταση. Η Κλιφτ περιγράφει με οξυδέρκεια αλλά και συμπόνια τις γυναίκες της Καλύμνου, αφουγκραζόμενη την αυστηρή κοινωνική δομή και τη δυσκολία των ρόλων τους, χωρίς όμως να  αποδέχεται αφελώς τον τρόπο ζωής τους. Η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από ένα μείγμα ζωής, χιούμορ και εκλεπτυσμένης λεπτομέρειας. Κεντρικό μοτίβο στο βιβλίο, πέραν της πολιτισμικής απόστασης που αποτυπώνει το «εξωτικό» βλέμμα της Κλιφτ, είναι η θάλασσα και η ανθρώπινη σχέση με το στοιχείο αυτό. Υπάρχει έντονη φυσική απεικόνιση – βράχοι, σπηλιές, κύματα και η απομόνωση ενός νησιού σφουγγαράδων που ζει στο έλεος της θάλασσας. Η Κλιφτ την προσωποποιεί με λόγο που ισορροπεί ανάμεσα στο θαυμασμό και το φόβο για τις δυσκολίες των ανθρώπων που ζούν στην κυριολεξία απ’ αυτή.

Μα τη θάλασσα δεν τη νοιάζει. Αν δεν μπορέσει να τους σκοτώσει, ή αν επιλέξει να μην τους σκοτώσει, θα τους τσακίσει μάλλον λίγο το ένα πόδι, μόνο και μόνο για να τους δείξει ποιος έχει τον έλεγχο της κατάστασης. Και μετά μπορούν κι αυτοί να περιφέρονται κουτσαίνοντας στα φιδογυριστά δρομάκια.

Αυτή η εξαιρετική περιγραφή αναδεικνύει τη θάλασσα ως ρυθμιστή της ζωής των ανθρώπων του νησιού οι οποίοι ζουν, πεθαίνουν ή σακατεύονται απ’ αυτή. Η αίσθηση του τόπου είναι ασκητική και λιτή ενώ η γραφή της Κλιφτ χαρακτηρίζεται από λυρισμό, ιστορικές και μυθικές αναφορές και θρησκευτικές τελετές που εμπνέουν δέος: ο κάμπος, οι εορτασμοί του Πάσχα, η νηστεία – όλα περιγράφονται σαν κύματα συναισθημάτων και εσωτερικής έντασης. Αυτό που δεν μπόρεσαν ποτέ να κατανοήσουν η Κλιφτ και ο Τζόνστον και στο οποίο εμφατικά επανερχόταν η Κλιφτ στα δύο αυτοβιογραφικά της δοκίμια για την Κάλυμνο και για την Ύδρα ήταν η ανυπαρξία ιδιωτικής σφαίρας στη ζωή ενός μικρού μεσογειακού τόπου. Οι πόρτες των σπιτιών ήταν μονίμως ανοιχτές για οποιονδήποτε ήθελε να παραβιάσει οποιαδήποτε στιγμή την ιδιωτικότητα του άλλου. Για δύο Αγγλοσάξονες με εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο ήταν κάτι ακατανόητο. Παρ’ όλα αυτά, το ζευγάρι μπόρεσε να επιβιώσει και να ενταχθεί στην καθημερινότητα του νησιού για οκτώ μήνες, προτού αποφασίσει να μεταφερθεί σε έναν τόπο εγγύτερα στην ηπειρωτική Ελλάδα και τυπικά ευκολότερο και ασφαλέστερο στην διαβίωση απ’ ό,τι η Κάλυμνος.

 

Καθάρισέ μου έναν λωτό

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, η Ύδρα ήταν ένα σχετικά απομονωμένο νησί, χωρίς αυτοκίνητα, με τις μετακινήσεις να γίνονται με μουλάρια και καΐκια. Το λιμάνι ήταν το κέντρο της ζωής, με τους ντόπιους να κινούνται γύρω απ’ αυτό, ενώ η καθημερινότητα κυλούσε με ρυθμούς που ήταν πρωτόγνωροι για ανθρώπους οι οποίοι είχαν ζήσει σε δυτικές μητροπόλεις. Το  ζεύγος Κλιφτ - Τζόνστον, με τα δυο παιδιά τους και την Κλιφτ έγκυο στο τρίτο, έφτασαν στην Ύδρα το φθινόπωρο του 1955. Με τα συγγραφικά δικαιώματα από το The Sponge Divers αγόρασαν ένα μεγάλο πέτρινο σπίτι πάνω από το λιμάνι, το οποίο σύντομα μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς για τους πρώτους ξένους κατοίκους του νησιού. Η Ύδρα προσέλκυε εκείνα τα χρόνια συγγραφείς και καλλιτέχνες από διάφορα μέρη του κόσμου, που αναζητούσαν ένα περιβάλλον φθηνό, φωτεινό και ήσυχο για δημιουργία. Εκτός από τον Καναδό Λέοναρντ Κοέν, που έγινε ο πιο διάσημος απ’ αυτούς, στο νησί βρέθηκαν καλλιτέχνες όπως ο νεοζηλανδός συγγραφέας Redmond Wallis, οι Αυστραλοί ζωγράφοι Sidney Nolan και Nina Christesen, οι Σουηδοί Axel Jensen και Göran Tunström καθώς και πολλοί ευρωπαίοι δημιουργοί που περνούσαν εποχιακά από το νησί. Ο κύκλος αυτός περιλάμβανε και έλληνες καλλιτέχνες, με τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, καταγόμενο από την Ύδρα, να λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος με τον διεθνή κόσμο της διανόησης και της τέχνης. Από το μεγάλο οικογενειακό σπίτι του είχαν περάσει ήδη προπολεμικά ο Χένρυ Μύλλερ, o Λώρενς Ντάρελ, ο Πάτρικ Λη Φέρμορ, ο Σεφέρης και άλλοι.

Η Κλιφτ κατέγραψε με γλαφυρό και ταυτόχρονα ρεαλιστικό τρόπο τη ζωή των πρώτων ξένων στην Ύδρα, χωρίς να κατονομάζει το νησί, στο βιβλίο της Καθάρισέ μου έναν λωτό (Peel Me a Lotus, 1959). Παρουσιάζει την καθημερινότητα όχι μόνο του δικού της σπιτιού, αλλά και των λίγων καλλιτεχνών και διανοουμένων που άρχισαν να φτάνουν στην Ύδρα, ορισμένοι εκ των οποίων κατόπιν παρότρυνσης της ίδιας και του Τζόνστον. Περιγράφει τις συναντήσεις τους στις δυο τρεις ταβέρνες και στα καφενεία του νησιού,  όπου η κουβέντα τραβούσε συχνά μέχρι αργά τη νύχτα, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε μια έντονη αίσθηση αμοιβαίας στήριξης και συλλογικής δημιουργικότητας. Αναφέρεται επίσης στις δυσκολίες της ζωής, στην έλλειψη χρημάτων, στις εντάσεις που δημιουργούσαν τα προσωπικά πάθη μέσα στην κοινότητα και στη σκληρή, συχνά επικριτική στάση των ντόπιων απέναντι στους «ξένους».  Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία που τονίζει η Κλιφτ στο βιβλίο της είναι η αντίφαση ανάμεσα στην ειδυλλιακή εικόνα του νησιού και στην πραγματικότητα της καθημερινής επιβίωσης. Από τη μια περιγράφει την ομορφιά ενός μικρού ελληνικού νησιού και την αίσθηση ότι ζούσαν σε έναν τόπο «εκτός χρόνου». Από την άλλη, καταγράφει στιγμές απογοήτευσης, την κούραση από τις οικονομικές δυσκολίες, τις εντάσεις στο γάμο της με τον Τζόνστον και τις συγκρούσεις μέσα στην κοινότητα των καλλιτεχνών, όπου συχνά κυριαρχούσαν η ζήλεια και ο ανταγωνισμός. Ο Τζόνστον, πιο εσωστρεφής, αφιερώθηκε στο μυθιστόρημα My Brother Jack (1964), που ολοκλήρωσε εν μέρει στην Ύδρα. Το βιβλίο αυτό, το οποίο θεωρείται από τα σημαντικότερα της αυστραλιανής λογοτεχνίας, φέρει και τα ίχνη της υδραίικης περιόδου του συγγραφέα: μια αναμέτρηση με το παρελθόν, γραμμένη από την απόσταση ενός νησιού μακρινού από τις πατρίδες και τις πρωτεύουσες.

Η Κλιφτ υπήρξε η ψυχή της κοινότητας των ξένων που διαμορφωνόταν εκείνη την εποχή στην  Ύδρα. Ενώ ο Τζόνστον ήταν συχνά κλεισμένος στο γραφείο του, συγκεντρωμένος στο έργο του, η Κλιφτ βρισκόταν στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής του νησιού. Η ίδια είχε έντονη κοινωνικότητα, αμεσότητα και μια ζεστασιά που την έκανε να ξεχωρίζει τόσο ανάμεσα στους ξένους καλλιτέχνες όσο και στην ντόπια κοινωνία. Στο Καθάρισέ μου έναν λωτό, αποτυπώνει με μεγάλη ειλικρίνεια το ρόλο της: ήταν εκείνη που κρατούσε το σπίτι ανοιχτό για τους ξένους και τους ντόπιους, που έφερνε μαζί ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων, που υποστήριζε τους νέους αφιχθέντες  και τους έκανε να νιώθουν μέρος μιας κοινότητας. Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Μαριάν Ιλέν, So long Marianne, η Κλιφτ περιγράφεται ως μια προσωπικότητα δυναμική, σκληρή αλλά πάντα διαθέσιμη να παρέχει βοήθεια προς όλους. Ως γυναίκα, ξεχώριζε για την ανεξαρτησία και την ελευθεροφροσύνη της, έχοντας ήδη κάνει μια ασυνήθιστη επιλογή για την εποχή της, να αφήσει πίσω την ασφαλή δημοσιογραφική καριέρα στην Αυστραλία για να κυνηγήσει μια ζωή περιπέτειας και συγγραφής στην Ευρώπη. Μπορούσε να υπερασπιστεί τις απόψεις της δυναμικά αλλά και να δημιουργήσει το δικό της λογοτεχνικό έργο σε μια εποχή που οι περισσότερες γυναίκες ήταν ακόμη περιορισμένες σε παραδοσιακούς ρόλους. Ταυτόχρονα, δεν έκρυβε τις αντιφάσεις της. Στα γραπτά της φαίνεται η κόπωση και ο πεσιμισμός από τα βάρη της οικογένειας καθώς και η ανάγκη να βρει χρόνο για το δικό της γράψιμο. Αυτή η διπλή ταυτότητα, ως συγγραφέας και ως γυναίκα-μητέρα σε μια πολυπληθή οικογένεια, την έφερνε συχνά σε κρίση. Σε στιγμές απόγνωσης περιγράφει με εικόνες επινοημένες από πίνακες του Μπος απόκοσμες σκηνές στα στενά της Ύδρας, με τερατόμορφους νάνους, παιδιά που σκοτώνουν πετροβολώντας μικρά γατάκια, μια γυναίκα να ουρλιάζει ανάμεσα σε ανεμοδαρμένα γεράνια, σώματα πρησμένα και δύσμορφα. Ωστόσο, παρά τις ψυχολογικές μεταπτώσεις και την κατάθλιψη που τη βασάνιζε χρόνια, κατόρθωσε να μετατρέψει τη ζωή  της σε λογοτεχνικό υλικό δίνοντας στα έργα της μια σπάνια ειλικρίνεια.

Σε σχέση με την ντόπια κοινωνία, η Κλιφτ στάθηκε γέφυρα. Αν και οι Υδραίοι συχνά έβλεπαν με δυσπιστία τους περίεργους ξένους, εκείνη με την αμεσότητά της κέρδισε το σεβασμό και την αποδοχή τους περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Οι ντόπιοι  και οι συνήθειές τους ήταν ένας διαρκής πονοκέφαλος  για τους εκπατρισμένους του νησιού οι οποίοι χρειαζόταν να επιδείξουν κατανόηση και διπλωματία ώστε να συμβιώσουν σε μια καθημερινότητα που είχε έλλειψη στοιχειωδών αγαθών, ιατρικής φροντίδας και επικοινωνίας με τον έξω κόσμο. Η Κλιφτ έπρεπε να περιμένει με αγωνία την επιστροφή της μαίας του νησιού από την Αθήνα για να μπορέσει να γεννήσει το τρίτο παιδί της, οι κάτοικοι της Ύδρας χρειαζόταν να πηγαίνουν στον Πόρο για να εισπράξουν χρήματα από τη μοναδική τράπεζα, πράγμα που σήμαινε ένα βράδυ διαμονής στο διπλανό νησί, το πόσιμο νερό ήταν από πηγάδια, η θέρμανση με μαγκάλι κ.λπ. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις, οι ντόπιοι ήταν επιθετικοί προς τους ξένους, είτε λόγω της σεξουαλικής τους ταυτότητας –το μπούλινγκ προς τον γάλλο γκέι ή προς τον νεαρό δανδή που σκανδάλιζε τις κοπέλες του νησιού–, είτε επειδή τους θεωρούσαν όλους συλλήβδην ως Άγγλους την εποχή του Κυπριακού και της ΕΟΚΑ.

Ιδιαίτερη κριτική ασκεί η Κλιφτ στους ξένους διανοούμενους και καλλιτέχνες που ζούσαν στην Ύδρα. Τους παρατηρεί με συμπάθεια, αλλά και σκεπτικισμό. Η ζωή τους, αν και φαινομενικά ελεύθερη, ήταν γεμάτη συναισθηματική αβεβαιότητα, συγκρούσεις και αυτοκαταστροφή. Παρά την  εκτίμησή για το θάρρος και την ανεξαρτησία τους, αναγνωρίζει τις σκοτεινές συνέπειες αυτού του τρόπου ζωής. Με το χαρακτηριστικό της διεισδυτικό βλέμμα, καταγράφει την ειρωνεία: οι ξένοι ήρθαν στην Ύδρα για να βρουν απλότητα και περισσότερη ελευθερία, αλλά συχνά βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μικροπρέπειες, άγχη και δυσκολίες που θύμιζαν έντονα τον κόσμο τον οποίο ήθελαν να εγκαταλείψουν. Αυτό δίνει στο Καθάρισέ μου έναν λωτό μια αίσθηση διάψευσης, πεσιμισμού αλλά και βαθύτερης αλήθειας για τη φύση των ανθρώπινων σχέσεων.

 

Η επιστροφή στην Αυστραλία

Το ζεύγος των Τζόνστον-Κλιφτ παρέμεινε για χρόνια η ψυχή της κοινότητας των εκπατρισμένων διανοούμενων του νησιού, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του1960, όταν, ύστερα από την επιδείνωση της ασθένειας του Τζόνστον και τα διαρκή οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν, αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αυστραλία. Η οικογένεια ζούσε με περιορισμένα οικονομικά, η συγγραφή δεν απέφερε σταθερό εισόδημα και η καθημερινότητα με τρία παιδιά ήταν απαιτητική. Οι πιέσεις επιδεινώθηκαν από τον αλκοολισμό, τις εξωσυζυγικές σχέσεις και τις συχνές συγκρούσεις. Ο Τζόνστον, επιπλέον, αρρώστησε βαριά από φυματίωση, κάτι που άλλαξε εντελώς τις προτεραιότητές τους. Επιπλέον, είχε μόλις εκδώσει το My Brother Jack (1964), που γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Αυστραλία και του έδινε νέα προοπτική στο λογοτεχνικό πεδίο.

Επιστρέφοντας στη Μελβούρνη, το 1964, η ζωή τους άλλαξε. Ο Τζόνστον καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφος της χώρας του, κερδίζοντας βραβεία και αναγνώριση. Μετά το  My Brother Jack ακολούθησε το Clean Straw for Nothing (1969) και το ανολοκλήρωτο  A Cartload of Clay (1971) αποτελώντας μια τριλογία. Ωστόσο, ήταν ήδη βαριά άρρωστος. Η Τσάρμιαν Κλιφτ, από την πλευρά της, στράφηκε κυρίως στη δημοσιογραφία. Οι στήλες της στη Sydney Morning Herald και στη Melbourne Herald ξεχώριζαν για το προσωπικό, στοχαστικό ύφος τους. Σχολίαζε θέματα κοινωνίας, πολιτισμού, ακόμα και το πώς βίωνε η ίδια την επιστροφή από την Ύδρα σε μια πιο συντηρητική αυστραλιανή πραγματικότητα. Αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό και έγινε σημαντική φωνή της εποχής.

Το δεύτερο μεγάλο έργο του Τζόνστον, το Clean Straw for Nothing, ήταν βαθιά αυτοβιογραφικό βασισμένο στη ζωή τους στην Ύδρα. Μέσα από τον ήρωα του βιβλίου ο Τζόνστον παρουσιάζει την απογοήτευση από την καλλιτεχνική κοινότητα της Μεσογείου, τις σχέσεις που διαλύονται κάτω από το βάρος του αλκοόλ, των ερώτων και των προδοσιών και την πικρή εικόνα μιας γενιάς που αναζητούσε την ελευθερία αλλά βυθίστηκε στις αντιφάσεις της. Οι χαρακτήρες παραπέμπουν ευδιάκριτα σε πραγματικά πρόσωπα, ανάμεσά τους και η Τσάρμιαν Κλιφτ. Ο γυναικείος χαρακτήρας που αντανακλά τη δική της προσωπικότητα παρουσιάζεται με σκληρότητα. Μια γυναίκα εγκλωβισμένη, που πίνει υπερβολικά, που δεν βρίσκει διέξοδο από τη μελαγχολία και την απογοήτευση. Η Κλιφτ γνώριζε τι σήμαινε η έκδοση αυτού του βιβλίου. Όλη η Αυστραλία θα διάβαζε μια οδυνηρή, παραμορφωμένη εικόνα της ζωής της, την ώρα που η ίδια πάλευε με τη φροντίδα του βαριά άρρωστου συζύγου της, με οικονομικές δυσκολίες και με τη δική της κατάθλιψη. Η προοπτική αυτής της δημόσιας έκθεσης την καταρράκωσε. Στις 8 Ιουλίου 1969, παραμονή της κυκλοφορίας του Clean Straw for Nothing, η Τσάρμιαν Κλιφτ αυτοκτόνησε παίρνοντας μεγάλη δόση υπνωτικών χαπιών. Ήταν 45 ετών. Ένα χρόνο αργότερα, το 1970, ο Τζορτζ Τζόνστον πέθανε από φυματίωση, σε ηλικία 58 ετών . Μέχρι το τέλος συνέχισε να γράφει, ολοκληρώνοντας σχεδόν το A Cartload of Clay, που εκδόθηκε μεταθανάτια. Η ιστορία τους έμεινε ως μύθος και τραγωδία μαζί. Ο Τζόνστον  θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αυστραλούς συγγραφείς, με το My Brother Jack να παραμένει κλασικό. Η Κλιφτ λατρεύεται ως μια από τις πιο διεισδυτικές γυναικείες φωνές της εποχής της, όχι μόνο για τις στήλες της αλλά και για το θάρρος της να εκφράζει τις αντιφάσεις μιας γενιάς που αναζητούσε ελευθερία.

Ο Λέοναρντ Κοέν, ο οποίος φιλοξενήθηκε στο σπίτι τους όταν πρωτοέφτασε στο νησί, τους περιγράφει με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο:

Οι Αυστραλοί έπιναν περισσότερο από όλους, έγραφαν περισσότερο από όλους, αρρώσταιναν και γιατρεύονταν συχνότερα από όλους, έβγαζαν μίσος και οργή, έδειχναν καλοσύνη και ζεστασιά, και βοηθούσαν πολύ περισσότερο από ό,τι όλοι οι άλλοι. Ήταν μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης.

Από το συγγραφικό έργο των Κλιφτ-Τζόνστον, κυκλοφορούν στην Ελλάδα, σε εξαιρετική μετάφραση της Φωτεινής Πίπη, μόνο τα δύο αυτοβιογραφικά βιβλία της Κλιφτ, Το τραγούδι της γοργόνας και το Καθάρισέ μου έναν λωτό. Η μετάφραση του My brother Jack και του Clean Straw for Nothing θα αναδείκνυε στους Έλληνες αναγνώστες το λογοτεχνικό μέγεθος του Τζόνστον και, πιθανόν, να έδινε και μια πιο πειστική ερμηνεία για την αυτοκτονία της Κλιφτ.

 

 

 

 

 

 

 

 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.