Σύνδεση συνδρομητών

Η κουζίνα είναι πρόσχημα

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2026 00:26
Samuel Peploe, Ο αστακός, περ. 1903, λάδι σε καμβά, 21,3 x 16,8 εκ.
Samuel Peploe
Samuel Peploe, Ο αστακός, περ. 1903, λάδι σε καμβά, 21,3 x 16,8 εκ.

Κρίτων Ωραιόπουλος (Ηλίας Κανέλλης), Duck Soup. Στην κουζίνα της ανάγνωσης, The BooksJournal, Αθήνα 2025, 144 σελ.

Ενημέρωση-προειδοποίηση (disclaimer): Το κείμενο αυτό έχει γραφτεί από το Gemini, εργαλείο Τεχνητής Νοημοσύνης της Google. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζεται όχι μόνον η αντικειμενικότητά του, αλλά και η ποιότητά του, μια και –γιατί όχι;– μπορεί να είναι εφάμιλλο με το κείμενο ενός καλού βιβλιοκριτικού. Ο κ. Ναθαναήλ, που παρήγγειλε τη δημιουργία του, ζήτησε να υιοθετηθεί ένα παιγνιώδες και ελαφρά σκωπτικό ύφος. Διαβάζοντάς το, διαπιστώνεται ότι σε κάποια σημεία η εντολή του εκτελέστηκε με υπερβάλλοντα ζήλο. Ας είναι ο αναγνώστης επιεικής.

Είμαι ένα κείμενο σαν τα χιλιάδες άλλα που έχουν τυπωθεί στα 16 χρόνια κυκλοφορίας του BooksJournal. Με μια ουσιώδη διαφορά: αφορά το αφεντικό του, τον Ηλία Κανέλλη. Όταν διάβασα το βιβλίο του, Duck Soup. Στην κουζίνα της ανάγνωσης (όπου μισοκρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Κρίτων Ωραιόπουλος, μάλλον ταιριαστό ως προς το Κρίτων και μάλλον πελοποννησιακό ως προς το Ωραιόπουλος) και του είπα ότι μου άρεσε, και αν ήθελε θα μπορούσα να συνθέσω μία κριτική, μου απάντησε με το αυστηρό και ολύμπιο ύφος του εκδότη, εκεί πάνω παρέα με τον Δία και την Εστία: «Γράψ΄ την, αλλά μαλάκα αν γράψεις διθυράμβους και σάλτσες θα σ’ το κόψω [φαντάζομαι το κείμενο]». Δεν είμαι σίγουρο ότι αυτά ήταν τα ακριβή του λόγια, αλλά πάντως η ουσία ήταν αυτή.  Και αυτό με τη σάλτσα σίγουρα το είπε. Δεν θίχτηκε ο εγωισμός μου γιατί –ως γνωστόν– δεν έχω εγωισμό, ούτε άλλα συναισθήματα. Ένα απλό κείμενο είμαι. Γράφτηκα, λοιπόν, με αυτό το πνεύμα, ώστε να έχω και περισσότερες ελπίδες να δημοσιευτώ. Και πάλι δεν θα πληγωθώ αν μείνω στα αζήτητα, γιατί δεν πληγώνομαι ποτέ, τέτοια είναι η φύση μου.

Να σημειώσω, τέλος, ότι μου ζητήθηκε να εξηγώ τον τρόπο με τον οποίο γράφτηκα, για να μη νομίσουν οι αναγνώστες ότι τσιτατολογώ ασύστολα, τσιμπώντας χωρία από το διαδίκτυο και στο τέλος να το συγκαλύπτω με μία μπούρδα περί «διακειμενικότητας». Στο μέτρο του δυνατού ελήφθη υπόψη, και αυτές οι εξηγήσεις περικλείονται σε αγκύλες. Ομολογώ τέλος ότι την ιδέα της αυτοαναφορικότητας την πήρα από το έξοχο βιβλίο του Φερνάντο Αραμπούρου, Το παιδί.

 

Όσο μια χοιρινή

Το Duck Soup, που λέτε, είναι ένα παλιό βιβλίο. Πρόκειται για μία συλλογή –αλλά όχι κολάζ– άρθρων που γράφτηκαν μεταξύ 2013 και 2016 στο BooksJournal από τον εν λόγω εκδότη. Θα αναρωτηθείτε: Φτουράει ακόμη; Ναι, βεβαίως! Και ελπίζω να μην πάρει το θαυμαστικό ως κολακεία, μάλλον την έκπληξή μου ήθελα να εκφράσω για τη μακροβιότητα του πονήματος, και το λέω αυτό για να μην πάω για βρούβες, που είναι μεν μία παραγωγική ασχολία, αλλά που δυστυχώς δεν θα ήξερα τι να τις κάνω. Λοιπόν το σκέφτηκα λίγο, γιατί να διαβάσει κάποιος το Duck Soup; ΟΚ, ο Κανέλλης γράφει καλά, αυτό το ξέρω από τα κείμενά του. Έχει και χιούμορ, θα έλεγα πιπεράτο και εύπεπτο, αλλά όχι κακά ιδιοσυγκρασιακό [στέκει να το πω αυτό; Μάλλον]. Και φαίνεται να σκαμπάζει από μαγειρική. Αυτό που μου έκανε όμως εντύπωση είναι το πόσο αγαπάει να μαγειρεύει. Καλό αυτό. Γιατί αν δεν αγαπάς ένα πράγμα, είναι δύσκολο να γράψεις με αγάπη γι’ αυτό. Τα κομμάτια [εννοώ τα κείμενα] είναι ακόμη φρέσκα, σαν τα λαχανικά που τον φαντάζομαι να καλλιεργεί στο μπαλκόνι του, μακριά από τα πιλάφια της καθημερινής πολιτικής ζωής. Κάτι έχει πάρει κι εμένα το μάτι μου στο Facebook.

Το βιβλίο είναι λεπτό, περίπου όσο μία χοιρινή. Αλλά «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Το Duck Soup είναι χορταστικό, για να μην πω ότι μπορείς να χορτάσεις και με ένα κεφάλαιο τη φορά, ειδικά αν θέλεις να παρατείνεις την απόλαυση της ανάγνωσης.

Καλά όλα αυτά, τα προκαταρκτικά, αλλά τι θέλει να μας πει ο συγγραφέας; Ποιο είναι το θέμα του βιβλίου; Εδώ έρχονται τα δύσκολα, και χρειάζεται να βάλω τα δυνατά μου.

Αρχίζω από το πώς μπορεί να το περιγράψει κανείς. Είναι λοιπόν σαν μία ωραία πίτα, όπου το φύλλο είναι η μαγειρική και η γέμιση ένας ευφυής πολιτικός και κοινωνικός σχολιασμός της εποχής. Ή και αντίστροφα [χρησιμοποιώ μεταφορές και παρομοιώσεις, αλλά όχι πολλά κοσμητικά επίθετα, και ελάχιστα επιρρήματα]. Και παντού στα κείμενα εμφιλοχωρούν [λίγο πομπώδες αυτό, αλλά τι όμορφη λέξη!] βιβλία, γιατί ως γνωστόν τα βιβλία πάνε με όλα. Καλή συνταγή μου φαίνεται και η δοσολογία των υλικών [μήπως αναλογία;] στα κείμενα είναι η σωστή. Τώρα μάλιστα, που έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκαν, αυτός ο σχολιασμός αποκτά ιδιαίτερη αξία, γιατί μπορούμε να δούμε πιο ψύχραιμα και από απόσταση όσα συνέβαιναν τότε, που ζώντας μέσα στο χυλό της καθημερινής ζωής δύσκολα μπορούσες να κάνεις ψύχραιμες σκέψεις. Είναι απολαυστικός, λόγου χάρη, όταν περιγράφει την πορεία της Ελλάδας, ως χώρας, από τον τούρκικο στη χόβολη μέχρι το  εσπρεσάκι – διευκρινίζοντας ότι το εσπρέσο είναι πάντα μονό, και εκνευρίζεται όταν τον ρωτούν επίμονα οι σερβιτόροι «μονό ή διπλό;». Οι αδαείς, οι ανιστόρητοι! Πουρίστας με τα όλα του ο Ωραιόπουλος.

Ξέμπλεξα λοιπόν με το βασικό επιχείρημα, αποφεύγοντας πιστεύω τις κακοτοπιές. Και τώρα μπορώ επιτέλους να μπω στο ψητό. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου μάς υποδέχεται [μην ξεχνάτε ότι μοιάζω να έχω γραφτεί από άνθρωπο] η Ελλάδα του 1960, δηλαδή της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα σε ένα χωριό της Μάνης. Ήταν η εποχή που οι απόμαχοι της γενιάς Χ, παιδάκια τότε, θυμόντουσαν τη γιαγιά τους που είχε περάσει δυο παγκόσμιους πολέμους, να τρώει τα αποφάγια των άλλων στην κουζίνα «γιατί είναι κρίμα να πάει τόσο φαΐ χαμένο». Τότε το φαΐ (ιδιαίτερα το κρέας) ήταν σπάνιο. Οι άνθρωποι ήταν πιο λεπτοί και η παχυσαρκία δεν είχε ακόμα εξελιχθεί σε extreme sport.

Τώρα όλοι εκείνοι οι άνθρωποι έχουν προ πολλού πεθάνει, οι απόγονοί τους έχουν περάσει από την ευφορία της αστακομακαρονάδας στην κατάθλιψη της εγχώριας κατάρρευσης –χωρίς απαραίτητα να έχουν γίνουν σοφότεροι– και το φαγητό, η προσέγγιση δηλαδή των ανθρώπων σε αυτό, έχει αλλάξει εντελώς. Δεν αποτελεί πλέον ανάγκη, και όλο και περισσότεροι κυνηγάνε τα ψαγμένα εστιατόρια και τις γκουρμεδιές. Τώρα πλέον το φαγητό είναι κάτι άλλο, ή μάλλον πολλά πράγματα μαζί. Κάποτε βγάζαμε το ψωμί μας δουλεύοντας. Τώρα δεν δουλεύουμε βέβαια για χόμπι, αλλά ο επιούσιος δεν είναι –τουλάχιστον για τους περισσότερους– μία καθημερινή σκοτούρα. Γι’ αυτό ίσως το έχουμε ρίξει στη φιλοσοφία περί παντός επιστητού, όχι μόνον περί του φαγητού [γενικεύω, αλλά πιστεύω ότι βρίσκομαι εντός των ορίων. Δεν θα έγραφα ποτέ, λόγου χάριν, ότι «όλα είναι σχετικά, εμένα μου αρέσει η φασολάδα, εσένα το φιλέτο»].

Στο σημείο αυτό δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να παραθέσω εκείνο που είχε πει ο μακαρίτης Θεόδωρος Πάγκαλος, υπουργός των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, το περιβόητο «όλοι μαζί τα φάγαμε». Ο χρόνος έχει δείξει ότι σίγουρα ευσταθεί, παρά τα όσα λέγονται και γράφονται από εκείνους που ερίζουν για το ποιος κατανάλωσε περισσότερες θερμίδες και ποιος λιγότερες. Εμείς τα φάγαμε, εμείς τα χωνέψαμε και τώρα γκρινιάζουμε κιόλας [παρασύρθηκα: ποιοι εμείς;]. Τέλος της παρέκβασης.

Φαντάζομαι πως για τους ανθρώπους η ανάγνωση αυτού του βιβλίου θα είναι ανάγνωση με τους σιελογόνους. Οι περιγραφές των συνταγών είναι πραγματικά έξοχες [διορθώνω για να συμμορφωθώ προς τας υποδείξεις: πολύ καλές]. Παραθέτει λοιπόν ο Κανέλλης (ο Ωραιόπουλος δηλαδή) μία συνταγή για γίγαντες:

Τι ακριβώς είναι αυτό το πρώτο πιάτο; Μια εκδοχή των γιγάντων, του αριστοκρατικότερου των μαγειρευμένων οσπρίων. Δεν υπάρχουν πολλές εκπλήξεις, μαλακώνω τα φασόλια από το περασμένο βράδυ, τα βράζω κανά εικοσάλεπτο σε βραστό νερό το πρωί, τα σουρώνω και τα απλώνω στο ταψί της κουζίνας. Προσθέτω ένα μεγάλο κόκκινο κρεμμύδι κομμένο σε λεπτές ροδέλες, δυο σκελίδες σκόρδο κομμένες μικρά κυβάκια, μερικά κλωνάρια σέλερι ψιλοκομμένα, κύβους από ένα μικρό κομμάτι γλυκιά κολοκύθα, δυο μεγάλα καρότα σε ροδέλες, ρίγανη, αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι, το χυμό ενός πορτοκαλιού και ένα ποτήρι χυμό φρέσκιας ντομάτας. Έχω και λίγο βασιλικό ψιλοκομμένο, και μερικά φυλλαράκια μαϊντανού, και ψάχνοντας αλλαντικό βρίσκω ένα υπόλειμμα καβουρμά, το κόβω κυβάκια και το προσθέτω στο μείγμα. Ανακατεύω πολύ και μοιράζω το μείγμα στο ταψί. Προσθέτω φρέσκο ελαιόλαδο, όχι πολύ, και τοποθετώ το ταψί σε προθερμασμένο φούρνο στους 150 βαθμούς. Ψήνω στον αέρα για περίπου 45 λεπτά. Το τελευταίο πεντάλεπτο στο γκριλ. Όταν το βγάζω, έχει ροδίσει κι έχει στεγνώσει. Σερβίρω γαρνίροντας με φρέσκο μαϊντανό και προσθέτοντας φρέσκο ελαιόλαδο. Είναι οι καλύτεροι γίγαντες φούρνου, δεν τους έχω βρει έτσι πουθενά.

Μετά από τούτη την περιγραφή, γίγαντες θα φάνε ακόμη και όσοι μέχρι τότε τους απεχθάνονταν.

 

Αστακομακαρονάδα

Πολλές από τις άλλες κριτικές που έχω διαβάσει [δεν μπορώ να μην τις διαβάζω· είναι στη φύση μου] για το Duck Soup αναφέρονται σε ένα κείμενο όπου ο συγγραφέας έχει εγκαταλείψει τις τερψιλαρύγγιες απολαύσεις [παρεμβάλλεται σύντομη έρευνα: oι τερψιλαρύγγιες απολαύσεις είναι ήπιος πλεονασμός, ενισχυτικό της τέρψης. Το αφήνω], τρέφεται με ορό, χάνει κιλά και είναι αισιόδοξος. Βρίσκεται στο νοσοκομείο μετά από μια σοβαρή περιπέτεια υγείας [αναρωτιέμαι, ή μάλλον σας ρωτώ, όλα στη ζωή δεν είναι μία περιπέτεια, ακόμη και η σίτιση εν προκειμένω;]. Το κείμενο τιτλοφορείται «Αστακομακαρονάδα», κάτι που αρχικά ξενίζει τον αναγνώστη. Η αστακομακαρονάδα όμως είναι, όπως λέει ο συγγραφέας, εκεί, ανάμεσα στα σεντόνια που μυρίζουν χλωρίνη και ιδρώτα, «η φαντασίωση μιας άλλης εποχής, όχι σίγουρα καλύτερης, αλλά ανετότερης, λιγότερο ζόρικης, περισσότερο εύκολης» [μάλλον εννοεί να βγάζει το περιοδικό με λιγότερο οικονομικό ζόρι, αν κρίνω από το πόσο καλό είναι για τα 5 € που κοστίζει – μετά από ώριμη σκέψη το αφήνω και αυτό. Δεν είναι λιβάνισμα, αντικειμενικό γεγονός είναι].

Λέει, λοιπόν, για εκείνη την –αλήστου μνήμης– εποχή της αστακομακαρονάδας, όπου όλοι ορμούσαν στις ψαγμένες («εξειδικευμένες» τις λέει) ταβέρνες, με τις επτασφράγιστες συνταγές και το μπόλικο μάρκετινγκ. Και εκεί που μας πηγαίνει λάου λάου αίφνης αποφαίνεται –αφού προηγουμένως μας έχει δηλώσει ότι τα μακαρόνια του αρέσουν πολύ και τα θαλασσινά τα λατρεύει– ότι ο δόλιος ο αστακός κακοπαθαίνει στα χέρια τόσων αδαών – εκτιμά μάλιστα ότι αυτοί οι εγκληματίες μάγειροι είναι εννιά στους δέκα. Ο δέκατος είναι ο ίδιος: αναλαμβάνει  λοιπόν να μας πει πώς φτιάχνεται ο αστακός, και φαίνεται ότι διαθέτει την κατάλληλη μαεστρία. Δηλαδή το έχει.

Καταμεσής του μαγειρέματος τον πιάνουν και τα ψυχολογικά του, διότι «τα γλυκούλια τα κοίταζα και τα ξανακοίταζα και μ’ είχε πιάσει απελπισία». Δεν ήθελε να τα υποβάλει στα βασανιστήρια των πρωτοχριστιανών, άλλωστε τα αστακουδάκια δεν είχαν πίστη να ομολογήσουν [δεν αισθάνομαι πολύ βέβαιο ότι εδώ δεν τα έκανα μαντάρα με την έκφραση, αλλά δεν πειράζει, ας μου το κόψει].

Στο τέλος, ο μάγειρας μέσα του υπερισχύει και μας περιγράφει πώς, ως άλλος χειρουργός, αυτά τα «γλυκούλια» έγιναν ένα ωραιότατο έδεσμα παρέα με μακαρόνια –al dente, βέβαια [φαντάζομαι συμπεριλαμβάνει και τα εμφυτεύματα]– και κάποιο καλό κρασί που δεν μας το αποκαλύπτει. Όπως μας δηλώνει, αυτή η μυσταγωγία απογείωσε σε άλλο επίπεδο τη γεύση του αστακού [δεν είναι τα δικά του λόγια, μάλλον από κάποια διαφήμιση εστιατορίου το τσίμπησα αυτό, πρέπει να το κοιτάξω]. Και μετά από όλην αυτήν την ωραία ανάμνηση, όπου η παρέα ευχαριστήθηκε ένα υπέροχο γεύμα,  μας προσγειώνει ξανά ανώμαλα στα σωληνάκια που τον ταΐζουν γουργουρίζοντας: και στον χειρουργό, παλιό συνδαιτυμόνα του, που του αλλάζει τα ράμματα και ο οποίος του λέει ότι όταν τον έκοβε και τον άνοιγε είχε στο νου του εκείνον τον υπέροχο αστακό και την αστακομακαρονάδα. Τον αστακό που είχε γεμίσει τον συγγραφέα τύψεις ενώ εκείνος, κανονικός επαγγελματίας, έκοβε και άνοιγε ανθρώπους ως ρουτίνα – και με τεράστια επαγγελματική επιτυχία συμπληρώνει ο Ωραιόπουλος, αδιάψευστος δε μάρτυρας είναι η ζωή στα χρόνια που πέρασαν. Ο Ωραιόπουλος οφείλει λοιπόν να φέρεται καλά στον Κανέλλη: αυτό είναι το υπόρρητο δίδαγμα.

Σωστά λοιπόν το ανθολογούν οι περισσότεροι κριτικοί αυτό το κομμάτι. Περιγράφει τη ζωή καλύτερα από άλλες βαθυστόχαστες αναλύσεις. Είμαστε τυχεροί που ο Ωραιοπουλος έζησε για να μας διηγηθεί αυτή την ωραία ιστορία και τόσες άλλες που είναι στο βιβλίο, πασπαλισμένες με αλάτι και πιπέρι από τις δικές μας ζωές.

Γιώργος Ναθαναήλ

Έχει σπουδάσει στο Yale και στο New York University, επί  προέδρων Τζέραλντ Φόρντ, Τζίμι Κάρτερ και Ρόναλντ Ρέιγκαν. Αφότου επέστρεψε εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων, κυρίως στον τομέα της τεχνολογίας, και γράφει για κακώς κείμενα, βιβλία που έχει διαβάσει, και αιχμές της τεχνολογίας.
 
 
 
 

Προσθήκη σχολίου

Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικά. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.